Ο στρατιώτης, κυριολεκτικά το προσωπικό του όπλου του Στρατού Ξηράς.

ΡίζεςΕπεξεργασία

Στις νεολατινικές γλώσσες ο όρος προέρχεται από το Λατινικό infantem (νεαρός) και κατά το Μεσαίωνα υποδήλωνε στρατιώτες οι οποίοι ήταν πολύ νέοι ή κατώτερης κοινωνικής καταγωγής ώστε να πολεμούν πεζοί. Από τον 16ο αιώνα με την ίδρυση μονίμων στρατιωτικών μονάδων, ο όρος Infantry και οι αντίστοιχοι σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες χαρακτηρίζουν τις μονάδες του Πεζικού. Από «Infanteria» προήλθε το «Φανταρία» και κατ' επέκταση το «Φαντάρος» που έχασε την ειδική σημασία τη σχετιζόμενη με τον σκοπό του σώματος, αλλά διατήρησε την σημασία της ιδιότητας του μέλους στρατιωτικού σώματος.

ΧρήσηΕπεξεργασία

Στη νεοελληνική καθομιλουμένη γλώσσα ο όρος υποδηλώνει τους κληρωτούς του Στρατού Ξηράς. Ανάλογα με τη χρήση μπορεί να εξαιρούνται οι Δόκιμοι Έφεδροι Αξιωματικοί και το προσωπικό της Στρατονομίας και της Προεδρικής Φρουράς

. Η χρήση του όρου από επαγγελματίες στρατιωτικούς για αναφορά σε στρατευσίμους έχει συνήθως υποτιμητική σημασία και κανονικά αποφεύγεται.

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία