Ειδικότερα στη Χημεία με τον όρο χημική ασυμμετρία (chemical asymmetry, ή chemical chirality = προφέρεται καϊράλιτυ), χαρακτηρίζεται το φαινόμενο της ύπαρξης ενός ή περισσοτέρων ασύμμετρων ατόμων (= που με απλούς δεσμούς συνδέονται με διαφορετικά άτομα ή ρίζες), στο μόριο μιας χημικής ένωσης.

Γενικά οι χημικές ενώσεις που στο μόριό τους παρουσιάζουν αυτό το φαινόμενο στρέφουν το επίπεδο του πολωμένου φωτός, συνεπώς είναι οπτικά ενεργές ενώσεις, και εμφανίζονται υπό διάφορες στερεοϊσομερείς μορφές.

  • Ο όρος chirality είναι παράγωγος από την ελληνική λέξη χέρι, χείρα, αποδίδοντας την αντιτακτή θέση των δακτύλων των δύο χεριών.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα" τομ.12, σελ.103.