Η ωχρινοτροπίνη ή ωχρινοποιητική ορμόνη ή ωχρινοτρόπος ορμόνη (διεθνής όρος:LH) είναι μία ορμόνη που σχετίζεται με τη γυναικεία αναπαραγωγική διαδικασία. Υπάγεται στις γοναδοτροπίνες. Στις γυναίκες η εν λόγω ορμόνη δρα συνεργικά με την FSH (θυλακιοτρόπος) για τη ρύθμιση της ανάπτυξης του ωοθυλακίου και το σχηματισμό του ωχρού σωματίου. Τα επίπεδα της ορμόνης πρέπει να είναι υψηλά στα μέσα του κύκλου. Τότε προκαλείται ωορρηξία. Στους άνδρες η ορμόνη αυτή ελέγχει την ανάπτυξη των διάμεσων κυττάρων που εκκρίνουν την τεστοστερόνη.


ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Alan E. Read, D. W. Barritt, R. Langton Hewer, Σύγχρονη Παθολογία, εκδ. Λίτσας.