Για άλλες χρήσεις, δείτε: Άγιος (αποσαφήνιση).

Η λέξη Άγιος (από το αρχαίο ελληνικό ρήμα ἅζω=φοβάμαι, σέβομαι, τιμώ) είναι επίθετο που περικλείει την έννοια της απόλυτης ιερότητας και αγνότητας από λατρευτική και ηθική άποψη. Η λέξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να χαρακτηρίσει τη φύση και την υπόσταση του Θεού (π.χ. Άγιο Πνεύμα, Αγία Τριάδα)[1] και σε πολλές περιπτώσεις η λέξη ΆγιοςΌσιος) χρησιμοποιείται για κάποιον άνθρωπο ο οποίος έχει ανακηρυχθεί από την Εκκλησία ότι είναι καθαγιασμένος από το Θεό.

Το νεκρό σώμα ενός Αγίου, τα αποκαλούμενα λείψανα, φυλάσσονται σε Εκκλησίες.[2]

Για να ανακηρυχθεί κάποιος Άγιος στην Ορθόδοξη Εκκλησία, χρειάζεται να συμπληρωθούν αρκετά χρόνια από τον θάνατό του.[3]

Ανατολική Ορθόδοξη ΕκκλησίαΕπεξεργασία

Μερικοί απο τους μεγάλους αγίους της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι οι:

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία

  • Ζαχαριάδου Ελισάβετ, «Η λατρεία των Αγίων στους Τούρκους»[1]

ΠηγέςΕπεξεργασία

  1. «Άγιος - Λεξικό της κοινής νεοελληνικής». www.greek-language.gr. Ανακτήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 2019. 
  2. «ΠΟΥ ΣΩΖΟΝΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ». Μοναστήρια της Ελλάδος. 18 Ιανουαρίου 2018. Ανακτήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 2019. 
  3. «Πως γίνεται κάποιος Άγιος;». ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ INFO. 25 Φεβρουαρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 2019.