Η αδολεσχία σημαίνει: η ακατάσχετη, υπερβολική σε μάκρος (αμετροέπεια, λογοδιάρροια), φλύαρη, απερίσκεπτη και κουραστική ομιλία (αργολογία, κενολογία), η πολυλογία, η περιττολογία και η ματαιολογία (μωρολογία ή αερολογία). Συνεκδοχικώς, όμως, μπορεί να δηλώνει επίσης και τη συνομιλία, την οξύνοια, τη λεπτότητα σκέψεως, τη λεπτολογία και την πανουργία. Ο όρος αδολεσχία έκανε δυναμικά την εμφάνισή του κατά τον 18ο αιώνα, στη θεολογική Γραμματολογία με το γνωστό έργο τού Αρχιεπίσκοπου Χερσώνος και Σλαυνίας Ευγένιου Βούλγαρη (1716-1806) Αδολεσχία Φιλόθεος (Βιέννη 1801, 1858).

Στην ΑρχαιότηταΕπεξεργασία

Την αδολεσχία καυτηρίαζαν ήδη από την Αρχαιότητα οι Έλληνες σοφοί (Ησίοδος, Πυθαγόρας, Πλάτων, Ισοκράτης, Ευριπίδης, Επίκτητος, Θεόφραστος, Κλεόβουλος κ.ά.), επαινώντας, αντιθέτως, τη λακωνικότητα: («το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν» ή «κρείττον σιωπάν ή λαλείν μάτην») και τη σιωπή: «Οι κράτιστοι των ανθρώπων βραχυλογώτατοι» (Απολλώνιου Τυανέως, Επιστολή π’) ή «ή λέγε τι σιγής κρείττον ή σιγήν έχε» (Μενάνδρου, 245). Και τούτο, γιατί ηθικώς η φλυαρία υπερβαίνει το μέτρον (βλ. μετριολογία). Στην Π.Δ., ο Σοφός Σειράχ συνιστά «μη αδολέσχει εν πλήθει πρεσβυτέρων» (7, 14). Ο ίδιος, επίσης, ερωτά: «Τις δώσει μοι επί στόμα μου φυλακήν και επί των χειλέων μου σφραγίδα πανούργον, ίνα μη πέσω απ’ αυτής και η γλώσσα μου απολέση με;» (22, 27).

Στον χριστιανισμόΕπεξεργασία

Στον Χριστιανισμό, κάθε λόγος πού αναφέρεται σε υλικά πράγματα, εκτός από τα αναγκαία, θεωρείται κατ’ ακρίβεια αργολογία. Η αδολεσχία παιδαγωγικώς (ως μέσο δηλ. άσκησης) αποδοκιμάζεται, γιατί όχι μόνο υποδηλώνει πνευματική νάρκωση (νέκρωση), παραφορά και ακράτεια τής γλώσσας, απρομελετησία (αργία), ημαρτημένη χρήση («εκμετάλλευση») ή/και απώλεια του χρόνου, επιπολαιότητα, απροσεξία, ασυνεσία, ακρισία και καυχησιολογία (αυταρέσκεια, αυτοέπαινος, εγωπάθεια), αλλά και οδηγεί σε ποικίλα άλλα αμαρτήματα (προπέτεια, κυνισμός, αθυροστομία, κατάκριση, φιλονικία, αισχρολογία, ακριτομυθία, διαπόμπευση, μεγαλαυχία, κολακεία, υποκρισία κ.λπ)· κυρίως, όμως, γιατί εκδιώκει από την καρδία το «χαροποιόν πένθος». Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, η αδολεσχία ―που συνιστά, βεβαίως, αμαρτία, αφού «υπέρ αργού λόγου λόγον δώσωμεν» (Προς Ξένην, MPG 150, 1053B)― συνδεόμενη συχνά με την ευτραπελία και την αστειότητα, επιφέρει διάχυση και διασκορπισμό τής ψυχής· το πάθος δε αυτό πηγάζει από την υπερηφάνεια, αφού ουδέποτε σχεδόν ή σπανίως ακούει ο φλύαρος τους άλλους να ομιλούν, αλλ’ ακαταπαύστως, όπως ένας μέθυσος παραληρώντας μπορεί να ξεγυμνώσει τον νου του, λαλεί μόνο αυτός. Μάλιστα δε, συμφώνως προς τον όσιο Μάρκο τον Ασκητή, δεν είναι ένοχος μόνο ο αδολέσχης, αλλά και αυτοί που τον ακούν: «εί τις ματαιολόγοις ανθρώποις περιτύχοι, υπεύθυνον εαυτόν ηγείσθω των τοιούτων ῥημάτων· κάν μη προσφάτως, αλλ’ εκ παλαιού χρεωστήματος» (Περί νόμου πνευματικού, ρνδ’). Ο απόστολος Παύλος απαγορεύει αυστηρώς την αδολεσχία: «Πας λόγος σαπρός εκ του στόματος υμών μη εκπορευέσθω, αλλ’ εί τις αγαθός προς οικοδομήν τής χρείας, ίνα δω χάριν τοις ακούουσιν» (Εφ. 4, 29). Ομοίως, οι Πατέρες τής Εκκλησίας (Μ. Βασίλειος, Αντίοχος Μοναχός κ.ά.) καταδικάζουν με οξύτητα το πνεύμα τής αργολογίας: «Και γαρ περιττά φθέγγεσθαι πολλή η ζημία, δέον ή διδάσκειν ή εύχεσθαι ή ευχαριστείν. Ουδέ γαρ χρημάτων μεν φείδεσθαι οφείλομεν, ῥημάτων δε ου. Αλλά μάλιστα τούτων ή εκείνων, και μη απλώς πάσιν εαυτούς εκδούναι», παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (Προς Τίτον 6, MPG 62, 697).

Ως σύμπτωμα διπολικής διαταραχήςΕπεξεργασία

Σε ψυχοπαθολογικές περιπτώσεις, η ανεξέλεγκτη και ακατάπαυστη ομιλία παρατηρείται στα μανιακά επεισόδια της διπολικής διαταραχής. Η παθολογική λογόρροια (logorrhea) συγγενεύει με τα σχιζοφρενικά συμπτώματα της καταφασίας (λεκτική στερεοτυπία), της «σαλάτας λέξεων» (ασυναρτησία), της «χάλασης συνειρμού» (loosening of associations) και της «πίεσης λόγου» (pressured speech). Ο λογοκόπος φαίνεται ότι παρουσιάζει καθήλωση (fixation) στο στοματικό στάδιο. Επίσης, ο φλύαρος, θέλοντας με την πολυλογία του να αγαπηθεί ―γιατί αυτό ψυχολογικώς είναι το βαθύτερο αίτιο της «προσκολλήσεως» και σχεσιακότητάς του με τους άλλους (J. Lacan)― μισείται και αποφεύγεται. Νομίζοντας, εξάλλου, ότι τον θαυμάζουν, γίνεται, στην πραγματικότητα, περίγελως.

ΕτυμολογίαΕπεξεργασία

ΑΔΟΛΕΣΧΙΑ [< ἄδην (= πολύ, αφθόνως) ή ἀαδείν (= ὀχλεῖν) + λέσχη (= συνομιλία, συζήτηση)], garrulity, gabble, prate, Redefluß· βλ. και verbalism, βαττολογία, σιγή.

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Τσιτσίγκος Σ. Κ., «Αδολεσχία», Μεγάλη Ορθόδοξη Χριστιανική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Α’, σ. 237-238,
  • Καλύβας Χ. Α., Λεξικόν Αθλιοτήτων, Αθήναι 1979· Kaplan & Sadock’s,
  • Εγχειρίδιο Κλινικής Ψυχιατρικής, Αθήναι 2004·
  • Κεσελόπουλος Α. Πάθη και Αρετές στη Διδασκαλία τού Αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά, Αθήνα 1986·
  • Λεβαδεύς Ι. Ν., Κάτοπτρον της Κοινωνίας, εν Αθήναις 1902
  • Μπαμπινιώτης Γ. Δ., Λεξικό τής Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 1998.