Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Αιμερί ή Αιμερύ ντε Λιμόζ (γαλλ. Aimery de Limoges, απεβίωσε κατά το 1196), Αιμερίκος στα ελληνικά και Χεμρί στα αρμενικά, ήταν Ρωμαιοκαθολικός εκκλησιάρχης στην Φραγκική Ουτρεμέρ και τέταρτος Λατίνος Πατριάρχης της Αντιόχειας από, περίπου, το 1140 έως τον θάνατό του.[1] Στη διάρκεια του μακρόχρονης παρουσίας του στον Πατριαρχικό θρόνο ήταν η πλέον ισχυρή προσωπικότητα εντός του Πριγκιπάτου της Αντιόχειας μετά τους πρίγκιπες, ενώ τις περισσότερες φορές βρισκόταν σε διαμάχη με τους τελευταίους. Ήταν, επίσης ένας από τους σημαντικότερους λόγιους που αναδείχτηκαν στη Λατινική Ανατολή.[2]

Αιμερί ντε Λιμόζ
AmalricPatriarchOfAntioch.JPG
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Aimery de Limoges (Γαλλικά)
Γέννηση12ος αιώνας
Θάνατος1193
Χώρα πολιτογράφησηςΓαλλία
ΘρησκείαΚαθολική Εκκλησία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταιερέας
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Αιμερί ήταν υψηλόβαθμος ευγενής, οικονομικά ευκατάστατος και κοσμικός.[3] Ήταν διανοούμενος με γνώση τόσο της ελληνικής όσο και της λατινικής γλώσσας, καθώς και ορισμένων τοπικών διαλέκτων. Φέρεται να είναι ο πρώτος που μετέφρασε τμήματα της Βίβλου σε ρομανική γλώσσα, και πιο συγκεκριμένα τα Καστιλιάνικα.[4] Ως λόγιος είχε επαρκή γνώση της ελληνικής ιστορίας. Απέστειλε, μάλιστα, επιστολή προς τον Ούγο Εθεριανό στην οποία του ζητούσε τον σχολιασμό του Ιωάννη του Χρυσοστόμου επί των Επιστολών του Παύλου, τα πρακτικά της Συνόδου της Νίκαιας, και την ιστορική καταγραφή των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων "από την στιγμή που οι Αυτοκράτορές τους εγκατέλειψαν τη Ρώμη έως τις μέρες μας."[5] Απάντησε, επίσης, σε αίτημα του Πάπα Ευγένιου Γ΄ για μετάφραση στα λατινικά του σχολιασμού του Χρυσοστόμου επί του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, αποστέλλοντας ένα αυθεντικό ελληνικό χειρόγραφο στην Ρώμη. Ως Πατριάρχης, ο Αιμερί προσπάθησε να θέσει υπό τον έλεγχό του τους ερημίτες, οι οποίοι κατοικούσαν στα Μαύρα Όρη, υποχρεώνοντας τον καθένα τους να έχει τον προσωπικό του πνευματικό σύμβουλο.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Η θητεία του μπορεί και να ξεκίνησε νωρίτερα, προς το 1139, ή και αργότερα, προς το 1142. Ο Bernard Hamilton, "Ralph of Domfront, Patriarch of Antioch (1135–40)", Nottingham Medieval Studies, 28 (1984), p. 19–20, αναφέρει ότι η πρώτη καταγεγραμμένη αναφορά στο πρόσωπό του ως εκλεγμένο Πατριάρχη είναι τον Απρίλιο του 1143, όταν έδωσε το παρόν στην υποδοχή από τον Ραϋμόνδο της Αντιόχειας διπλωματικής αποστολής από την Δημοκρατία της Βενετίας. Ο Αμαλρίκ Α΄ της Ιερουσαλήμ στέφθηκε τον Φεβρουάριο του 1163 κατά το εικοστό έτος του Αιμερί στον Πατριαρχικό θώκο. Η ημερομηνία θανάτου του είναι επίσης ασαφής: ο Μιχαήλ ο Σύριος αναφέρει το 1193, το έργο Continuation του Γουλιέλμου της Τύρου κάνει λόγο για ημερομηνία μεταγενέστερη του 1194, ενώ το Les Geste des Chyprois κάνει λόγο για το 1196.
  2. Σχετικά με το επιστημονικό-γεωγραφικό πλαίσιο στο οποίο κινήθηκε ο Αιμερί, δείτε το έργο του Rudolf Hiestand, "Un centre intellectuel en Syrie du Nord? Notes sur la personnalité d'Aimery d'Antioche, Albert de Tarse, et Rorgo Frotellus", Moyen Âge, 100 (1994), pp. 8–16.
  3. Σύμφωνα με ύστερους Καρμελίτες συγγραφείς, ήταν θείος του Βερθόλδου της Καλαβρίας, ενώ ο ίδιος καταγόταν από το Μαλιφάιγ της Γαλλίας.
  4. Christopher Tyerman, God's War: A New History of the Crusades (London: Pengiun Books, 2006), p. 193. Το έργο αυτό, το La Fazienda de Ultra Mar, δείχνει "έναν βαθμό οικειότητας με την Εβραϊκή Βίβλο και με την ιουδιστική εξήγηση", ωστόσο δεν αποτελεί έργο του Αιμερί σύμφωνα με τον Michael E. Stone στο έργο του, "A Notice about Patriarch Aimery of Antioch in an Armenian Colophon", Apocrypha, Pseudepigrapha and Armenian Studies: Collected Papers, II, (Peeters Publishers, 2006) p. 497 [125].
  5. Hamilton (1999), p. 11 n48.