Το ανθίβολο ή αθίβολο είναι ζωγραφικό σχέδιο με διάτρητα περιγράμματα που χρησιμοποιούσαν οι Bυζαντινοί ζωγράφοι για να αποτυπώσουν το σχέδιο στην επιφάνεια που ήθελαν να ζωγραφισουν. Eπάνω στο ανθίβολο έριχναν καρβουνόσκονη, η οποία περνούσε μέσα από τις τρύπες και έτσι αποτυπωνόταν το σχέδιο του Αγίου. Στη συνέχεια χάρασσαν το σχέδιο με ένα αιχμηρό εργαλείο ώστε να φαίνεται καλύτερα[1].

Ο Άγιος Γεώργιος σε ανθίβολο του 16ου αιώνα
Ο Άγιος Γεώργιος σε εικόνα του 16ου αιώνα (λεπτομέρεια) που παράχθηκε από ανθίβολο

Τα ανθίβολα ανήκουν στα εργαλεία της δουλειάς ενός ζωγράφου, όπως τα χρώματα και τα πινέλα, και προορίζονται για την αναπαραγωγή των εικονογραφικών θεμάτων. Αποτελούν τα σχέδια εργασίας των μεταβυζαντινών κυρίως ζωγράφων με ιδιαίτερη διάδοση αρχικά στην Κρήτη και στις ενετοκρατούμενες περιοχές. Η αυξανόμενη ζήτηση των εικόνων αλλά και η διάδοση του χαρτιού ως υλικού σχεδίασης επέβαλλαν σταδιακά τα ανθίβολα στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο σε όλα σχεδόν τα σημαντικά κέντρα της μεταβυζαντινής τέχνης.

Αποτελούν πολύτιμο υλικό που μεταβιβάζεται από ζωγράφο σε ζωγράφο —μέσω πώλησης, ανταλλαγής ή κληρονομιάς— μεταφέροντας την ιδιαίτερη εικονογραφική παράδοση —εικονογραφικούς τύπους και χαρακτηριστικά— από το ένα καλλιτεχνικό εργαστήριο στο άλλο.

Η χρήση του όρου καθιερώθηκε ευρέως τον 18ο αιώνα από τον Διονύσιο εκ Φουρνά στην «Ερμηνεία της Ζωγραφικής τέχνης», η οποία και αποτέλεσε τον βασικό οδηγό ως προς τις τεχνικές κατασκευής και χρήσης των ανθιβόλων[2].

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία