Αντέκταση ή αναπληρωτική έκταση (αγγλ. compensatory lengthening, γερμ. Ersatzdehnung) αποκαλείται στην ιστορική γλωσσολογία το φωνητικό φαινόμενο κατά το οποίο βραχύ φωνήεν που βρίσκεται προ συμφωνικού συμπλέγματος τρέπεται σε μακρό, αφού προηγουμένως απλοποιηθεί το συμφωνικό σύμπλεγμα, προκειμένου να αναπληρώσει την απώλεια του συμφώνου[1]. Η συγκεκριμένη μεταβολή εμφανίζεται σε διάφορες γλώσσες, αποτελεί όμως ιδιαίτερα συχνό φωνολογικό νόμο τής Αρχαίας Ελληνικής, ο οποίος ανήκει στις συνδυαστές ή εξαρτημένες μεταβολές, διότι εξαρτάται από το φωνητικό περιβάλλον[2].

Τον όρο αναπληρωτική έκταση επινόησε το 1839 στη Λατινική (ως productio suppletiva) ο Γερμανός φιλόλογος και γλωσσολόγος Φραντς Άρενς (Franz Heinrich Ahrens, 1809-1881), ο οποίος υπήρξε ο πρώτος που περιέγραψε το φαινόμενο με παραδείγματα από την Αρχαία Ελληνική και τη Λατινική[3]. Ενίοτε αποκαλείται αναπληρωματική έκταση.

Αρχαία ΕλληνικήΕπεξεργασία

Ο φωνητικός νόμος τής αντέκτασης βασίζεται στην αναπλήρωση της ποσότητας μιας συλλαβής που αρχικώς περιείχε συμφωνικό σύμπλεγμα, το οποίο κατά κανόνα περιείχε ημίφωνο (π.χ. F, ρ, ν ή σ) και κάποιο άλλο σύμφωνο. Η λειτουργία του ήταν ιδιαίτερα εκτεταμένη, αλλά δεν αφορούσε ομοίως όλες τις διαλέκτους τής Αρχαίας Ελληνικής (δεν επηρέασε τις βόρειες αιολικές διαλέκτους ή τη Μυκηναϊκή), εξηγεί ωστόσο σε μεγάλο βαθμό τη διαμόρφωση της συλλαβικής δομής που γνωρίζουμε από την κλασική γλώσσα[4].

Ως μία από τις θεμελιώδεις αιτίες ισχύος τού νόμου έχει προσδιοριστεί η ίδια η φύση τού μουσικού τονισμού τής Αρχαίας Ελληνικής. Συγκεκριμένα, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο ρυθμός που υπαγορευόταν από τον μουσικό τονισμό προϋπέθετε την εναλλαγή ελαφρών και βαριών συλλαβών, δηλαδή κλειστών συλλαβών (με ένα σύμφωνο και βραχύ ή μακρό φωνήεν) και ανοιχτών συλλαβών (μόνο με μακρό φωνήεν ή δίφθογγο). Η αντέκταση συνέβαλε στον σχηματισμό τέτοιων μετρικών ακολουθιών[5].

Προϊόντα αντεκτάσεωνΕπεξεργασία

Τα προϊόντα τής αντεκτάσεως στην Ιωνική-Αττική διάλεκτο και στις Αιολικές και ΒΔ. διαλέκτους είναι πάντοτε μακρά φωνήεντα, τα εξής[6]:

  • /ă/ > /ā/, που γράφεται <α>
  • /ĕ/ > /ẹ:/, που γράφεται <ει>[7] (πρόκειται για μακρό κλειστό φωνήεν ή νόθη δίφθογγο, ψευδοδίφθογγο)
  • /ŏ/ > /ọ:/, που γράφεται <ου>[8] (πρόκειται για μακρό κλειστό φωνήεν ή νόθη δίφθογγο, ψευδοδίφθογγο)
  • /ĭ/ > /ī/, που γράφεται <ι>
  • /ŭ/ > /ū/, που γράφεται <υ>

Στην Αρκαδοκυπριακή διάλεκτο και σε τμήματα της Δωρικής διαλέκτου τα προϊόντα είναι τα ίδια με δύο αξιοσημείωτες εξαιρέσεις: τον σχηματισμό μακρών ανοικτών φωνηέντων ως εξής[9]

  • /ĕ/ > /ē/, που γράφεται <η> (π.χ. ἠμί αντί εἰμί)
  • /ŏ/ > /ō/, που γράφεται <ω> (π.χ. βώλομαι αντί βούλομαι)

Στην ιστορική διαδρομή τής Αρχαίας Ελληνικής διακρίνουμε δύο φάσεις λειτουργίας τού εν λόγω νόμου: α) παλαιές (άσιγμες) αντεκτάσεις, β) νεότερες (ένσιγμες) αντεκτάσεις. Αυτές επηρέασαν τις τάξεις των αντεκτάσεων, οι οποίες είναι οι εξής (σε όλες τις ακολουθίες εννοείται ότι προηγείται βραχύ φωνήεν)[10]:

α) ημίφωνο (έρρινο ή υγρό) + συριστικό (και αντιστρόφως)

β) συριστικό + δίγαμμα (F)

γ) συνδυασμός ημιφώνων (λ + ν, έρρινο + ρj, υγρό ή έρρινο + F).

Παλαιές αντεκτάσειςΕπεξεργασία

Ονομάζουμε παλαιές τις αντεκτάσεις που θεωρούμε ότι έλαβαν χώρα πριν από την τροπή > η στην Ιωνική-Αττική διάλεκτο. Το βασικό χαρακτηριστικό τους είναι ότι παράγουν μακρό φωνήεν χωρίς να διατηρούν το συριστικό σ. Το μακρό φωνήεν μπορεί να είναι απλό ή ψευδοδίφθογγος (νόθη δίφθογγος, δηλαδή μακρό κλειστό φωνήεν), ενώ σε ορισμένες διαλέκτους έχουμε αφομοίωση μέσω διπλασιασμού τού υγρού/ερρίνου, η οποία καθιστά τη συλλαβή θέσει μακρά. Σε ορισμένες δωρικές διαλέκτους το προϊόν τής αντέκτασης είναι γνήσια ή κανονική δίφθογγος, ενίοτε δε και μακρό ανοικτό φωνήεν (η ή ω).

Για τις τάξεις (α) και (β) μερικοί μελετητές υποθέτουν ότι, όταν το υγρό/έρρινο ημίφωνο προηγείτο, μεσολάβησε αντιστροφή των φθόγγων τού συμπλέγματος πριν από την απλοποίηση και την αντέκταση (δηλαδή *ns > *sn, *ls > *sl κ.ά.), πράγμα που φαίνεται ότι εξηγεί πληρέστερα την κατοπινή εξέλιξη[11].

Τάξη α: έρρινο + συριστικό / συριστικό + έρρινο[12]

  • *emen-sa (πιθανώς > *emes-na) ἔμεινα (Ιωνική-Αττική), ἔμεννα (Αιολική Θεσσαλίας)
  • *φαFεσ-νός > φαεινός
  • *es-mi > εἰμί (Ιωνική-Αττική), ἔμμι (Αιολική Λέσβου)
  • *σελᾰσ-να (παράγωγο του σέλας, -αος) > σελᾱνα (Δωρική), σελήνη (Ιωνική-Αττική)
  • *om-sos > ὦμος (Ιωνική-Αττική), ὄμμος (Αιολική)
  • *βόλ-σομαι (πιθανώς > *βόσ-λο-μαι) > βούλομαι (Ιωνική-Αττική), βώλομαι (Δωρική Κρήτης)

Τάξη β: συριστικό + δίγαμμα (F) + φωνήεν

  • *τέλεσ-Fος > τέλειος (Ιωνική-Αττική[13]· παράγωγο του αρχ. τέλος, γενική *τέλεσ-ος > *τέλους, με σίγηση του ενδοφωνηεντικού -σ- και συναίρεση εο > ου)
  • *σεσFωθα > εἴωθα «έχω τη συνήθεια», εὔωθα (Αιολική Λέσβου)
  • *νασ-Fός (γενική τού αρχ. ναῦς «πλοίο») > νᾱός / νηός (Ιωνική), νεώς (Αττική, με αντιμεταχώρηση)

Τάξη γ: συνδυασμός ημιφώνων (π.χ. λν, ρj, nj)[14]

  • *βολ-νᾱ > βουλή (Ιωνική-Αττική), βωλά (Αρκαδοκυπριακή)
  • *φθερ-jω > φθείρω (Ιωνική-Αττική), φθήρω (Αρκαδοκυπριακή), φθέρρω (Αιολική Λέσβου)
  • *κτεν-jω > κτείνω «σκοτώνω" (Ιωνική-Αττική), κτήνω (Αρκαδοκυπριακή), κτέννω (Αιολική Λέσβου)
  • *ὀφελ-νω > ὀφείλω (Ιωνική-Αττική), ὀφήλω (Δωρική Κρήτης), ὀφέλλω (Αιολική Λέσβου)

Νεότερες αντεκτάσειςΕπεξεργασία

Ονομάζουμε νεότερες τις αντεκτάσεις που θεωρούμε ότι έλαβαν χώρα μετά την τροπή > η στην Ιωνική-Αττική διάλεκτο. Ως αποτέλεσμα αυτής της σειράς, α) το μακρό , που προκύπτει ενίοτε ως προϊόν, δεν τρέπεται σε η και β) όσες σειρές περιέχουν συριστικό το διατηρούν μετά την αναπληρωτική έκταση (γι' αυτό και αποκαλούνται ένσιγμες αντεκτάσεις)[15]. Όπως προαναφέρθηκε, σε αυτές τις αντεκτάσεις η αυστηρή Δωρική διάλεκτος εμφανίζει νέο μακρό ανοικτό φωνήεν, δηλαδή η και ω, αντί για μακρό κλειστό φωνήεν ή ψευδοδίφθογγο, δηλαδή ει και ου.

Σε αυτή την κατηγορία αντεκτάσεων συναντούμε δύο κύριες ομάδες:

α) Ομάδα τού συριστικού: Φ-n(t)s > μακρό Φ-s.

Η ομάδα αυτή έχει καθορίσει σε μεγάλο βαθμό αρκετούς πτωτικούς τύπους, τόσο ονοματικούς όσο και ρηματικούς. Παραδείγματα:

  • *παντ-yα > *πανσ-σα > πᾶσα
  • *φέροντ-σι > φέρουσι
  • *λυθεντ-ς > λυθείς
  • *δοντ-ς > δούς (μετοχή αορίστου β΄), δώς (αυστηρή δωρική)
  • *τονς > τούς (ιωνική-αττική), τώς (δωρική)
  • *θεντ-ς > θείς (μετοχή αορίστου β΄), θής (αυστηρή δωρική)

(ενότητα ημιτελής, υπό επεξεργασία)

ΛατινικήΕπεξεργασία

Η αντέκταση συναντάται στη Λατινική σε παρόμοιο φωνητικό περιβάλλον με την Αρχαία Ελληνική, αν και πιο περιορισμένα, εξαιτίας τής μικρότερης ποικιλίας μακρών φωνηέντων. Συγκεκριμένα, παρατηρείται έκταση του βραχέος φωνήεντος στις εξής περιπτώσεις[16]:

α) προ των συμπλεγμάτων *sd, *sm, *sn, *sl, *sv και αφού σιγηθεί το s με απλοποίηση.

  • *pris-mus > prīmus «πρώτος»
  • *jus-dix > jūdex «δικαστής»
  • *-ans, *-ons, *-ins, *-uns, *-ens > -ās, -ōs, -īs, -ūs, -ēs (αιτιατικές πληθυντικού των ουσιαστικών), π.χ. *terrans > terrās (terra «γη»), *hortons > hortōs (hortus «κήπος»)

Η απλοποίηση και ακολούθως αντέκταση συναντάται επίσης σε συνθετότερα συμπλέγματα, που αποτελούνται από περισσότερα σύμφωνα, π.χ. *lux-na (-ksn) > lūna «σελήνη»[17].

(ενότητα ημιτελής, υπό επεξεργασία)

Η αντέκταση σε άλλες γλώσσεςΕπεξεργασία

Αν και οι επί μέρους συνθήκες διαφέρουν, η αναπληρωτική έκταση συναντάται σε διάφορες γλώσσες με κοινό παρονομαστή την επιμήκυνση του βραχέος φωνήεντος που προηγείται του συμφωνικού συμπλέγματος.

Στην Αγγλική γλώσσα συναντούμε αντεκτάσεις σε συμφωνικό σύμπλεγμα έρρινο + τριβόμενο (κληρονομημένο από την Αρχαία Γερμανική γλώσσα), οπότε κατά την απώλεια του ερρίνου το προηγούμενο φωνήεν εκτάθηκε σε μακρό. Παραδείγματα:

  • Π.Γ. (πρωτογερμανικό) *tonþ > Π.Α. (παλαιοαγγλικό) tōþ > αγγλ. tooth «δόντι» (πβ. το ομόρριζο γερμ. Zahn, όπου το έρρινο έχει διατηρηθεί)
  • Π.Γ. *gans > Π.Α. gōs > αγγλ. goose «χήνα» (πβ. το ομόρριζο γερμ. Gans, που διατηρεί την πρωτογερμανική δομή)

Στη Γαλλική γλώσσα το φαινόμενο της αντέκτασης υπήρξε συχνό χαρακτηριστικό τής Παλαιάς Γαλλικής. Συνήθης ήταν η τροπή τού συμφωνικού συμπλέγματος [es] σε [ē], δηλαδή η σίγηση του [s] αναπληρωνόταν από την έκταση του [e], σε αυτές δε τις περιπτώσεις οι κανόνες τής γαλλικής ορθογραφίας υπαγορεύουν τη χρήση τής περισπωμένης (ʌ) πάνω από το φωνήεν ως ένδειξη της μακρότητας:

  • Π.Γ. (παλαιογαλλικό) beste > γαλλ. bête «θηρίο»
  • Π.Γ. feste > γαλλ. fête «εορτή»
  • Π.Γ. maistre > γαλλ. maître «κύριος, δάσκαλος»

Ας σημειωθεί, ωστόσο, ότι στη σύγχρονη Γαλλική τα φωνήεντα αυτά σπανίως προφέρονται πλέον με τρόπο αισθητά μακρό, με αποτέλεσμα να μην είναι κατά κανόνα φανερή η διαφορά μεταξύ των λέξεων π.χ. maître «κύριος, δάσκαλος» και mettre «βάζω, θέτω», τα οποία ακούονται ως εξίσου βραχέα φωνήεντα. Αυτό έχει μεταξύ άλλων οδηγήσει σε πρόσφατη πρόταση της Γαλλικής Ακαδημίας για απάλειψη της περισπωμένης από τις λέξεις που προέκυψαν μέσω αντέκτασης[18].

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. L. Campbell 2004:37· L. Trask 2007:80.
  2. Ε. Καραντζόλα & Α. Φλιάτουρας, 2004:60.
  3. Ε. Σκάσσης 1972-5:483).
  4. Γ. Μπαμπινιώτης 1985: 118-120.
  5. G. Horrocks 2006: 75.
  6. Ι. Σταματάκος 1949: 71, 72.
  7. Στο προευκλείδειο αλφάβητο γράφεται απλώς E, το οποίο διακρίνεται από τη γνήσια δίφθογγο EI. Βλ. W. Allen 19873: 94.
  8. Στο προευκλείδειο αλφάβητο γράφεται απλώς Ο, το οποίο διακρίνεται από τη γνήσια δίφθογγο ΟΥ. Βλ. W. Allen 19873: 99.
  9. Γ. Μπαμπινιώτης 1985: 120.
  10. Γ. Χατζιδάκις 1924: 326 κ.εξ.
  11. M. Lejeune 1972: 129.
  12. A. Meillet & J. Vendryes 19482: 51-52.
  13. Στη δωρική διάλεκτο της Κρήτης το προϊόν τής αντεκτάσεως είναι εδώ μακρό ανοικτό φωνήεν: τέληος.
  14. Χ. Συμεωνίδης 1985: 65-66· Γ. Κουρμούλης 1955:72.
  15. Γ. Μπαμπινιώτης 1985:124-6.
  16. Ε. Σκάσσης, 1969:46-48.
  17. Ν. Κονομής, 2003:128.
  18. L. Trask, 2007: 80-81.

Βιβλιογραφία & ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Allen W.S., 19873: Vox Graeca: A guide to the pronunciation of classical Greek. Cambridge: CUP (μτφρ. Μ. Καράλη & Γ. Παράσογλου, Θεσσαλονίκη 2000: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών)
  • Horrocks G., 1997: Greek: a history of the language and its speakers. London: Longman (μτφρ. Μ. Σταύρου & Μ. Τζεβελέκου: Ελληνικά: Ιστορία τής γλώσσας και των ομιλητών της. Αθήνα 2006: Εστία)
  • Κονομής Ν., 20034: Από την ιστορία τής Λατινικής γλώσσας. Αθήνα: Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων
  • Κουρμούλης Γ., 1955: Ελληνική γραμματική. Μέρος Α΄ : Φωνητική. Αθήναι: Ποταμίτης
  • Lejeune M., 1972: Phonétique historique du mycénien et du grec ancien. Paris: Klincksieck
  • Meillet A. & Vendryes J., 19482: Traité de grammaire comparée des langues classiques. Paris: Honoré Champion
  • Μπαμπινιώτης Γ., 1985: Ιστορική Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. Ι. Φωνολογία. Αθήνα
  • Sihler A., 1995: New comparative grammar of Greek and Latin. Oxford: OUP (μτφρ. Δ. Καραθανάσης, Αθήνα 2009: Παπαδήμας)
  • Σκάσσης Ε., 1969/1972-5: Ιστορική Γραμματική τής Λατινικής γλώσσης. Εν Αθήναις
  • Σταματάκος Ι., 1949: Ιστορική Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής κατά τα πορίσματα της συγκριτικής γλωσσολογίας. Αθήνα: Φοίνιξ
  • Συμεωνίδης Χ., 1985: Ιστορική Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής. Ι. Φωνητική. Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη
  • Trask L., 20072: Historical Linguistics. London: Hodder Arnold
  • Χατζιδάκις Γ., 19242: Ακαδημεικά αναγνώσματα εις την ελληνικήν και λατινικήν γραμματικήν. τόμ. 1. Αθήνα: Βιβλιοθήκη Μαρασλή