Άνοιγμα κυρίου μενού

Η γκαζόζα, παλαιότερα και γκαζόζ (από το ιταλ. gazzosa.[1], gassosa), είναι αεριούχο αναψυκτικό που πίνεται κυρίως σαν χωνευτικό, ή σε κοκτέιλ ποτών. Η γκαζόζα σε ορισμένες χώρες θεωρείται ξεχωριστό ποτό, ενώ σε άλλες ταυτίζεται με τη λεμονάδα.

Προέλευση - παρασκευήΕπεξεργασία

Η γκαζόζα πρωτοπαρασκευάστηκε στην Ιταλία το 1889. Μια από τις πρώτες εταιρείες που έφτιαξαν γκαζόζα ήταν η Abbondio, στην πόλη Τορτόνε του Πεδεμοντίου.[2] Στην Ελλάδα παρασκευάζεται από τα ίδια συστατικά σχεδόν με τη λεμονάδα και η μόνη τους διαφορά είναι στις χαρακτηριστικές φυσαλίδες της γκαζόζας. Είναι διάφανο ποτό, με αρκετές παραλλαγές, που φτιάχνεται βιομηχανικά με νερό, με την προσθήκη ανθρακικού —που δημιουργεί τις χαρακτηριστικές φυσαλίδες—, συνήθως χυμό λεμονιού, κιτρικό οξύ, διάφορα αρωματικά κ.λπ.[3]

Η γκαζόζα μπορεί να παρασκευαστεί και στο σπίτι, με συστατικά το νερό, το λεμόνι, τη ζάχαρη, τη μέντα και φρούτα, μέσα από μια διαδικασία βρασίματος.[4] Μπορεί να αποκτήσει διάφορες γεύσεις.

Άλλες χρήσειςΕπεξεργασία

Πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σε κάποιες περιοχές θεωρούσαν ότι η γκαζόζα είχε ιατρικές ιδιότητες[5] και πωλείτο από πλανόδιους μικροπωλητές που την παρασκεύαζαν μόνοι τους.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. «Γκαζόζα». Λεξικό της κοινής νεοελληνικής. Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα. Ανακτήθηκε στις 13 Μαρτίου 2016. 
  2. «Tortona beve la Gazzosa Abbondio» (στα Ιταλικά). Τortona oggi. 1 Σεπτεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 13 Μαρτίου 2016. 
  3. «Περιγραφή προϊόντων: Bizz Γκαζόζα» (PDF). Μπίλλια. Ανακτήθηκε στις 13 Μαρτίου 2013. [νεκρός σύνδεσμος]
  4. «Gazzosa: la ricetta per preparare la gazzosa» (στα Ιταλικά). Gustissimo. Ανακτήθηκε στις 13 Μαρτίου 2013.  Παρόμοια, χωρίς τη μέντα, είναι και η συνταγή της «λεμονάδας» του Νικ. Τσελεμεντέ, βλ. Ο αυθεντικός Τσελεμεντές, τ.Β΄, Αθήνα: Εκδόσεις Μανιατέα, 1989 [11985]. Η εκ των υστέρων προαιρετική προσθήκη σόδας, δίνει τις φυσαλλίδες.
  5. Δημήτρης Χαροντάκης (28 Σεπτεμβρίου 2009). «Ο μύθος της χανιώτικης γκαζόζας». Το Βήμα. Ανακτήθηκε στις 13 Μαρτίου 2016.