Άνοιγμα κυρίου μενού

Διάταγμα για την προστασία του Λαού και του Κράτους

Νομοθετικό διάταγμα της 28ης Φεβρουαρίου 1933 της κυβέρνησης του Αδόλφου Χίτλερ
(Ανακατεύθυνση από Διάταγμα του εμπρησμού του Ράιχσταγκ)
Το διάταγμα δημοσιευμένο στην «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» την 28η Φεβρουαρίου 1933

Το «Διάταγμα του Προέδρου του Ράιχ για την προστασία του Λαού και του Κράτους», - ( "Verordnung des Reichspräsidenten zum Schutz von Volk und Staat" ) ή όπως έχει επικρατήσει να λέγεται, «Διάταγμα του εμπρησμού του Ράιχσταγκ» - ( "Reichstagsbrandverordnung" ) υπήρξε ένα καθοριστικής σημασίας διάταγμα της Ναζιστικής Γερμανίας που εκδόθηκε από τον πρόεδρο της χώρας, Πάουλ φον Χίντενμπουργκ κατ' απαίτηση του Αδόλφου Χίτλερ, την επόμενη ημέρα, (28 Φεβρουαρίου 1933) του εμπρησμού του γερμανικού Κοινοβουλίου (Ράιχσταγκ).
Το διάταγμα - επικαλούμενο επιβουλή κατά του πολιτεύματος - ανέστειλε προσωρινά την ισχύ σημαντικών άρθρων του Συντάγματος και περιέστειλε τις ατομικές ελευθερίες.
Το διάταγμα - που αν και προσωρινής ισχύος δεν ανακλήθηκε ποτέ κατά την διάρκεια της διακυβέρνησης του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, - μαζί με τον «Εξουσιοδοτικό Νόμο» του Αδόλφου Χίτλερ της 23ης Μαρτίου 1933 να δρα χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του Κοινοβουλίου, - υπήρξαν οι πυλώνες που θεμελίωσαν μια άνευ προηγουμένου καταστρατήγηση ελευθεριών και ελέγχου του πληθυσμού, καθώς και την μετατροπή του πολιτεύματος σε δικτατορικό.
Σύμφωνα με τον πολιτειολόγο Έρνστ Φράνκελ (en:Ernst Fraenkel), το διάταγμα αυτό υπήρξε «η συντακτική πράξη του Γ' Ράιχ» [1]

Ιστορικό πλαίσιοΕπεξεργασία

Το Αρθρο 48 του Συντάγματος -βάσει του οποίου κινήθηκαν όλες οι συνταγματικές εκτροπές της Γερμανίας του τέλους της περιόδου της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης έγραφε μεταξύ άλλων:

Εάν η δημόσια ασφάλεια και τάξη διαταράσσονται ή απειλούνται σοβαρά στο γερμανικό Ράιχ, ο Πρόεδρος του Ράιχ μπορεί να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την αποκατάστασή τους, παρεμβαίνοντας, εάν χρειαστεί, με τη βοήθεια των ενόπλων δυνάμεων. Για το σκοπό αυτό, μπορεί να αναστέλλει για κάποιο διάστημα, εν όλω ή εν μέρει, τα θεμελιώδη δικαιώματα που προβλέπονται στα άρθρα 114, 115, 117, 118, 123, 124 και 153. en:Article 48 (Weimar Constitution)

Ο φόβος της κομμουνιστικής εξέγερσης, ήδη ορατός για τους εθνικιστές εδώ και αρκετά χρόνια, υπήρξε το όχημα για μια αυταρχικοποίηση της γερμανικής κοινωνίας.
Ήδη από τον προκάτοχο του Χίτλερ στην Καγκελαρία, Κουρτ φον Σλάιχερ, είχε υπάρξει κατά την διάρκεια του ραδιοφωνικού του διαγγέλματος της 15ης Δεκεμβρίου 1932, η προειδοποίηση γα την λήψη έκτακτων μέτρων και την εφαρμογή αυστηρών νόμων προκειμένου να τιθασευτούν τα ταραχοποιά στοιχεία και οι διαμαρτυρίες των κομμουνιστών.[2]

Με την άνοδο στην εξουσία του Αδόλφου Χίτλερ, ένα από τα πρώτα πράγματα που έσπευσε να κάνει η κυβέρνησή του, ήταν η ετοιμασία ενός διατάγματος που θα περιόριζε την ελευθερία του Τύπου καθώς και την ελευθερία «του συνέρχεσθαι», περιορισμοί που επιβάλλονταν ενόψει των εκλογών, της 5ης Μαρτίου 1933. Πράγματι, ο φον Χίντενμπουργκ υπέγραψε στις 4 Φεβρουαρίου 1933 το «Διάταγμα του Προέδρου του Ράιχ για την προστασία του Γερμανικού Λαού» (Verordnung des Reichspräsidenten zum Schutze des Deutschen Volkes). Το διάταγμα προσπαθούσε να ελέγξει τις πολιτικές συγκεντρώσεις, αναθέτοντας στην Αστυνομία την επιτήρησή τους αλλά και την δυνατότητα ακύρωσής τους για λόγους δημόσιας ασφάλειας. Επίσης, περιόριζε την διανομή προεκλογικών κομματικών φυλλαδίων και επέτρεπε την κατάσχεσή τους από την Αστυνομία αν έθεταν σε κίνδυνο την δημόσια ασφάλεια. Οι εφημερίδες υπόκεινταν σε απαγορεύσεις σχετικά με το είδος των άρθρων που θα φιλοξενούσαν στις σελίδες τους (απαγορεύονταν άρθρα που υποκινούσαν σε διασάλευση της έννομης τάξης) και τιμωρούσε με ποινές φυλάκισης αυτούς που θα αψηφούσαν το διάταγμα.[3]

Ωστόσο, μετά την φωτιά που κατέστρεψε το γερμανικό κοινοβούλιο, στις 27 Φεβρουαρίου του 1933, η οποία, - όπως η γερμανική Αστυνομία και η γερμανική κυβέρνηση επέμειναν - ήταν έργο οργανωμένο από το Κομμουνιστικό κόμμα και εκτελεσμένο από τον νεαρό Ολλανδό κομμουνιστή, Μαρίνους βαν ντερ Λούμπε, ο φον Χίντεμπουργκ υπέγραψε, προκειμένου να προλάβουν, όπως ισχυρίζονταν μια κομμουνιστική επανάσταση, το «Διάταγμα για την προστασία του Λαού και του Κράτους». Με αυτό το διάταγμα, η κυβέρνηση απέκτησε την νομιμοφανή βάση που χρειαζόταν για να προχωρήσει σε χιλιάδες συλλήψεις κομμουνιστών και σοσιαλδημοκρατών αλλά και γενικά ανθρώπων που δεν ασπάζονταν την κυρίαρχη ιδεολογία.
Το Διάταγμα αυτό, που συντάχτηκε επικαλούμενο το άρθρο 48 του υπάρχοντος Συντάγματος δεν ήταν η πρώτη φορά που τέθηκε σε ισχύ. Ήδη από τις 20 Ιουλίου του 1932, όταν ο Φραντς φον Πάπεν έκανε το γερμανικά ονομαζόμενο "Preußenschlag"Πραξικόπημα της Πρωσίας») εξέδωσε και κυβέρνησε το ομόσπονδο κρατίδιο της Πρωσίας, με ένα παρόμοιο διάταγμα που υπέγραψε και τότε ο πρόεδρος του Ράιχ, φον Χίντενμπουργκ. [4] Σημαντική και ουσιώδης διαφορά μεταξύ των δύο διαταγμάτων ήταν ότι στο μεν πρώτο η ανάθεση των ενεργειών για την επαναφορά της ειρήνης ανατέθηκε στον στρατό, ενώ τώρα, το κυβερνητικό κόμμα ανέλαβε την επιτήρηση και την επιβολή της τάξης, αρχίζοντας έτσι την μονοκρατορία του Ναζιστικού κόμματος, και την Ναζιστικοποίηση της γερμανικής κοινωνίας,

 
Προεκλογική αφίσα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας για τις ομοσπονδιακές εκλογές του Νοεμβρίου του 1932 με σλόγκαν: «Να βάλουμε τέλος σ' αυτό το σύστημα»

Η κυβέρνηση αμέσως μετά τον εμπρησμό έβγαλε τα δικά της συμπεράσματα για αυτήν την επίθεση:«Ο εμπρησμός του Κοινοβουλίου δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το σινιάλο μιας αιματηρής εξέγερσης και έναρξης εμφυλίου πολέμου. Μεγάλης έκτασης λεηλασία στο Βερολίνο, είχε οργανωθεί για να αρχίσει στις 4 τα ξημερώματα της Τρίτης (ο εμπρησμός έγινε το βράδυ της Δευτέρας). Ήταν ήδη αποφασισμένο να αρχίσουν από σήμερα σε όλη την Γερμανία τρομοκρατικές πράξεις εναντίον ανθρώπων και περιουσιών προκειμένου να ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος»'[5]
Με βάση αυτήν την γραμμή σκέψης αμέσως άρχισαν αθρόες συλλήψεις κομμουνιστών σε όλη τη Γερμανία, ενώ η κυβέρνηση αποφάσιζε την νομοθετική κάλυψη των ενεργειών αυτών. Στη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε τα ξημερώματα της Τρίτης υπό την προεδρία του Χέρμαν Γκαίρινγκ, ο Ludwig Grauert, αρχηγός της Αστυνομίας του ομόσπονδου κρατιδίου της Πρωσίας, πρότεινε την έκδοση διατάγματος βασισμένο στο άρθρο 48 του Συντάγματος. Με το διάταγμα θα μπορούσαν να αναλάβουν δράση χωρίς την έγκριση του Κοινοβουλίου - αφού είχε διαλυθεί προκειμένου να γίνουν οι εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933 - αλλά με μόνη την έγκριση του Προέδρου του Ράιχ.

Το κείμενοΕπεξεργασία

 
Το τελευταίο τεύχος της εφημερίδας "Das Andere Deutschland", (11 Μαρτίου 1933) όπου αναγράφεται η αναστολή της έκδοσής της για ένα διάστημα τριών μηνών, βάση του «Διατάγματος για την προστασία του Λαού και του Κράτους», § 1. Η εφημερίδα δεν κυκλοφόρησε ποτέ ξανά.

Διάταγμα του Προέδρου του Ράιχ για την προστασία του λαού και του κράτους
της 28ης Φεβρουαρίου 1933:
Βάσει του άρθρου 48, παράγραφος 2, του γερμανικού Συντάγματος, διακηρύσσονται τα ακόλουθα ως αμυντικά μέτρα κατά των κομμουνιστικών πράξεων βίας που θέτουν σε κίνδυνο το κράτος:

§ 1 Τα άρθρα 114, 115, 117, 118, 123, 124 και 153 του Συντάγματος του Γερμανικού Ράιχ αναστέλλονται μέχρι την επόμενη ειδοποίηση. Έτσι, οι περιορισμοί στην προσωπική ελευθερία, στο δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης της γνώμης, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας του Τύπου, στο δικαίωμα του συνέρχεσθαι και του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, καθώς και στις παραβιάσεις της ιδιωτικής ζωής των ταχυδρομικών, τηλεγραφικών και τηλεφωνικών επικοινωνιών, οι οικιακές έρευνες, οι διαταγές κατάσχεσης καθώς και οι περιορισμοί στην ιδιοκτησία επιτρέπονται πέρα από τα προβλεπόμενα νόμιμα όρια.

§ 2 Εάν κάποιο κρατίδιο δεν λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την αποκατάσταση της δημόσιας ασφάλειας και τάξης, η κυβέρνηση του Ράιχ μπορεί προσωρινά να αναλάβει τις εξουσίες της ανώτατης κρατικής εξουσίας.

§ 3 Οι κρατικές και οι τοπικές αρχές πρέπει να τηρούν τις εντολές που έχει εκδώσει η κυβέρνηση του Ράιχ με βάση την παράγραφο 2.

§ 4 Όποιος προκαλεί, απευθύνει έκκληση ή υποκινεί την ανυπακοή των εντολών που δόθηκαν από τις ανώτατες κρατικές αρχές ή τις αρχές που υπόκεινται στην εκτέλεση του παρόντος διατάγματος ή τις εντολές που δόθηκαν από την κυβέρνηση του Ράιχ σύμφωνα με την παράγραφο 2 μπορεί να τιμωρηθεί - εφόσον η πράξη δεν καλύπτεται από άλλα διατάγματα με πιο αυστηρές ποινές - με φυλάκιση τουλάχιστον ενός μηνός ή με χρηματική ποινή από 150 έως 15.000 ράιχμαρκς.


Όποιος θέτει σε κίνδυνο την ανθρώπινη ζωή παραβιάζοντας την παράγραφο 1, τιμωρείται με ποινή σε σωφρονιστικό ίδρυμα: υπό ελαφρυντικές περιστάσεις με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και, όταν η παραβίαση προκαλεί το θάνατο ενός προσώπου, με θάνατο. Επιπλέον, η ποινή μπορεί να περιλαμβάνει την κατάσχεση περιουσίας.

Όποιος προκαλεί ή υποκινεί πράξη αντίθετη προς την ευημερία των πολιτών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης, υπό ελαφρυντικές περιστάσεις, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

§ 5 Τα εγκλήματα τα οποία σύμφωνα με τον ποινικό κώδικα τιμωρούνται με ισόβια δεσμά σε ένα σωφρονιστικό ίδρυμα, από εδώ και στο εξής τιμωρούνται με την θανατική ποινή: δηλαδή τα εγκλήματα της προδοσίας κατά του Κράτους, της δηλητηρίασης, του εμπρησμού, της έκρηξης (βομβιστικές επιθέσεις), της πρόκλησης πλημμύρας, της ζημίας στους σιδηροδρόμους, και της απειλής της δημόσιας υγείας μέσω γενικευμένης δηλητηρίασης.

Εφόσον δεν έχει προβλεφθεί προηγουμένως μια αυστηρότερη τιμωρία, τιμωρούνται με θάνατο ή με φυλάκιση κατά τη διάρκεια της ζωής ή με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη:
1. Οποιοσδήποτε αναλαμβάνει να σκοτώσει τον πρόεδρο του Ράιχ ή ένα μέλος ή έναν επίτροπο της κυβέρνησης του Ράιχ ή μιας κρατικής κυβέρνησης ή προκαλεί μια τέτοια δολοφονία ή συμφωνεί να το οργανώσει ή δέχεται μια τέτοια προσφορά ή συνωμοτεί με έναν άλλο για τέτοια μια δολοφονία.
2. Οποιοσδήποτε, σύμφωνα με το άρθρο 115, παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα (σοβαρές ταραχές) ή του άρθρου 125, παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα (σοβαρές διαταραχές της ειρήνης), διαπράττει τις πράξεις αυτές με όπλα ή συνεργάζεται συνειδητά και εκ προθέσεως ένοπλου προσώπου ·
3. Όποιος διαπράττει απαγωγή σύμφωνα με το άρθρο 239 του Ποινικού Κώδικα με σκοπό να χρησιμοποιήσει τον απαχθέντα ως ομήρο στον πολιτικό αγώνα.

§ 6

Το διάταγμα αυτό τίθεται σε ισχύ την ημέρα της έκδοσής του. [6]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. ...Fraenkel begriff in seiner Studie die Reichstagsbrandverordnung vom 28. Februar 1933 als „Verfassungsurkunde des Dritten Reiches“. https://de.wikipedia.org/wiki/Der_Doppelstaat
  2. "... Ich möchte aber auch die staatsfeindliche kommunistische Bewegung nicht im Zweifel darüber lassen, dass die Reichsregierung auch vor drakonischen Ausnahme-Bestimmungen gegen die kommunistische Partei nicht zurückschrecken wird, falls sie die Lockerung der Zügel zur vermehrten Verhetzung der Bevölkerung missbrauchen sollte..." Nr. 25 Rundfunkrede des Reichskanzlers vom 15. Dezember 1932. http://www.bundesarchiv.de/aktenreichskanzlei/1919-1933/01a/vsc/vsc1p/kap1_2/para2_25.html
  3. Ολόκληρο το διάταγμα στο http://www.documentarchiv.de/ns/schutz-dt-vlk.html
  4. Der Text der Verordnung folgte dem bereits zu Beginn der Weimarer Republik entwickelten Muster der Notverordnungen des Reichspräsidenten für den Ausnahmezustand,[3] das auch später immer wieder zur Anwendung kam,[4] zuletzt, nun jedoch bereits unter dem bloßen Vorwand der Störung von Sicherheit und Ordnung, aus Anlass des Preußenschlages am 20. Juli 1932.[5] Wesentliche Neuerung der Reichstagsbrandverordnung war jedoch, dass nun die Gewalt nicht auf das Militär übertragen wurde, sondern bei der Reichsregierung blieb bzw. ihr, was Landeszuständigkeiten betraf, zusätzlich übertragen wurde. de:Verordnung des Reichspräsidenten zum Schutz von Volk und Staat
  5. Joachim C. Fest: " Hitler" , 1974, εκδ. "Harcourt Brace Jovanovich", σελ. 397
  6. http://ghdi.ghi-dc.org/sub_document.cfm?document_id=2325 το κείμενο μεταφράστηκε αυτόματα