Άνοιγμα κυρίου μενού

Δούκας

τίτλος ευγένειας Ευρωπαϊκών χωρών, ο οποίος παλαιότερα, στη Βυζαντινή αυτοκρατορία αφορούσε στρατιωτικό διοικητή περιοχής
Αυτό το λήμμα αφορά τον τίτλο ευγενείας του δούκα. Για την αρχαιορωμαϊκή και τις συναφείς με αυτήν παλαιότερες χρήσεις του όρου, δείτε: Δουξ.
Έργο που απεικονίζει το δούκα του Πφαλτς-Ζίμερ-Ζβάυμπρυκεν, Στέφαν

Ο δούκας (γερμανικά: Ηerzog, θηλ. Ηerzogin· αγγλικά: Duke, θηλ. Duchess· γαλλικά: duc, θηλ. duchesse‎) είναι τίτλος ευγενείας καθώς και στρατιωτικός τίτλος, προερχόμενος από την λατινική λέξη dux, που σημαίνει τον στρατιωτικό διοικητή.

Στην ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία καθώς και στο Βυζάντιο, συνέχισε να σημαίνει τον περιφερειακό στρατιωτικό διοικητή. Ιδιαίτερα στο Βυζάντιο, δινόταν κατά τον 10ο και 11ο αιώνα σε διοικητές ευρύτερων περιφερειών που περιλάμβαναν πολλά θέματα και όπου στρατωνίζονταν τα επαγγελματικά τάγματα.

Στη μεσαιωνική Δυτική Ευρώπη, εξελίχτηκε σε τίτλο που έφεραν τοπικοί άρχοντες επικεφαλής μειζόνων περιοχών, συχνά με φυλετική βάση, λ.χ. τα Stammesherzogtümer της πρώιμης Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αν και θεωρητικά υποτελείς σε κάποιον μονάρχη, πολλοί δούκες δρούσαν ως αυτόνομοι ηγεμόνες. Μετά το τέλος της φεουδαρχίας, σε γενικό τίτλο ευγενείας χωρίς εδαφικό ρόλο.

Παραλλαγές του τίτλου ήταν ο Αρχιδούκας (γερμ. Erzherzog) που υιοθετήθηκε από τα μέλη του οίκου των Αψβούργων, και ο Μέγας Δούκας (γερμ. Grossfürst, ρωσ. великий князь), τίτλος ανώτερος του Δούκα που χρησιμοποιήθηκε κυρίως στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Στο Βυζάντιο, ο Μέγας Δουξ ήταν ο επικεφαλής του στόλου από τον ύστερο 11ο αιώνα.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία


Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία