Άνοιγμα κυρίου μενού

Εθνικές γαίες

τα κτήματα που ανήκαν στο οθωμανικό κράτος και πέρασαν στην κυριότητα του ελληνικού κράτους μετά τη δημιουργία / επέκταση του ελληνικού κρ�τους

Στην ελληνική βιβλιογραφία εθνικές γαίες ή εθνικά κτήματα ονομάζονται τα κτήματα που ανήκαν στο οθωμανικό κράτος και πέρασαν στην κυριότητα του ελληνικού κράτους μετά την Επανάσταση του 1821.

ΙστορίαΕπεξεργασία

Η γη πέρασε κάτω από τον έλεγχο της επαναστατικής κυβέρνησης στις περιοχές που απελευθερώνονταν από τους Οθωμανούς, αλλά δεν διανεμήθηκε στους ακτήμονες γεωργούς, επειδή μπήκε ως υποθήκη για τα δάνεια που είχαν συναφθεί με αγγλικές τράπεζες την περίοδο 1824-1825 από τις επαναστατικές κυβερνήσεις. Εξαίρεση αποτελούν οι γαίες της ανατολικής Στερεάς Ελλάδας και της Εύβοιας, οι οποίες δεν απελευθερώθηκαν από τις στρατιωτικές δυνάμεις της Επανάστασης και η ιδιοκτησία τους πέρασε σε πλούσιους Έλληνες του εξωτερικού που τις αγόρασαν από τους οθωμανούς ιδιοκτήτες τους έναντι χρηματικού τιμήματος. Έτσι δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα μεγάλη αγροτική ιδιοκτησία που δεν καταλάμβανε πάντως περισσότερο από το 5% του συνόλου των εδαφών.[1][2]

Μετά την απελευθέρωση η γη δεν διανεμήθηκε στους αγρότες και στους παλαιούς πολεμιστές ούτε από τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ούτε από τους Βαυαρούς την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα. Η δικαιολογία ήταν πως η γη είχε υποθηκευθεί ως εγγύηση για τα δάνεια της Επανάστασης[3], αλλά και εξαιτίας της έλλειψης κτηματολογίου, αλλά στην πραγματικότητα οι κυβερνήσεις φοβούνταν τη συγκέντρωση της γης στα χέρια λίγων οικογενειών και τη δημιουργία μίας γαιοκτητικής ολιγαρχίας, ενώ η υπόσχεση της διανομής της προς τους χωρικούς λειτουργούσε ως κίνητρο για στήριξη της κεντρικής κυβέρνησης, την ίδια ώρα που η γη είχε καταπατηθεί από αυτούς και καλλιεργείτο λάθρα.[4]

Το 1871 έγινε για πρώτη φορά η διανομή μέρους των εθνικών γαιών στους ακτήμονες στο πλαίσιο της πρώτης αγροτικής μεταρρύθμισης από την κυβέρνηση Κουμουνδούρου επί βασιλείας Γεωργίου Α'. Ένας πιθανός λόγος που το ελληνικό κράτος προχώρησε στην διανομή της γης οφείλεται και στην πτώση των εισπράξεων από το φόρο επικαρπίας που επιβαλλόταν στους αγρότες που υποτίθεται πως μίσθωναν την κρατική γη. Η αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος θα ωφελούσε τα δημοσιονομικά του κράτους, αφού θα εισέπραττε χρήματα άμεσα από την πώληση και επιπλέον θα εισέπραττε πιό υψηλούς φόρους από την αύξηση της αγροτικής παραγωγής[3]. Ταυτόχρονα, η μεγάλη επέκταση της σταφιδοκαλλιέργειας καθιστούσε αναγκαία την αλλαγή του νομικού καθεστώτος της γης για να ωφεληθούν όλοι οι συντελεστές της παραγωγής, οι σταφιδοπαραγωγοί, οι έμποροι που την εξήγαγαν στις αγορές του εξωτερικού, το δημόσιο ταμείο[5].

Το 1881 ενσωματώθηκε η Θεσσαλία στο ελληνικό κράτος, αλλά το ελληνικό κράτος δεν μοίρασε τη γη στους κολίγους καλλιεργητές που τη διεκδικούσαν από τους Έλληνες μεγαλογαιοκτήμονες και σεβάστηκε τους τίτλους ιδιοκτησίας που οι τελευταίοι απόκτησαν από τους προηγούμενους οθωμανούς τσιφλικάδες[6]. Η απόκτηση των τίτλων έγινε διαμέσου του χρηματιστηρίου αξιών της Κωνσταντινούπολης και οι ελληνικές κυβερνήσεις την αποδέχθηκαν, επειδή πίστευαν πως η Θεσσαλία θα μπορούσε να μετατραπεί σε "σιτοβολώνα" της χώρας και έτσι να λυθεί το επισιτιστικό πρόβλημα της χώρας, ενώ επιθυμούσαν να προσελκύσουν στη χώρα και τα κεφάλαια των πλούσιων ομογενών του εξωτερικού[7].

Από το 1881 ουσιαστικά στην Ελλάδα ισχύει το καθεστώς της μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας που συνυπάρχει με τη μεγάλη γαιοκτησία της Θεσσαλίας. Μόνο μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913) και την απελευθέρωση της Μακεδονίας, αλλά και τη Μικρασιατική Καταστροφή στη συνέχεια, προχώρησε το ελληνικό κράτος στη δεύτερη μεγάλη αγροτική μεταρρύθμιση καταργώντας τη μεγάλη ιδιοκτησία στη γη[8] και επιβεβαιώνοντας την κυριαρχία του μικρού αγροτικού κλήρου στον πρωτογενή τομέα της οικονομίας και πραγματοποιείται η οριστική επίλυση του αγροτικού ζητήματος και των εθνικών γαιών.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Κρεμμυδάς, Βασίλης (1999). Εισαγωγή στη Νεοελληνική Οικονομική Ιστορία (18ος-20ος αιώνας). Αθήνα: Τυπωθήτω Γιώργος Δαρδανός, σελ. 45-49. ISBN 960-7643-92-5. 
  2. Τσουκαλάς, Κωνσταντίνος (1992 (στ' έκδοση)). Εξάρτηση και Αναπαραγωγή: Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922). Αθήνα: Θεμέλιο, σελ. 80-84. ISBN 960-310-037-4. 
  3. 3,0 3,1 Σακελλαρόπουλος, Θεόδωρος (1993). Nεοελληνική Κοινωνία: Ιστορικές και Κριτικές Προσεγγίσεις. Αθήνα: Κριτική, σελ. 70-71. ISBN 960-218-075-07. 
  4. Δερτιλής, Γ.Β. (2005 (Δεύτερη Έκδοση)). Ιστορία του Ελληνικού Κράτους 1830-1920 (Α' Τόμος). Αθήνα: Εστία, σελ. 151-155. ISBN 960-05-1187-Χ. 
  5. Για την "σταφιδική κρίση" βλ. Χρήστος Μούλιας, "Η σταφιδική κρίση και οι συνέπειές της", Η Αυγή, 31 Ιουλίου 2013 και Καίτη Αρώνη-Τσιχλή, "Ο πόλεμος της σταφίδας. Πώς η Ελλάδα του 1899 περίμενε τον 20ό αιώνα", Το Βήμα, 18/04/1999.
  6. Κρεμμυδάς, Βασίλης (1999). Εισαγωγή στη Νεοελληνική Οικονομική Ιστορία (18ος-20ος αιώνας). Αθήνα: Τυπωθήτω Γιώργος δαρδανός, σελ. 73. ISBN 960-7643-92-5. 
  7. βλ. Κωνσταντίνος Λινάρδος, "Το συνέδριο του Βερολίνου και η ενσωμάτωση Θεσσαλίας και Άρτας στο Ελληνικό κράτος (1878-1881)", istorikathemata.com. 27 Δεκεμβρίου 2012.
  8. Μαυρογορδάτος, Γεώργιος (2003). "Μεταξύ δύο πολέμων, πολιτική ιστορία 1922-1940" στο Ιστορία του νέου ελληνισμού (7ος τόμος). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σελ. 10.