Εκκλησία του Όρους Σινά

Η Εκκλησία του Όρους Σινά είναι μία αυτόνομη Εκκλησία που υπάγεται στο Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Η επικράτειά της αποτελείται από το μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στους πρόποδες του όρους Σινά στην Αίγυπτο, μαζί με πολλά μετόχια.

Εκκλησία του Όρους Σινά
Katharinenkloster Sinai BW 2.jpg Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης, έδρα της Εκκλησίας
Ανεξαρτησίαde facto από το 640, de jure από το 1575 (καθεστώς αυτονομίας)
ΑναγνώρισηΟρθόδοξη Εκκλησία
ΠροκαθήμενοςΑρχιεπίσκοπος Σινά, Φαράν και Ραϊθώ, Δαμιανός
ΈδραΙερά Μονή Αγίας Αικατερίνης Όρους Σινά, Σινά, Αίγυπτος
ΕπικράτειαΑίγυπτος Αίγυπτος
ΚυριότητεςΌρος Σινάι
ΓλώσσαΕλληνιστική Κοινή
Δικτυακός τόποςΙερά Μονή Όρους Σινά

Προκαθήμενος της Εκκλησίας είναι ο Αρχιεπίσκοπος Σινά, Φαράν και Ραϊθώ, ο οποίος παραδοσιακά χειροτονείται από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων και λειτουργεί ως Ηγούμενος για το μοναστήρι. Από το 1973 μέχρι σήμερα την Εκκλησία του Όρους Σινά ποιμαίνει ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Δαμιανός.

ΙστορίαΕπεξεργασία

Ο Χριστιανισμός στη χερσόνησο του Σινά εμφανίστηκε το αργότερο τον 3ο αιώνα. Αρκετά νωρίς σε αυτά τα μέρη εμφανίζονται οι πρώτοι ερημίτες μοναχοί. Στις 14 Ιανουαρίου 305, κατά τη διάρκεια του διωγμού του Διοκλητιανού, συνελήφθησαν οι πέντε πρώτοι μάρτυρες στην περιοχή του όρους Σινά και της Ράιφα. Αρχικά, οι μοναχοί και οι χριστιανοί του Σινά βρίσκονταν υπό το ωμοφόριο των Επισκόπων Φαράν και των Επισκόπων Αϊλά, πρώτος από τους οποίους είναι ο Πέτρος, ένας από τους πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου. Η Εκκλησία του Σινά οφείλει την ύπαρξή της στη Μονή της Μεταμορφώσεως (περισσότερο γνωστή ως Μονή της Αγίας Αικατερίνης). Η προέλευση του μοναστηριού εντοπίζεται στο παρεκκλήσι της "Φλεγόμενης Βάτου" που η μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η Αγία Ελένη, είχε χτίσει πάνω από την τοποθεσία όπου ο Μωυσής είδε την "Φλεγόμενη Βάτο". Μεταξύ 527 και 565, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α' διέταξε να χτιστεί το μοναστήρι για να περικλείει το παρεκκλήσι. Το μοναστήρι συνδέθηκε με την Αγία Αικατερίνη την Μεγαλομάρτυρα μέσω της πεποίθησης ότι τα λείψανά της μεταφέρθηκαν εκεί ως εκ θαύματος.

Το μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης, όπως είναι γνωστό από τον 9ο αιώνα, ήταν αρχικά τμήμα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων , εντός της επισκοπής Φαράν. Μετά την καθαίρεση του επισκόπου του Φαράν για την αίρεση του μονοθελητισμού το 681 μ.Χ., η έδρα μεταφέρθηκε στο ίδιο το μοναστήρι, με τον ηγούμενο να γίνει επίσκοπος Φαράν. Με την επακόλουθη ένωση της επισκοπής Ραΐθου με το μοναστήρι, όλοι οι χριστιανοί της χερσονήσου του Σινά περιήλθαν στη δικαιοδοσία του Ηγουμένου-Αρχιεπισκόπου.

Το 1575, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως παραχώρησε στο Όρος Σινά αυτόνομο καθεστώς. Αυτό επιβεβαιώθηκε εκ νέου το 1782. Το ακριβές διοικητικό καθεστώς της Εκκλησίας εντός της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι ασαφές: από ορισμένους, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της εκκλησίας[1], θεωρείται αυτοκέφαλη[2][3], ενώ από άλλους μια αυτόνομη εκκλησία υπό την δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων[4]. Ο Αρχιεπίσκοπος παραδοσιακά χειροτονείται από τον Ελληνορθόδοξο Πατριάρχη Ιεροσολύμων και τους τελευταίους αιώνες η έδρα του είναι συνήθως στο Κάιρο. Κατά την περίοδο των Σταυροφοριών, η οποία χαρακτηρίστηκε από πικρία μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, το μοναστήρι προστάτευαν τόσο οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες όσο και οι ηγεμόνες του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ και οι αντίστοιχες αυλές τους.

Σήμερα, εκτός από τους 20 περίπου μοναχούς της μοναστικής κοινότητας, αυτή η Εκκλησία περιλαμβάνει μερικές εκατοντάδες Βεδουίνους και ψαράδες που ζουν στο Σινά. Από την ισραηλινή εισβολή το 1967 , ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η κοινότητα ήταν η διατήρηση ενός αυθεντικού μοναστικού τρόπου ζωής ενώ αντιμετωπίζει μια μαζική εισροή τουριστών. Αυτό το πρόβλημα συνεχίστηκε μετά την επιστροφή της περιοχής στην Αίγυπτο το 1982 που ο πληθυσμός της περιοχής αυξανόταν. Ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β' επισκέφθηκε το μοναστήρι στις 26 Φεβρουαρίου 2000[5].

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικάΕπεξεργασία

Η βιβλιοθήκη της μονής φημίζεται για την αρχαιότητά της, καθώς και τα χειρόγραφά που φυλάσσονται. Το 1859, ο Γερμανός θεολόγος Κόνσταντιν φον Τίσεντορφ ανακάλυψε εδώ τον Σιναϊτικό Κώδικα. Σήμερα, στη βιβλιοθήκη περιέχονται περίπου 4.000 χειρόγραφα και μερικές από τις αρχαιότερες εικόνες του κόσμου βρίσκονται επίσης στο μοναστήρι, το οποίο βρισκόταν ήδη εκτός της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατά τη διαμάχη των εικονομάχων, όταν καταστράφηκαν πολλές εικόνες στην αυτοκρατορία.

Αυτή τη στιγμή το μοναστήρι εκτός από τη βιβλιοθήκη διαθέτει ξενώνα και νοσοκομείο για τον ντόπιο πληθυσμό. Οι μοναχοί διοικούν επίσης σχολείο στο Κάιρο από το 1860. Το μοναστήρι είχε ιστορικά πολλές εξαρτημένες εκκλησίες και μοναστήρια σε άλλες χώρες. Το 2006 υπήρχαν μοναστήρια στο Κάιρο (όπου κατοικεί συχνά ο Ηγούμενος) και στην Αλεξάνδρεια, εννέα στην Ελλάδα, τρία στην Κύπρο, ένα στον Λίβανο και ένα στην Κωνσταντινούπολη.

Τοποθεσίες ενδιαφέροντοςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. The official Website describes the Church as "διοικητικά "αδούλωτος, ασύδοτος, ακαταπάτητος, πάντη και παντός ελευθέρα, αυτοκέφαλος" or "administratively 'free, loose, untresspassable, free from anyone at any time, autocephalous'" (see link below)
  2. Weitzmann, Kurt, in: Galey, John; Sinai and the Monastery of St. Catherine, p. 14, Doubleday, New York (1980) (ISBN 0-385-17110-2)
  3. Ware, Kallistos (Timothy) (1964). «Part I: History». The Orthodox Church. Penguin Books. Ανακτήθηκε στις 14 Ιουλίου 2007.  Under Introduction Bishop Kallistos says that Sinai is "autocephalous"; under The twentieth century, Greeks and Arabs he states that "There is some disagreement about whether the monastery should be termed an 'autocephalous' or merely an 'autonomous' Church."
  4. The Orthodox Church of Mount Sinai CNEWA Canada, "A papal agency for humanitarian and pastoral support" Αρχειοθετήθηκε May 30, 2010, στο Wayback Machine.
  5. «Archived copy». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Σεπτεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 20 Απριλίου 2015. 

ΠηγέςΕπεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία