Βασίλειο της Ιερουσαλήμ


Το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ ήταν ένα από τα κράτη που δημιούργησαν στη Μέση Ανατολή οι Σταυροφόροι.

Βασίλειο της Ιερουσαλήμ
15  Ιουλίου 109918  Μαΐου 1291
Flag of Kingdom of Jerusalem.svg
Σημαία
Arms of the Kingdom of Jerusalem (Ströhl).svg
Έμβλημα
Map Crusader states 1135-en.svg
ΧώραΣυρία, Λίβανος και Ισραήλ
ΠρωτεύουσαΙερουσαλήμ, Τύρος και Άκρα
Γλώσσεςλατινική γλώσσα
ΘρησκείαΚαθολική Εκκλησία
ΠολίτευμαΚληρονομική μοναρχία και Πατριμονιαλισμός

Ιδρύθηκε το 1099 μετά την κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τους σταυροφόρους της Α΄ Σταυροφορίας, αλλά ο Γοδεφρείδος ντε Μπουιγιόν, που επέλεξαν για να διοικεί την περιοχή αρνήθηκε να πάρει τον τίτλο του βασιλιά, γιατί κάτι τέτοιο θεωρούσε ότι δεν μπορούσε να το κάνει στα μέρη που έζησε ο Χριστός, πρόσωπο μεγαλύτερο από κάθε βασιλιά. Πήρε όμως τον τίτλο Προστάτης του Πανάγιου Τάφου. Τον επόμενο χρόνο πέθανε και τη θέση του κατέλαβε ο αδελφός του, ο Βαλδουίνος της Βουλώνης, που έγινε ο πρώτος βασιλιάς της Ιερουσαλήμ.

Ήταν το σημαντικότερο από όλα τα σταυροφορικά βασίλεια, καθώς η επικράτειά του εκτεινόταν στην περιοχή που έζησε ο Χριστός, και υπήρχαν πολλοί και παλαιοί προορισμοί προσκυνητών, όπως το σπήλαιο της γεννήσεως στη Βηθλεέμ και ο Πανάγιος Τάφος στην Ιερουσαλήμ. Αυτό το βασίλειο ήταν ένα κράτος διοικούμενο από καθολικούς χριστιανούς Ευρωπαίους σε μία περιοχή όπου οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν μουσουλμάνοι και γι' αυτό το λόγο, εκτός από μερικά διαλείμματα ειρήνης, οι συγκρούσεις με τους γειτονικούς μουσουλμάνους ηγεμόνες ήταν κάτι το συνηθισμένο. Η Ιερουσαλήμ είναι και για το Ισλάμ ιερή πόλη και αυτό το γεγονός πείσμωνε ακόμη περισσότερο τους μουσουλμάνους.

Το βασίλειο της Ιερουσαλήμ μέχρι το 1187 καταλάμβανε περίπου την ίδια έκταση που καλύπτει το σημερινό Ισραήλ, και οι περιοχές της Λωρίδας της Γάζας και της Δυτικής Όχθης, καθώς και κάποιες μικρές γειτονικές περιοχές. Οι μουσουλμάνοι της περιοχής με επικεφαλής τον Σαλαντίν κατάφεραν να το περιορίσουν και να ανακαταλάβουν το 1187 την Ιερουσαλήμ. Το βασίλειο της Ιερουσαλήμ επέζησε, αλλά καταλάμβανε μόνο μια στενή λωρίδα γης στις ακτές της Παλαιστίνης. Η Ιερουσαλήμ ανακτήθηκε από τον Φρειδερίκο Β΄ με συνθήκη το 1229, στη διάρκεια της ΣΤ΄ Σταυροφορίας, για να χαθεί οριστικά το 1244. Το βασίλειο της Ιερουσαλήμ καταλύθηκε από τους Μαμελούκους το 1291.

Γεωγραφικά όριαΕπεξεργασία

Στην αρχή το Βασίλειο περιλάμβανε μια σειρά από κωμοπόλεις και πόλεις, οι οποίες καταλήφθηκαν κατά τη διάρκεια της Α΄ Σταυροφορίας, αλλά στο αποκορύφωμα της ακμής του κατά τα μέσα του 12ου αιώνα, είχε υπό τον έλεγχο το σύνολο περίπου του εδάφους του σύγχρονου Ισραήλ, της Παλαιστίνης και του νότιου Λιβάνου.[1][2] Στις ακτές της Μεσογείου, το Βασίλειο εκτεινόταν από τη Βηρυτό στα βόρεια μέχρι την Έρημο του Σινά στα νότια, ενώ η ενδοχώρα εκτεινόταν στα ανατολικά σε εδάφη της σύγχρονης Ιορδανίας και της Συρίας. Στα δυτικά συνόρευε με το Χαλιφάτο των Φατιμιδών της Αιγύπτου. Τρία άλλα Σταυροφορικά κράτη, που ιδρύθηκαν κατά τη διάρκεια και ως αποτέλεσμα της Α΄ Σταυροφορίας, βρίσκονταν βορειότερα. Πρόκειται για την Κομητεία της Έδεσσας (1097-1144), το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας (1098-1268) και την Κομητεία της Τρίπολης (1109-1289).[3][4] Παρότι και τα τρία ήταν ανεξάρτητα, διατηρούσαν στενούς δεσμούς με την Ιερουσαλήμ. Πέρα από αυτά τα κράτη, ακόμη πιο βόρεια και δυτικά, βρίσκονταν η Αρμενική Κιλικία και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, με την οποία η Ιερουσαλήμ είχε επίσης στενή σχέση κατά τον 12ο αιώνα.[5] Στα ανατολικά εντοπίζονταν διάφορα μουσουλμανικά εμιράτα, τα οποία τελικά συμμάχησαν με τον Αββασίδη χαλίφη της Βαγδάτης.

Το Βασίλειο για ένα διάστημα είχε τον ίδιο βασιλιά με την Κύπρο, που αποτελούσε ένα ακόμη Σταυροφορικό κράτος που ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια της Γ΄ Σταυροφορίας.[6] Οι δυναστικοί δεσμοί ενισχύθηκαν επίσης με την Τρίπολη, την Αντιόχεια και την Αρμενία. Το Βασίλειο σύντομα βρέθηκε εξαρτημένο από τις ιταλικές πόλεις-κράτη Βενετία και Γένοβα.[7] Ο Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Φρειδερίκος Β΄ (βασίλευσε το διάστημα 1220-1250) είχε την φιλοδοξία να κυριαρχήσει επί των Σταυροφορικών κρατών, ωστόσο γνώρισε την ήττα στον Εμφύλιο Πόλεμο του 1228-1243. Το Βασίλειο έπεσε θύμα του ανταγωνισμού ανάμεσα στις δυναστείες των Αγιουβιδών και των Μαμελούκων της Αιγύπτου, ενώ δέχτηκε σημαντικό πλήγμα από τη Δυναστεία των Χωρεσμίων και από τους Μογγόλους εισβολείς. Λόγω του μικρού μεγέθους του και της μακρινής απόστασής του από την ηπειρωτική Ευρώπη, το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ έλαβε σχετικά μικρή οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη. Παρά τις πολυάριθμες αποστολές, οι Ευρωπαίοι γενικά αποδείχθηκαν απρόθυμοι να πραγματοποιήσουν μια πολυδάπανη εκστρατεία προς την ανατολή και φαίνεται να θεωρούσαν θέμα χρόνου την πτώση του Βασιλείου. Οι Μαμελούκοι σουλτάνοι Μπαϊμπάρς (βασίλευσε το διάστημα 1260-1277) και Αλ-Ασράφ Χαλίλ (βασίλευσε το διάστημα 1290-1293) ανακατέλαβαν όλα τα εναπομείναντα προπύργια των Σταυροφόρων, με αποκορύφωμα την Πολιορκία του Άκρας (1291).[8][9]

ΚάτοικοιΕπεξεργασία

Το Βασίλειο ήταν εθνοτικά, θρησκευτικά και γλωσσικά διαφορετικό, ενώ οι ίδιοι οι Σταυροφόροι και οι απόγονοί τους ήταν μέλη μιας μικρής Καθολικής ελίτ. Αυτοί εισήγαγαν πολλά έθιμα και θεσμούς από τις πατρίδες τους στη δυτική Ευρώπη και υπήρχαν στενές οικογενειακές και πολιτικές σχέσεις με τη Δύση καθ΄ όλη τη διάρκεια της ύπαρξης του Βασιλείου. Το τελευταίο κληρονόμησε επίσης «ανατολίτικες» ιδιότητες, επηρεασμένες από τα προϋπάρχοντα έθιμα του τοπικού πληθυσμού. Η πλειοψηφία των κατοίκων του Βασιλείου ήταν γηγενείς Χριστιανοί και ειδικότερα Έλληνες και Σύριοι Ορθόδοξοι, καθώς και Σουνίτες και Σιίτες Μουσουλμάνοι. Οι γηγενείς Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι, που ανήκαν σε μια περιχαρακωμένη κατώτερη τάξη, έτειναν να μιλούν ελληνικά και αραβικά, ενώ οι Σταυροφόροι, οι οποίοι προέρχονταν κυρίως από τη Γαλλία, μίλησαν γαλλικά. Υπήρχε επίσης ένας μικρός αριθμός Εβραίων και Σαμαρειτών.

Σύμφωνα με τον Βενιαμίν της Τουδέλας, ο οποίος ταξίδεψε στο Βασίλειο γύρω στο 1170, υπήρχαν 1.000 περίπου Σαμαρείτες στη Ναμπλούς, 200 στο Καισάρεια και 300 στην Ασκάλωνα.[10][11][12] Φαίνεται να υπήρχαν επίσης κοινότητες στη Γάζα και την Άκρα. Ο Βενιαμίν της Τουδέλας υπολόγισε ότι ο συνολικός εβραϊκός πληθυσμός των 14 πόλεων του Βασιλείου ανερχόταν μόλις στους 1.200 κατοίκους.[13]

Οι βασιλείς της ΙερουσαλήμΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία