Άνοιγμα κυρίου μενού

Η ταινία Εμείς οι Ζωντανοί (Πρωτότυπος Τίτλος Somebody Up There Likes Me), είναι δράμα παραγωγής 1956, σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Γουάιζ. Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ο Πολ Νιούμαν, που υποδύεται το θρυλικό πυγμάχο Ρόκι Γκρατσιάνο και πλαισιώνεται από τους Πιερ Άντζελι, Έβερετ Σλόαν, Σαλ Μινέο και Στηβ ΜακΚουήν. Η ταινία βασίζεται στην αυτοβιογραφία του Γκρατσιάνο[1][2] την οποία διασκεύασε για τη μεγάλη οθόνη ο Έρνεστ Λέμαν.

Εμείς οι Ζωντανοί
SomebodyUpThereLikesMe.jpg
Σκηνοθεσία Ρόμπερτ Γουάιζ
Παραγωγή Τσαρλς Σνι
Σενάριο Έρνεστ Λέμαν
Ρόκι Γκρατσιάνο (Αυτοβιογραφία)
Πρωταγωνιστές Πολ Νιούμαν
Πιερ Άντζελι
Σαλ Μινέο
Στηβ ΜακΚουήν
Μουσική Μπρόνισλαου Κέιπερ
Φωτογραφία Τζόζεφ Ράτενμπεργκ
Μοντάζ Albert Akst
Εταιρεία παραγωγής Metro-Goldwyn-Mayer
Πρώτη προβολή Country flag 3/71956/1956
Κυκλοφορία 1956
Διάρκεια 114 λεπτά
Προέλευση Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Γλώσσα Aγγλικά

Πίνακας περιεχομένων

ΥπόθεσηΕπεξεργασία

Ο Ρόκι Γκρατσιάνο, κατά κόσμον Ρόκι Μπαρμπέλα (Πολ Νιούμαν), μεγαλώνει σε μια από τις φτωχογειτονιές του Μπρούκλιν κάνοντας τη μια αλητεία μετά την άλλη, κάποια στιγμή τον συλλαμβάνουν και μπαίνει φυλακή. Μετά την αποφυλάκισή του, τον καλούν στο στρατό, απ' όπου το σκάει και τότε έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με την πυγμαχία. Μετά από έξι νίκες στο ρινγκ, η αστυνομία τον βρίσκει και περνά από στρατοδικείο για λιποταξία. Ο Ρόκι ξαναμπαίνει στη φυλακή για ένα χρόνο κι αρχίζει να μετανιώνει για τις πράξεις του. Ένας καυγάς με έναν άλλο τρόφιμο στη φυλακή τον κάνει να πάρει την απόφαση να γίνει επαγγελματίας πυγμάχος. Μετά την αποφυλάκισή του, ξεκινά μια νέα ζωή: προπονείται σκληρά και ερωτεύεται τη Νόρμα (Πιερ Άντζελι), φίλη της αδελφής του. Διεκδικεί τον τίτλο στην κατηγορία μέσων βαρών, αλλά τον χάνει. Κάποια στιγμή κάποιος πληροφορείται για το παρελθόν του και τον εκβιάζει.

Πληροφορίες παραγωγήςΕπεξεργασία

Με σήμα κατατεθέν τη μέθοδο υποκριτικής του Στανισλάφσκι, την οποία διδάχτηκε στο Actor's Studio, ο Πολ Νιούμαν κέρδισε το κοινό και προβιβάστηκε σε αστέρα πρώτου μεγέθους με την τρίτη του κινηματογραφική εμφάνιση σε αυτή την ταινία που φέρει την υπογραφή του Ρόμπερτ Γουάιζ (μελλοντικού σκηνοθέτη του Γουέστ Σάιντ Στόρι (West Side Story, 1961) και του Η Μελωδία της Ευτυχίας (The Sound of Music, 1965). Ο ρόλος του πυγμάχου Ρόκι Γκρατσιάνο επρόκειτο αρχικά να ερμηνευτεί από τον Τζέιμς Ντιν, ο οποίος σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα λίγο πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα, έτσι κλήθηκε ο Νιούμαν να αναπληρώσει το κενό που άφησε ο αδικοχαμένος αυτός ηθοποιός[3] (δυο χρόνια αργότερα συμμετείχε στην ταινία Ο Δραπέτης των 7 Πολιτειών (Left Handed Gun, 1958) αναλαμβάνοντας το ρόλο του Billy The Kid (κατά κόσμον Γουίλιαμ Μπόνεϊ), που προοριζόταν επίσης για τον Ντιν. Οι κριτικές για το γεγονός ότι ο Νιούμαν κάλυψε τη θέση του Ντιν δεν έλειψαν, καθώς η πρώτη ταινία του ηθοποιού Το Ασημένιο Δισκοπότηρο (The Silver Chalice, 1954) ήταν παταγώδης αποτυχία, ενώ ο Νιούμαν στα 31 του ήταν μεγαλύτερος του Ντιν κατά έξι χρόνια. Ήταν ο Ρόμπερτ Γουάιζ που έπεισε τους παραγωγούς της ταινίας να προσλάβουν τον Νιούμαν, τον οποίο προώθησαν με τον τίτλο Ο Νέος Μάρλον Μπράντο. Για το ρόλο του Γκρατσιάνο οι παραγωγοί της ταινίας είχαν προσεγγίσει επίσης τον Ροντ Τέιλορ, ο οποίος παρά την αποτυχία της ακρόασης από την οποίο πέρασε, εντυπωσίασε τα στελέχη της MGM και υπέγραψε συμβόλαιο με την εταιρία[4]. Από την ταινία ξεπήδησε άλλο ένα μελλοντικό μεγάλο αστέρι, εκείνο του Στιβ ΜακΚουίν, ο οποίος έκανε το κινηματογραφικό του ντεμπούτο ερμηνεύοντας το ρόλο του Φαϊντελ, ενώ ο ρόλος της Νόρμα, που δόθηκε τελικά στην ιταλίδα ηθοποιό Πιέρ Άντζελι (που είχε σχέση με τον Ντιν στο παρελθόν), προοριζόταν για την Εύα Μαρί Σαντ, που είχε πρόσφατα βραβευτεί με Όσκαρ Β' Γυναικείου Ρόλου για την ερμηνεία της στην ταινία Το λιμάνι της αγωνίας (On the Waterfront, 1954). Το σενάριο που βασίστηκε στην αυτοβιογραφία του πυγμάχου Ρόκι Γκρατσιάνο έγραψε ο Έρνεστ Λέμαν. Η ταινία επρόκειτο να γυριστεί στη Νέα Υόρκη με έγχρωμη φωτογραφία, αλλά μετά το θάνατο του Ντιν αποφασίστηκε να γυριστεί στα πλατώ της Metro-Goldwyn-Mayer με ασπρόμαυρη φωτογραφία και οι σκηνογράφοι έκαναν πολύ καλή δουλειά με την αναπαράσταση της Μικρής Ιταλίας.

ΒραβείαΕπεξεργασία

Η ταινία έκανε τεράστια επιτυχία και καθιέρωσε νέα κινηματογραφικά είδωλα, προτάθηκε για τρία βραβεία Όσκαρ κερδίζοντας δυο, ένα για την ασπρόμαυρη φωτογραφία του Τζόζεφ Ράτεμπεργκ κι ένα για την καλλιτεχνική διεύθυνση[5]. Το τραγούδι των τίτλων Somebody Up There Likes Me έκανε επίσης επιτυχία.

Βράβευση:

  • Φωτογραφίας σε Ασπρόμαυρη Ταινία – Τζόζεφ Ράτενμπεργκ
  • Καλλιτεχνικής Διεύθυνση - Σέντρικ Γκίμπονς, Μάλκολμ Μπράουν, Έντγουιν Γουίλις & Φ. Κίο Γκλίσον

Υποψηφιότητα:

  • Μοντάζ – Άλμπερτ Ακστ

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Variety film review; July 4, 1956, page 6.
  2. Harrison's Reports film review; July 7, 1956, page 106.
  3. Wise, Robert, (2006). - Somebody Up There Likes Me Commentary. - Turner Entertainment.
  4. Stephen Vagg, Rod Taylor: An Aussie in Hollywood, Bear Manor Media, 2010 p 51
  5. «NY Times: Somebody Up There Likes Me». NY Times. Ανακτήθηκε στις 2008-12-22. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία