Ο κανιβαλισμός είναι η πράξη κατανάλωσης ενός οργανισμού από άλλον του είδους του. Ειδικότερα εννοείται το φάγωμα ενός ανθρώπου από άλλον άνθρωπο (ανθρωποφαγία).[1][2] Σχεδόν σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες ο κανιβαλισμός αποτελεί ταμπού. Στο ζωικό βασίλειο, ο κανιβαλισμός είναι μια συνήθης οικολογική αλληλεπίδραση και έχει καταγραφεί σε περισσότερα από 1.500 είδη.[3]

Σκηνή κανιβαλισμού στη Βραζιλία το 1644. Πίνακας του Γιαν φαν Κέσσελ στο Μουσείο του Νέου Κόσμου (Λα Ροσέλ, Γαλλία).

Ο κανιβαλισμός έχει καταγραφεί μεταξύ των ανθρώπων στις περισσότερες ηπείρους. Παρόλο που πολλές από τις πρώτες αναφορές για κανιβαλισμό στις ανθρώπινες κοινωνίες ήταν πιθανώς υπερβολικές ή προϊόν παρερμηνείας, η πρακτική του κανιβαλισμού επικράτησε μέχρι τη σύγχρονη εποχή σε περιοχές της Δυτικής και της Κεντρικής Αφρικής, της Μελανησίας (ειδικά των Φίτζι), της Νέας Γουινέας, της Αυστραλίας, μεταξύ των Μάορι της Νέας Ζηλανδίας, σε ορισμένα νησιά της Πολυνησίας, μεταξύ φυλών της Σουμάτρας, και σε διάφορες φυλές της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής.[2]

Οι λόγοι που οι άνθρωποι προέβαιναν στον κανιβαλισμό ήταν ποικίλοι. Οι κυνηγοί κεφαλών συχνά κατανάλωναν κομμάτια από τα σώματα ή τα κεφάλια των νεκρών εχθρών τους ως μέσο απορρόφησης της ζωτικότητας ή άλλων ιδιοτήτων τους ή μείωσης των δυνάμεων των αντιπάλων τους για εκδίκηση. Οι Αζτέκοι ασκούσαν κανιβαλισμό σε μεγάλη κλίμακα ως μέρος της τελετουργικής θρησκευτικής θυσίας αιχμαλώτων πολέμου και άλλων θυμάτων. Ορισμένοι Αβορίγινες Αυστραλοί προέβαιναν στον κανιβαλισμό ενός νεκρού ως πράξης σεβασμού από τους συγγενείς του, οι οποίοι τρώγανε το σώμα του νεκρού τελετουργικά, σε μια μορφή που ονομάζεται ενδοκανιβαλισμός.[2]

Στο ζωικό βασίλειο, ο κανιβαλισμός είναι διαδεδομένος στα υδάτινα οικοσυστήματα.[4] Έχει αναφερθεί σε διαφορετικές ομάδες ζώων, όπως στα πρωτόζωα, στα ερπετά, στα έντομα κ.α.[5] Ο σεξουαλικός κανιβαλισμός συνήθως περιλαμβάνει την κατανάλωση του αρσενικού από το θηλυκό πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά τη συνουσία.[6] Άλλες μορφές κανιβαλισμού περιλαμβάνουν τον κανιβαλισμό δομημένου μεγέθους και τον ενδομήτριο κανιβαλισμό.

Μεταφορικά ορίζεται ως η χρήση τμημάτων μιας συσκευής ή μηχανής ως ανταλλακτικών για άλλη παρόμοια συσκευή ή μηχανή.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Goldman, Laurence, ed. (1999). The Anthropology of Cannibalism. Greenwood Publishing Group. ISBN 978-0-89789-596-5.
  2. 2,0 2,1 2,2 «cannibalism | Definition, History Examples, & Facts». Encyclopedia Britannica (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 2021. 
  3. Polis, G A (1981-11-01). «The Evolution and Dynamics of Intraspecific Predation». Annual Review of Ecology and Systematics 12 (1): 225–251. doi:10.1146/annurev.es.12.110181.001301. ISSN 0066-4162. https://www.annualreviews.org/doi/10.1146/annurev.es.12.110181.001301. 
  4. Rudolf, Volker H. W. (2007). The Influence of Cannibalism and Size Structure on the Dynamics of Aquatic Communities. University of Virginia. 
  5. Fox, Laurel R. (1975-11-01). «Cannibalism in Natural Populations». Annual Review of Ecology and Systematics 6 (1): 87–106. doi:10.1146/annurev.es.06.110175.000511. ISSN 0066-4162. https://www.annualreviews.org/doi/10.1146/annurev.es.06.110175.000511. 
  6. Elgar, M.A. & Crespi, B.J. (1992) Cannibalism: ecology and evolution among diverse taxa, Oxford University Press, Oxford [England]; New York.

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία