Καρλ φον Νόρμαν-Έρενφελς

Γερμανός στρατιωτικός και φιλέλληνας


Ο Καρλ Φρίντριχ Λέμπερεχτ φον Νόρμαν-Έρενφελς (γερμ.: Karl Friedrich Leberecht von Normann-Ehrenfels, εξελληνισμένα: Κάρολος Νόρμαν, Στουτγκάρδη, 14 Σεπτεμβρίου 1784Μεσολόγγι, 15 Νοεμβρίου 1822) ήταν Γερμανός στρατιωτικός από τη Βυρτεμβέργη, ο οποίος πολέμησε στους Ναπολεόντειους Πολέμους. Ως Φιλέλληνας μετέβη στην Ελλάδα, προκειμένου να ενισχύσει των αγώνα των επαναστατών κατά την Επανάσταση του 1821, όπου και απεβίωσε έπειτα από τραύματα που είχε υποστεί στη Μάχη του Πέτα.

Καρλ φον Νόρμαν-Έρενφελς
Karl von Normann-Ehrenfels.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Karl Friedrich Lebrecht von Normann-Ehrenfels (Γερμανικά)
Γέννηση14  Σεπτεμβρίου 1784
Στουτγκάρδη
Θάνατος15  Νοεμβρίου 1822
Μεσολόγγι
Χώρα πολιτογράφησηςΒασίλειο της Βυρτεμβέργης
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Πόλεμοι/μάχεςΝαπολεόντειοι Πόλεμοι και Ελληνική Επανάσταση του 1821
Commons page Σχετικά πολυμέσα

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

Ο Καρλ φον Νόρμαν-Έρενφελς ήταν γιος του δικαστή Φίλιπ Κρίστιαν φον Νόρμαν-Έρενφελς, ο οποίος υπηρέτησε ως πρωθυπουργός του Βασιλείου της Βυρτεμβέργης την περίοδο 1806–1812.

Ο Καρλ φον Νόρμαν εντάχθηκε το 1799 σε ένα σύνταγμα Αυστριακών Θωρακοφόρων. Σύντομα, έλαβε τίτλο διοικητή και πολέμησε μαζί με τους Αυστριακούς έως την υπογραφή της Ειρήνης της Λυνεβίλ. Με τη βοήθεια του πατέρα του, μετατοπίστηκε στη συνέχεια στο στρατό του Βασιλείου της Βυρτεμβέργης, φτάνοντας έως το αξίωμα του αντισυνταγματάρχη και διοικητή του Συντάγματος Ελαφρών Ιππέων της Βασιλικής Φρουράς το 1810. Το 1812, ηγήθηκε του συντάγματός του κατά τη γαλλική εισβολή στη Ρωσία. Το 1813, ως υποστράτηγος, οργάνωσε και ηγήθηκε μιας ταξιαρχίας ιππικού, αρχικά με το μέρος των Γάλλων, αν και στις 18 Οκτωβρίου προτίμησε να ταχθεί με το μέρος των Συμμαχικών Δυνάμεων, κι αυτό παρά το γεγονός ότι η Βυρτεμβέργη εξακολουθούσε να είναι σύμμαχος δύναμη του Ναπολέοντα. Η πράξη αυτή οδήγησε τον βασιλιά Φρειδερίκο Α΄ της Βυρτεμβέργης να απαγορεύσει στον Νόρμαν την επιστροφή στη Βυρτεμβέργη. Δεν ήταν παρά μονάχα μετά το θάνατο του βασιλιά, το Μάρτιο του 1817, που του επετράπη η επιστροφή στην πατρίδα του, αν και η απαγόρευση εισόδου παρέμενε όσον αφορούσε την πρωτεύουσα του βασιλείου, Στουτγκάρδη.

Μετά το θάνατο του πατέρα του, τον διαδέχτηκε ως κύριος των γαιών που αυτός διέθετε στο Έρενφελς, αλλά στις αρχές του 1822, μαζί με άλλους Φιλέλληνες, αναχώρησε για την Ελλάδα για να συμπαρασταθεί στους Έλληνες επαναστάτες κατά τον ξεσηκωμό τους ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Υπηρέτησε ως αρχηγός του επιτελείου του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου στην καταστροφική μάχη του Πέτα στις 4 Ιουλίου 1822, και απεβίωσε από τα τραύματά του σε αυτή λίγους μήνες αργότερα στο Μεσολόγγι.

ΠηγήΕπεξεργασία