Κβο βάντις (μυθιστόρημα)

πολωνικό ιστορικό μυθιστόρημα

Το μυθιστόρημα Κβο βάντις: μια αφήγηση για την εποχή του Νέρωνος, γνωστό κυρίως ως απλώς Κβο βάντις (Quo Vadis), είναι ιστορικό λογοτεχνικό έργο του Πολωνού συγγραφέα Χένρικ Σιενκιέβιτς.[1] Ο τίτλος προέρχεται από την ομώνυμη λατινική ερωτηματική φράση που σημαίνει «πού πηγαίνεις;» και εμφανίζεται στο εξηκοστό ένατο κεφάλαιο του μυθιστορήματος[2], σε μία επαναφήγηση της σχετικής χριστιανικής παραδόσεως, σύμφωνα με την οποία ο Απόστολος Πέτρος, λιγοψυχεί και εγκαταλείπει το ποίμνιό του φεύγοντας από τη Ρώμη, αλλά στον δρόμο συναντά τον Ιησού Χριστό.

Κβο βάντις (μυθιστόρημα)
Quo Vadis 1897 Edition.jpg
ΣυγγραφέαςΧένρικ Σιενκιέβιτς
ΤίτλοςQuo vadis
ΥπότιτλοςPowieść z czasów Nerona
ΓλώσσαΠολωνικά
Ημερομηνία δημιουργίας1894
Ημερομηνία δημοσίευσης1896
Είδοςιστορικό μυθιστόρημα
ΧαρακτήρεςΠετρώνιος, Απόστολος Πέτρος, Ποππαία Σαβίνα, Ακτή, Aulus Plautius, Λουκανός, Gaius Calpurnius Piso, Pomponia Graecina, Σενέκας ο Νεότερος, Τιγγελλίνος, Βεσπασιανός, Νέρων και Απόστολος Παύλος
ΤόποςΑρχαία Ρώμη
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Εικονογράφηση σκηνής του μυθιστορήματος, με τίτλο «Η Λυγία φεύγει από την οικία του Αύλου», από τον Domenico Mastroianni (καρτ-ποστάλ του 1913)
Ο Νέρων τραγουδά για την καιγόμενη Ρώμη. Εικονογράφηση του M. de Lipman, εκδ. Altemus, 1897.

Το μυθιστόρημα Quo Vadis απλώνει αφηγηματικά μια επική «τοιχογραφία» της ζωής στην Αρχαία Ρώμη του 1ου αιώνα μ.Χ., επί Αυτοκράτορα Νέρωνα και των απαρχών του Χριστιανισμού στη πόλη, γύρω από μια ιστορία έρωτα του πατρίκιου Μάρκου Βινίκιου για μια νεαρή Χριστιανή, τη Λυγία.

Ο συγγραφέας είχε μελετήσει πολύ τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία προτού γράψει το έργο, με μέλημα να αποδώσει σωστά τις ιστορικές λεπτομέρειες, και αρκετά ιστορικά πρόσωπα εμφανίζονται στο βιβλίο. «Είχε γύρισει την πόλη και τη ρωμαϊκή πεδιάδα με τον Τάκιτο στο χέρι.»[3] Ως σύνολο, το μυθιστόρημα μεταφέρει στον αναγνώστη ένα μήνυμα υπέρ του Χριστιανισμού.[4][5][6]

Πρωτοδημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Gazeta Polska μεταξύ 26ης Μαρτίου 1895 και 29 Φεβρουαρίου 1896,[7][8] καθώς και σε δύο ακόμα έντυπα, τα Czas και Dziennik Poznański, αρχίζοντας δύο και τρεις ημέρες αργότερα.[9][10] Εκδόθηκε σε μορφή βιβλίου το 1896 και από τότε έχει μεταφρασθεί σε περισσότερες από 55 γλώσσες, έχοντας κάνει 2.002 εκδόσεις. Υπήρξε σημαντικός παράγοντας ώστε να βραβευθεί ο Σιενκιέβιτς με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας[11] το 1905.

Περίληψη της πλοκήςΕπεξεργασία

Ο εμφανίσιμος στρατιωτικός διοικητής (τριβούνος) Μάρκος Βινίκιος, επιστρέφοντας στη Ρώμη από υπηρεσία στην ανατολή, γνωρίζει και ερωτεύεται τη Λυγία, θυγατέρα κάποιου βάρβαρου βασιλιά, η οποία ζει ως όμηρος στην οικία του Αύλου Πλαύτιου (ενός βετεράνου στρατηγού) και της συζύγου του Πομπονίας Γραικίνας, η οποία είναι κρυφά Χριστιανή. Ο θείος του Βινίκιου, ο Πετρώνιος, χρησιμοποιεί την επιρροή του στον Νέρωνα, ώστε να αφαιρεθεί η επιμέλεια της Λυγίας από τον Πλαύτιο και να δοθεί στον Βινίκιο. Αλλά το σχέδιο «στραβώνει» όταν ο Αυτοκράτορας, κατά την προσωρινή παραμονή της στα ανάκτορα (όπου συναντά και την ευνοούμενη του Νέρωνα Ακτή), την προσκαλεί σε ένα οργιώδες συμπόσιο, όπου η Λυγία, η οποία είχε κατηχηθεί στον Χριστιανισμό από την Πομπονία, γεμίζει φρίκη από το απρεπές φλερτ του μεθυσμένου Βινίκιου και τον εκφυλισμό της αυτοκρατορικής αυλής. Διατάζει έτσι τον Ούρσο (τον σωματοφύλακά της από την πατρίδα της, που επίσης ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό) να οργανώσει μια ομάδα Χριστιανών να στήσει ενέδρα στην άμαξά της κατά τη μεταφορά της από το ανάκτορο στην οικία του Βινίκιου την επόμενη ημέρα. Το σχέδιο πετυχαίνει και η Λυγία εξαφανίζεται.

Ο Βινίκιος τώρα είναι γεμάτος απόγνωση. Ο Πετρώνιος τον λυπάται κι έτσι αναζητά τις υπηρεσίες του ζήτουλα Έλληνα φιλοσόφου Χίλωνος Χιλωνίδου. Από ένα συμβολικό ψάρι που είχε σχεδιάσει η Λυγία σιωπηλή στον Βινίκιο στην οικία του Πλαύτιου, ο Χίλων ερευνά και διαπιστώνει ότι η Λυγία είναι Χριστιανή. Αναλαμβάνει να παραστήσει τον Χριστιανό για να ανακαλύψει το πού κρύβεται η Λυγία. Η ελπίδα ξυπνά όταν ο Χίλων αναγνωρίζει τον Ούρσο στο εργαστήρι ενός κοινού τους μάστορα. Μαθαίνοντας από τον Χίλωνα ότι η χριστιανική κοινότητα της πόλεως πρόκειται να συναντηθεί τη νύχτα στο Οστριένουμ, έξω από τα τείχη, για να ακούσει τον Απόστολο Πέτρο, που μόλις είχε φθάσει από τη Γαλιλαία, ο Βινίκιος επιμένει να συνοδεύσει τον Χίλωνα εκεί μεταμφιεσμένος, ελπίζοντας να δει τη Λυγία. Αν και στιγμιαία εντυπωσιάζεται από τις αναμνήσεις του Πέτρου από τον Χριστό, ο Βινίκιος τα ξεχνά όλα όταν ξεχωρίζει τη Λυγία μέσα στο πλήθος. Μαζί με τον Χίλωνα και τον ρωμαλέο αθλητή Κρότωνα, που τον έφεραν μαζί τους για ασφάλεια, ακολουθούν τη Λυγία και τον Ούρσο όταν φεύγουν από τη συνάθροιση, καταλήγοντας σε μια φτωχογειτονιά του Τρανσ-τέβερε (την πέρα από τον Τίβερη μεριά της Ρώμης). Ο ίδιος μπαίνουν στο κτίσμα για να απαγάγουν τη Λυγία, αλλά ο Ούρσος στραγγαλίζει τον Κρότωνα με μία λαβή και κοντεύει να σκοτώσει και τον Βινίκιο, αλλά η Λυγία μεσολαβεί για να τον αφήσει. Ο δειλός Χίλων το βάζει στα πόδια.

Στης Λυγίας ο τραυματισμένος Βινίκιος περιθάλπεται μέχρι που να αποκατασταθεί τελείως η υγεία του από τη Λυγία και τους Χριστιανούς (υπάρχει και ένας γιατρός Χριστιανός, ο Γλαύκος), οι οποίοι, προς μεγάλη του έκπληξη, τον έχουν συγχωρήσει όλοι. Στο μεταξύ, η Λυγία συνειδητοποιεί, ότι ενόσω τον υπηρετεί ως νοσοκόμα του, τον έχει ερωτευθεί και εκείνη, κάτι που εξομολογείται στον Πέτρο, ο οποίος τη διαβεβαιώνει ότι η αγάπη της δεν είναι αμαρτωλή, αλλά δεν πρέπει να τον παντρευτεί εφόσον δεν είναι Χριστιανός. Η Λυγία αλλάζει τόπο κατοικίας, εξαφανιζόμενη για δεύτερη φορά.

Ο Βινίκιος γίνεται τελείως καλά χάρη στις φροντίδες των Χριστιανών και επιστρέφει στα καθήκοντά του ως πατρίκιος και Αυγουστιανός (μέλος της Αυτοκρατορικής Αυλής). Αλλά παρά το ότι δεν μπορεί ακόμα να φέρει τον εαυτό του μέχρι το σημείο να ασπασθεί τον Χριστιανισμό, αηδιάζει τώρα πια με την ασωτεία της αυλής του Νέρωνα, ενώ αρχίζει να συμπεριφέρεται στους δούλους του με περισσότερη ευσπλαγχνία. Απωθεί επίσης το φλερτ της Αυτοκράτειρας Ποππαίας, προκαλώντας την έχθρα της. Σε αυτό το σημείο επανεμφανίζεται ο Χίλων με πληροφορίες για τη νέα κρυψώνα της Λυγίας, και επιμένει να περικυκλώσει ο Βινίκιος το σπίτι με στράτευμα και να την απαγάγει. Αλλά ο Βινίκιος, μεταμορφωμένος από την επαφή του με τους Χριστιανούς, απορρίπτει το σχέδιο και επιπλέον διατάζει να μαστιγώσουν τον Χίλωνα για την αχαριστία του, προτού τον υποχρεώσει να του ορκισθεί ότι δεν θα ξανακατασκοπεύσει ποτέ πια τους Χριστιανούς. Ο θρασύδειλος Έλληνας ορκίζεται μέσα του ότι θα τον εκδικηθεί. Ο Βινίκιος πηγαίνει χωρίς συνοδεία στο νέο σπίτι που του υπέδειξε ο Χίλων και εξομολογείται μπροστά στους Αποστόλους Παύλο και Πέτρο τον αμετάβλητο έρωτά του για τη Λυγία και την αλλαγή της συμπεριφοράς του, υποσχόμενος να γίνει Χριστιανός αν ο Παύλος αναλάβει την κατήχησή του στην πίστη του. Γεμάτοι από χαρά, οι Απόστολοι καλούν τη Λυγία, η οποία ομολογεί τον έρωτά της για κείνον, οπότε οι Απόστολοι ευλογούν τον αρραβώνα τους.

Λίγο αργότερα, ο Νέρων αποσύρεται για αναψυχή στο Άντιο και ο Βινίκιος, ως αυλικός, είναι υποχρεωμένος να τον συνοδεύσει. Στο Άντιο ο Νέρων, που συνθέτει μια ωδή για την άλωση της Τροίας, παραπονιέται επανειλημμένα πως δεν έχει δει ποτέ μια πραγματική πόλη να καίγεται. Ωστόσο, ακόμα και οι έκλυτοι αυλικοί του συγκλονίζονται όταν αγγελιοφόροι εισέρχονται μια νύχτα στην αίθουσα των δεξιώσεων πληροφορώντας ότι η Ρώμη καίγεται. Ο Βινίκιος ορμά σαν τρελός με ένα άλογο προς την πόλη για να βρει τη Λυγία. Η φωτιά δεν έχει φθάσει ακόμα στο Τρανστέβερε όταν φθάνει και με τη βοήθεια του Χίλωνος (που προφανώς έχει καταπατήσει τον όρκο να μην ξανακατασκοπεύσει Χριστιανούς), βρίσκει τη Λυγία και τον Πέτρο να έχουν βρει καταφύγιο στην καλύβα ενός λατόμου λίγο έξω από την πόλη. Με εξαγριωμένα πλήθη να διαδηλώνουν απέξω, και με αποδράσαντες μονομάχους και σκλάβους να σκοτώνουν και να λεηλατούν, ο Βινίκιος ορκίζεται να μην τους εγκαταλείψει ποτέ και ο Πέτρος τον βαπτίζει Χριστιανό επιτόπου.

Ο Νέρων στο μεταξύ έχει επιστρέψει στη Ρώμη για να προλάβει τη φωτιά και κατόπιν τραγουδά την ωδή του ενώπιον του αγανακτισμένου λαού, που τον υπολαμβάνει ως αυτουργό της συμφοράς. Ο Πετρώνιος σώζει την κατάσταση πρόχειρα, περιτρέχοντας μέσα στα πλήθη (που τον εκτιμούν για την ανθρωπιά του) καβάλα σε άλογο και υποσχόμενος πλούσια «άρτον και θεάματα» στο όνομα του Καίσαρα. Αλλά καθώς η δημοτικότητα του Νέρωνα παραμένει μηδενική, ο Τιγγελλίνος, διοικητής της φρουράς των Πραιτωριανών, προτείνει να βρουν έναν αποδιοπομπαίο τράγο για την καταστροφή. Εκεί που συζητούν, και διάφορα ονόματα «πέφτουν στο τραπέζι», ο Τιγγελλίνος καλείται έξω και επιστρέφει με την ιδέα ότι οι Χριστιανοί θα ήταν τα ιδανικά εξιλαστήρια θύματα. Αποκαλύπτεται ότι ο Χίλων, θυμωμένος ακόμα με τον Βινίκιο, τους κατήγγειλε για τον εμπρησμό της Ρώμης. Ο Πετρώνιος διαμαρτύρεται, αλλά τον αποπαίρνει η Ποππαία, που ζηλεύει τη Λυγία για την ομορφιά της και μισεί τον Βινίκιο για το ότι την περιφρόνησε. Ο Πετρώνιος φεύγει με τη βεβαιότητα ότι έχει χάσει πια την εύνοια του Νέρωνα.

Αμέσως μόλις επιστρέφει στην οικία του, ο Πετρώνιος προειδοποιεί τον Βινίκιο για τον κίνδυνο που διατρέχει η Λυγία. Αλλά προτού προλάβουν να τη συναντήσουν, εκείνη συλλαμβάνεται από στρατιώτες, πληροφορημένους για την κρυψώνα της από τον Χίλωνα. Εξαιτίας των ενεργειών του τελευταίου, πολλοί άλλοι Χριστιανοί φυλακίζονται και ο Νέρων σχεδιάζει μια σειρά θεαμάτων στην αρένα που θα περιλαμβάνουν τους θανάτους τους, ώστε να απομακρύνει από αυτόν την αντιπάθεια του όχλου. Ακολουθεί μια σειρά απαίσιων θεαματικών θανάτων, όπως το φάγωμά τους από θηρία, η σφαγή τους απο μονομάχους, θανατώσεις εμπνευσμένες από την ελληνορωμαϊκή μυθολογία και τέλος το άλειμμά τους με πίσσα και ρετσίνι και το κάψιμό τους πάνω σε ψηλούς στύλους τη νύχτα για τη φωταγώγηση των κήπων του Καίσαρα, ενώ ο Βινίκος αποπειράται αποτυχημένα να βγάλει τη Λυγία από τη φυλακή. Στο μεταξύ, ο Χίλων, που έχει ανακηρυχθεί Αυγουστιανός χάρη στη δράση του ως πληροφοριοδότης, αρχίζει να υποφέρει από τύψεις συνειδήσεως βλέποντας το τι υποφέρουν οι Χριστιανοί, παρότι τον είχαν επανειλημμένα συγχωρήσει. Το βράδυ, όταν αναγνωρίζει τον προδομένο από αυτόν Γλαύκο να καίγεται ζωντανός ακόμα σε έναν από τους στύλους, ο Χίλων καταρρέει και όταν ο Γλαύκος τον συγχωρεί και πάλι μεταστρέφεται και κατηγορεί τον Καίσαρα ενώπιον του πλήθους ότι είναι ο εμπρηστής της Ρώμης. Οι αυλικοί σκορπίζουν έντρομοι και μέσα στη σύγχυση εμφανίζεται ο Παύλος για να του υποσχεθεί τη σωτηρία αν επιμείνει στη μετάνοιά του, δίνοντάς του την ευκαιρία να πεθάνει ως βαπτισμένος Χριστιανός μάρτυρας.

Ακολουθεί το τελικό θέαμα, για το οποίο η Λυγία δένεται γυμνή στα κέρατα ενός άουροχς, που βγαίνει στην αρένα ενώ σε αυτή έχει αφεθεί λυτός αλλά άοπλος ο σωματοφύλακάς της Ούρσος. Ο Ούρσος, με την υπεράνθρωπη δύναμή του, πιάνει το ζώο από τα κέρατα και του στρίβει αργά τον λαιμό, μέχρι που τον σπάζει. Το πλήθος, παραχορτασμένο από τη σφαγή αθώων, απαιτεί από τον Καίσαρα χάρη για τους δυό τους και ο Νέρων την απονέμει εξαιτίας της δειλίας του, αφού ακούγονται και πάλι οι κατηγορίες του όχλου εναντίον του: «Αχενοβάρδη-μητροκτόνε-εμπρηστή».

`Ετσι ο Βινίκιος και η Λυγία παντρεύονται και εγκαθίστανται στα κτήματα του πατρίκιου στη Σικελία, όπου ζουν χωρίς να καταδιώκονται ως Χριστιανοί.

Το τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος αφηγείται ευσύνοπτα τα ιστορικά γεγονότα του μαρτυρίου του Πέτρου, της αυτοκτονίας του Πετρώνιου (που προλαβαίνει έτσι την εκτέλεσή του μετά τη συνωμοσία του Πίσωνος) και καταλήγει με την απώλεια της εξουσίας και τον θάνατο του Νέρωνος με βάση την περιγραφή του Σουητώνιου.

Διασκευές σε άλλα μέσαΕπεξεργασία

 
Το 1951 το μυθιστόρημα έγινε ταινία από τον Μ. Ληρόυ.

ΑναγνώρισηΕπεξεργασία

Στο εκκλησάκι που υπάρχει στον τόπο του κατά την παράδοση περιστατικού του Κβο βάντις έχει στηθεί μία ορειχάλκινη προτομή του Χένρικ Σιενκιέβιτς. Λέγεται ότι ο Πολωνός συγγραφέας εμπνεύσθηκε τη συγγραφή του μυθιστορήματος ενώ καθόταν μέσα σε αυτόν τον ναό.


ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Halsey, F.R. (1898-02-05). «Historians of Nero's Time» (PDF). New York Times: σελ. BR95. https://timesmachine.nytimes.com/timesmachine/1898/02/05/102069039.pdf. Ανακτήθηκε στις 2009-01-02. 
  2. Sienkiewicz, Henryk (Ιούνιος 1896). «Quo Vadis: A Narrative of the Time of Nero». Quo vadis, Domine? 
  3. «Ο Σιέγκεβιτς και το μεγαλούργημά του», εισαγωγή στην ελληνική μετάφραση του έργου από τον Τάκη Μπάρλα.
  4. «The Man Behind Quo Vadis». Culture.pl. http://culture.pl/en/article/the-man-behind-quo-vadis. Ανακτήθηκε στις 2018-02-16. 
  5. Socken, Paul (1 Σεπτεμβρίου 2013). The Edge of the Precipice: Why Read Literature in the Digital Age?. McGill-Queen's Press - MQUP. ISBN 9780773589872. 
  6. Soren, David (2010). Art, Popular Culture, and The Classical Ideal in the 1930s: Two Classic Films — A Study of Roman Scandals and Christopher Strong (στα Αγγλικά). Midnight Marquee & BearManor Media. 
  7. «Gazeta Polska 26 March 1895» (στα Πολωνικά). Ανακτήθηκε στις 8 Νοεμβρίου 2018. 
  8. David J. Welsh, "Serialization and structure in the novels of Henryk Sienkiewicz" in: The Polish Review Vol. 9, No. 3 (1964) 53.
  9. «Czas 28 Μαρτίου 1895» (στα Πολωνικά). Ανακτήθηκε στις 8 Νοεμβρίου 2018. 
  10. «Dziennik Poznański 29 Μαρτίου 1895» (στα Πολωνικά). Ανακτήθηκε στις 8 Νοεμβρίου 2018. 
  11. «International Conference, "Quo vadis": inspirations, contexts, reception. Henryk Sienkiewicz and his vision of Ancient Rome | Miejsce "Quo vadis?" w kulturze włoskiej. Przekłady, adaptacje, kultura popularna». www.quovadisitaly.uni.wroc.pl. Ανακτήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 2018. 
  12. Gerald Bordman: "Stange, Stanislaus", στο The Oxford companion to American theatre, Oxford University Press, 1984
  13. http://www.casttv.com/video/f987ap1/the-many-faces-of-ursus-ed-fury-dan-vadis-alan-steel-video

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Quo Vadis (novel) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).