Το κουρασάνι είναι ένα παραδοσιακό κονίαμα, γνωστό από την αρχαιότητα, που θεωρείται ισοδύναμο ή εφάμιλλο προς το Ρωμαϊκό κονίαμα, με εξαιρετικές υδραυλικές, μηχανικές και θερμομονωτικές ιδιότητες. Έχοντας σαν βάση ιστορικά κονιάματα των Μινωικών, Ρωμαϊκών και Βυζαντινών χρόνων, το κουρασάνι ήταν φτιαγμένο από ασβέστη, άμμο, νερό, τριμμένο κεραμίδι, χαλαζιακή άμμο, Θηραϊκή γη και άλλα δευτερεύοντα αδρανή. Πολλές φορές ενισχυόταν από τους τοπικούς τεχνίτες με τραγόμαλο και άχυρο. Η υψηλή περιεκτικότητα του κονιάματος σε ποζολάνες (ηφαιστειακά υλικά), το καθιστούσαν εξαιρετικά ανθεκτικό στον χρόνο και στις καιρικές συνθήκες και απρόσβλητο από την υγρασία. Η ποζολάνη (ηφαιστειακή γη) στον Ελλαδικό χώρο προέρχεται σήμερα από τη Μήλο ή τη Νίσυρο και είναι το βασικό υλικό του παραδοσιακού κονιάματος κουρασάνι.

Ιστορική αναδρομήΕπεξεργασία

ΑρχαιότηταΕπεξεργασία

Ελλαδικός χώροςΕπεξεργασία

Αν και το τσιμέντο με την μορφή που το ξέρουμε σήμερα δεν υπήρχε στην αρχαία Ελλάδα, υπήρχε εφάμιλλο από μείγμα σβησμένου ασβέστη και ηφαιστειακής γης από τη Θήρα (θηραϊκή γη) ή τη Νίσυρο, το οποίο συνδυασμένο με άμμο ή χαλίκι, έδινε εκπληκτικά αποτελέσματα και ήταν έτσι φτιαγμένο που να προσεγγίζει ή και να ξεπερνάει σε ιδιότητες το σημερινό τσιμέντο. Η δεξαμενή νερού της αρχαίας πόλης Καμείρου στην Ρόδο, χωρητικότητας 600 τόνων, αποτελεί δείγμα της χρήσης του αρχαίου τσιμέντου σχεδόν από το 900 π.Χ. Παρόμοια ευρήματα συναντώνται και στην Κνωσό, στα Μινωικά ανάκτορα, που θεωρούνται από τα σημαντικότερα τεχνολογικό επιτεύγματα μέχρι σήμερα.

ΡώμηΕπεξεργασία

Το Ρωμαϊκό κονίαμα είχε τη δυνατότητα να πήζει και να σκληραίνει μέσα στο νερό (υδραυλική κονία), αντί να διαλύεται από το νερό όπως τα ασβεστοκονιάματα. Χρησιμοποιήθηκε για πλήθος κατασκευών κατά την Ρωμαϊκή εποχή, όπως οδοί, γέφυρες, υδραγωγεία, τα λουτρά του Καρακάλα, το Κολοσσαίο, το Πάνθεον κ.α. Χρησιμοποιώντας λάβα από τα κοντινά ηφαίστεια (π.χ. το Pozuoli, εξ ου και ποζολάνες ή ποζολανικά κονιάματα), πετύχαιναν ένα ισχυρότατο μίγμα, με αποτέλεσμα έργα των οποίων η αντοχή εντυπωσιάζει μέχρι σήμερα. Το Πάνθεον είναι ένα από τα αρχαιότερα διασωθέντα ανέπαφα κτίσματα παγκοσμίως, με κύριο οικοδομικό υλικό το Ρωμαϊκό κονίαμα. (The Roman Pantheon: The Triumph of Concrete by David Moore, P.E.). Το Ρωμαϊκό κονίαμα χρησιμοποιήθηκε επίσης από τον Ρωμαϊκό στρατό, ως συνδετική ύλη για την κατασκευή γεφυριών, χρήσιμα για τις προελάσεις τους. Το υλικό αυτό με την μοναδική του ιδιότητα να πήζει μέσα στο νερό, συνδυασμένο με τις πέτρες, που εύρισκαν άφθονες στην γύρω περιοχή, επέτρεπε την γρήγορη κατασκευή των γεφυριών, που είχαν ανάγκη. Για τον σκοπό αυτό λέγεται, ότι έφερναν ηφαιστειακή γη από το ηφαίστειο της Αίτνας.

ΒυζάντιοΕπεξεργασία

Η Αγία Σοφία είναι ένα αρχιτεκτονικό αριστούργημα, που οφείλει πολλά στα δομικά υλικά της εποχής. Η αναπληρώτρια καθηγήτρια στο τμήμα Χημικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, Τώνια Μοροπούλου, έψαξε τα βυζαντινά κείμενα στο Φανάρι [εκκρεμεί παραπομπή] και βρήκε μια περιγραφή του 9ου αιώνα, που αφορά στην κατασκευή του ναού και ειδικά την σύνθεση των κονιαμάτων της Αγιά Σοφιάς, το περίφημο βυζαντινό τσιμέντο, που είναι και το πιο κρίσιμο υλικό για τη άμεμπτη συμπεριφορά του μνημείου στους σεισμούς. Το ίδιο υλικό, το λεγόμενο τότε «κουρασάνι» χρησιμοποίησαν τον 18ο αιώνα στην παλαιά πόλη της Ρόδου για να επικαλύψουν και να αδιαβροχοποιήσουν τις στέγες αλλά και παλιότερα οι μονές του Αγίου Όρους και άλλα Βυζαντινά κτίσματα, πολλά από τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα, αδιάψευστοι μάρτυρες της αντοχής του εξαιρετικού αυτού υλικού.

Διαβάστε επίσηςΕπεξεργασία