Άνοιγμα κυρίου μενού

Απώλεια ακοής ονομάζουμε την ελάττωση της ακουστικής ικανότητας που είναι αποτέλεσμα βλάβης σε ένα ή περισσότερα τμήματα του έξω, μέσου ή έσω ωτός. Όταν η απώλεια ακοής είναι ολική (βαθιά) μιλάμε για κώφωση, ενώ όταν είναι μερική κάνουμε λόγο για βαρηκοΐα. Η απώλεια ακοής μπορεί να έχει γενετικές ή περιβαλλοντικές αιτίες καθώς και να προκαλείται λόγω γήρανσης (πρεσβυακουσία). Μπορεί να είναι μονόπλευρη (στο ένα αυτί) ή αμφοτερόπλευρη (και στα δύο αυτιά), προσωρινή ή μόνιμη.

Απώλεια ακοής
Ταξινόμηση και εξωτερικές πηγές

Το διεθνές σύμβολο της κώφωσης
Ταξινόμηση ICD-10 H90-H91
Ταξινόμηση ICD-9 389
MeSH D034381

Μερική αποκατάσταση της ακοής είναι δυνατή μέσω ακουστικών βοηθημάτων ή μέσω κοχλιακού εμφυτεύματος, μιας ηλεκτρονικής συσκευής που επιτρέπει τη διέγερση του ακουστικού νεύρου παρακάμπτοντας τον κοχλία[1].

Πρόσφατα ανακαλύφθηκε οτι η κώφωση από τη γέννηση οφείλεται στο χρωμόσωμα 21. Οι ερευνητές παρατήρησαν μία γενετική μετάλλαξη, που εξουδετερώνει τη δράση του γονιδίου αυτού και οδηγεί σε βαριά κώφωση. Η ανωμαλία αυτή εμποδίζει το γονίδιο να παράγει μια πρωτεΐνη που ανήκει στην οικογένεια της πρωτεάσης και υπάρχει σε ένα μέρος του έσω ωτός, που λέγεται κοχλίας.

ΠηγήΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. communications (2014-04-21). «Cochlear Implants» (στα αγγλικά). American Academy of Otolaryngology-Head and Neck Surgery. http://www.entnet.org/content/cochlearimplants. Ανακτήθηκε στις 2017-08-25. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία