Μάχη της γέφυρας Παπάδων

Μάχη της ελληνικής Εθνικής Αντίστασης

Η μάχη της γέφυρας Παπάδων διεξήχθη στις 7-10 Μαΐου του 1944 μεταξύ των ελληνικών εθνικιστικών αντιστασιακών δυνάμεων του Αντών Τσαούς και των βουλγαρικών στρατευμάτων Κατοχής, στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η σύγκρουση ξέσπασε όταν τμήμα βουλγαρικού στρατού, που κινήθηκε προς τα ορεινά του νομού Δράμας, έπεσε σε ενέδρα ανταρτών σε γέφυρα του ποταμού Νέστου, κοντά στο χωριό Παππάδες. Οι Έλληνες αντάρτες προσπαθούσαν να αποτρέψουν τους αντιπάλους τους από το να προσεγγίσουν το πεδίο των συμμαχικών ρίψεων πολεμοφοδίων στην περιοχή. Η μάχη κράτησε μέχρι τις 10 Μαΐου, όταν οι αντάρτες συμπτύχθηκαν, έχοντας ενδιάμεσα προκαλέσει απώλειες στις βουλγαρικές δυνάμεις. Η μάχη της γέφυρας Παπάδων αναφέρεται ως η σημαντικότερη που έδωσαν οι ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις στην περιοχή της κατεχόμενης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης[1].

Μάχη γέφυρας Παπάδων
Εθνική Αντίσταση
Β' Παγκόσμιος Πόλεμος
Χρονολογία7-10 Μαΐου 1944
ΤόποςΝέστος ποταμός, Παππάδες Δράμας
ΈκβασηΣυντεταγμένη υποχώρηση ανταρτών
Αντιμαχόμενοι
  • ΕΑΟ
  • Βρετανοί σαμποτέρ
  • Βουλγαρικός στρατός Κατοχής
  • Δυνάμεις
    • Δύναμη τάγματος (αρχικά)
    • περαιτέρω ενισχύσεις από τακτικό στρατό και αεροπορία
    Απώλειες
    9 ή 14 νεκροί, αρκετοί τραυματίες
    150 νεκροί και τραυματίες (βρετανική εκτίμηση)

    Πολιτικό και στρατιωτικό πλαίσιοΕπεξεργασία

    Μετά τη Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα και την ακόλουθη επικράτηση της Βέρμαχτ, η χώρα χωρίστηκε σε τρεις ζώνες κατοχής: γερμανική, βουλγαρική και ιταλική. Η Βουλγαρία έλαβε την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη (πλην ενός κομματιού του νομού Έβρου, κατά μήκος των ελληνοτουρκικών συνόρων[2]), περιοχές που από δεκαετίες αποτελούσαν στόχο του βουλγαρικού αλυτρωτισμού. Είχαν περιέλθει βραχυπρόθεσμα υπό την κατοχή του βουλγαρικού κράτους μετά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο και κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Βουλγαρία προσπαθούσε να της αναγνωριστεί η de jure προσάρτηση των εδαφών, και όχι απλώς η κατάληψή τους, ενώ από την πλευρά της η Γερμανία, παρόλο που δε δεχόταν την επίσημη προσάρτηση[3][4] των εδαφών, όσο θα κρατούσε ο πόλεμος παραχώρησε ελευθερία κινήσεων στις βουλγαρικές αρχές.[3]

    Ακολούθησε πολυεπίπεδη καταπίεση από τις βουλγαρικές αρχές Κατοχής έναντι του ντόπιου ελληνικού πληθυσμού που περιλάμβανε απελάσεις, επιβολή της βουλγαρικής γλώσσας και της υιοθέτησης βουλγαρικών επωνύμων στους κατοίκους, κλείσιμο των ελληνικών σχολείων και ταυτόχρονη απαγόρευση των ελληνικών βιβλίων, κλείσιμο των ελληνικών τυπογραφείων κλπ. Παράλληλα, εφαρμόστηκε τακτική εποικισμού με Βούλγαρους, στους οποίους δόθηκαν οι περιουσίες των Ελλήνων που είχαν εγκαταλείψει την περιοχή.

    Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1941, ξέσπασε η εξέγερση της Δράμας, που οργανώθηκε από ντόπιους κομμουνιστές, και κατεστάλη με εξαιρετική σκληρότητα από τις βουλγαρικές δυνάμεις. Επακόλουθο ήταν οι μαζικές σφαγές αμάχων. Στις συνέπειες της αποτυχίας της συγκεκριμένης εξέγερσης συγκαταλέγεται και η καθυστέρηση ανάπτυξης των αντιστασιακών δυνάμεων στην περιοχή[5]οι οποίες, από τις αρχές του 1944, είχαν κατανεμηθεί στα στρατόπεδα των - εχθρικών μεταξύ τους[6] - οργανώσεων του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και των ΕΑΟ.

    Η μάχηΕπεξεργασία

    Στις αρχές Μαΐου του 1944, ισχυρές βουλγαρικές δυνάμεις κινήθηκαν προς τα ορεινά του νομού Δράμας προκειμένου να καταδιώξουν τους εθνικιστές αντάρτες των ΕΑΟ, οι οποίοι λίγες μέρες νωρίτερα είχαν ενισχυθεί σημαντικά μέσω των συμμαχικών ρίψεων στην περιοχή της Ελατιάς (Καρά Ντερέ). Από την μεριά τους, οι αντάρτες αποφάσισαν να οργανώσουν ενέδρα σε γέφυρα μήκους περίπου 100 μέτρων στο Νέστο, κοντά στους Παππάδες. Η αρχική σύνθεση των ανταρτών περιλάμβανε ένοπλους υπό τις διαταγές των καπετάνιων Γιάννη Λαφτσίδη, Ηλία Σελαλματζίδη και Αναστάσιου Αναστασιάδη και είχε στη διάθεσή της αρκετά βαρέα όπλα[7].

    Η μάχη ξέσπασε το πρωί της 7ης Μαΐου με τους αντάρτες να βάλλουν εναντίον του αντίπαλου τάγματος, όταν η εμπροσθοφυλακή του πέρασε τη γέφυρα, ενώ οι Βούλγαροι στρατιώτες καθηλώθηκαν χωρίς να έχουν ικανοποιητική κάλυψη. Τις επόμενες μέρες και όσο η μάχη ήταν σε εξέλιξη, οι αντιμαχόμενες πλευρές δέχτηκαν ενισχύσεις, καθώς στη σύγκρουση ενεπλάκησαν από τη μια πλευρά επιπλέον δυνάμεις του βουλγαρικού στρατού (ανάμεσά τους και μαχητικά αεροσκάφη) και από την άλλη αντάρτες του Καρά Ντερέ και του Φαλακρού, μεταξύ των οποίων και ο αρχηγός των ΕΑΟ Καρά Ντερέ Αναστάσιος Αβραμίδης.

    Στις 9 του μήνα, οι βουλγαρικές δυνάμεις σημείωσαν πρόοδο, ενώ παράλληλα η γέφυρα υπέστη μερικές ζημιές από τις ενέργειες Bρετανών[7][8] σαμποτέρ που επιχείρησαν να την ανατινάξουν. Εν τέλει, οι Έλληνες αντάρτες συμπτύχθηκαν, το βράδυ της 10ης Μαΐου, κινούμενοι προς την περιοχή των χωριών Σκαλωτής και Θησαυρού[7].

    Απώλειες αντιμαχόμενωνΕπεξεργασία

    Σύμφωνα με βρετανικές εκτιμήσεις, οι απώλειες των Βουλγάρων ήταν της τάξεως των 150 νεκρών και τραυματιών. Από την αντίθετη πλευρά, οι αντάρτες μέτρησαν 9 νεκρούς και αρκετούς τραυματίες, ενώ ακόμη σκοτώθηκαν άμαχοι βοηθητικοί (κυρίως πολίτες γειτονικών χωριών) που έσπευσαν να συνδράμουν τους ένοπλους μεταφέροντας όπλα, προμήθειες κλπ. Σε μεταπολεμικό μνημείο που στήθηκε στο πεδίο της μάχης είναι καταχωρημένα τα ονόματα 14 πεσόντων[9].

    ΑντίποιναΕπεξεργασία

    Οι απώλειες των βουλγαρικών δυνάμεων επέφεραν εκτεταμένες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά των ανταρτών, καθώς και αντίποινα εναντίον του άμαχου πληθυσμού που περιλάμβαναν εκτελέσεις, πυρπολήσεις χωριών και εκτοπίσεις κατοίκων[10].

    Αποτίμηση - Δημόσια μνήμηΕπεξεργασία

    Η μάχη της γέφυρας Παπάδων αναφέρεται ως η σημαντικότερη επιτυχία των εθνικιστών ανταρτών που δρούσαν υπό την αρχηγία του Αντών Τσαούς[11]. Επιπλέον, έχει χαρακτηριστεί ως η πιο σημαντική μάχη που δόθηκε από αντιστασιακή οργάνωση στη βουλγαρική ζώνη Κατοχής[1]. Μεταπολεμικά, στο σημείο τοποθετήθηκε μνημείο, ενώ στην επέτειο της μάχης διεξαγόταν επίσημος κρατικός εορτασμός. Το 1981, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ[11] ήρε την κρατική αιγίδα από την εκδήλωση θεωρώντας τη διχαστική[9].

    ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

    1. 1,0 1,1 Χατζηαναστασίου, Τάσος (2003). Αντάρτες και καπετάνιοι. Η Εθνική Αντίσταση κατά της βουλγαρικής κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, 1942-1944. Θεσσαλονίκη: Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη. σελ. 157. 
    2. Η συγκεκριμένη περιοχή εξαιρέθηκε από τον βουλγαρικό έλεγχο προκειμένου να μην προκληθεί η γειτονική Τουρκία (βλ. Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και σβάστικα. Η Ελλάδας της Κατοχής και της Αντίστασης, 1941-1944, ΤΟ ΒΗΜΑ Βιβλιοθήκη, 2009, τόμος Α΄, σελ. 110).
    3. 3,0 3,1 Κουζινόπουλος, Σπύρος (2011). Δράμα 1941. Μια παρεξηγημένη εξέγερση. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη. σελ. 29-30. 
    4. Φλάισερ, Χάγκεν (2009). Στέμμα και σβάστικα. Η Ελλάδας της Κατοχής και της Αντίστασης, 1941-1944. Α΄. Αθήνα: ΤΟ ΒΗΜΑ Βιβλιοθήκη. σελ. 110. 
    5. Χατζηαναστασίου (2003). σελ. 31.
    6. Χατζηαναστασίου (2003). σελ. 144-145.
    7. 7,0 7,1 7,2 Χατζηαναστασίου (2003). σελ. 155-156.
    8. O'Connor, Bernard (2018). Sabotage in Greece. σελ. 289-290. 
    9. 9,0 9,1 Χατζηαναστασίου (2003). σελ. 156-157.
    10. Χατζηαναστασίου (2003). σελ. 157-160.
    11. 11,0 11,1 Καλογρηάς, Βάιος (2012). Το αντίπαλο δέος. Οι εθνικιστικές οργανώσεις αντίστασης στην κατεχόμενη Μακεδονία (1941-1944). Θεσσαλονίκη: University Studio Press. σελ. 332. 

    Δείτε επίσηςΕπεξεργασία