Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Μιχαήλ Δράκος- Σούτσος, αναφέρεται και ως Μιχαήλ Α΄ Σούτσος, (1730-1803 Κωνσταντινούπολη) ήταν Έλληνας Φαναριώτης στην υπηρεσία της Οθωμανικής κυβέρνησης. Διετέλεσε τρεις φορές οσποδάρος της Βλαχίας μεταξύ των ετών 1783-1786, 1791-1792 και 1801-1802, ενώ στο ενδιάμεσο διάστημα 1793-1795 κυβέρνησε τη Μολδαβία.

Μιχαήλ Δράκος-Σούτσος
Le Prince de Moldavie - Choiseul-gouffier Gabriel Florent Auguste De - 1822.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Михаил Драко Суцу (Moldovan)
Γέννηση1730
Θάνατος1803
Κωνσταντινούπολη
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταδιπλωμάτης
δραγουμάνος
Οικογένεια
ΤέκναΑλέξανδρος Μ. Σούτσος
Αλέξανδρος Ν. Σούτσος
ΑδέλφιαΝικόλαος Σούτσος
ΟικογένειαΟικογένεια Σούτσου
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΟσποδάρος (1783–1786, Βλαχία)
Οσποδάρος (1791–1792, Βλαχία)
Οσποδάρος (1793–1795, Μολδαβία)
Οσποδάρος (1801–1802, Βλαχία)

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

Ο Μιχαήλ Δράκος-Σούτσος ήταν γιος του Κωνσταντίνου Δράκου, Μεγάλου Σπαθάριου και Μεγάλου Λογοθέτη του Πατριαρχείου, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ο ιδρυτής της οικογένειας. Η οικογένεια Σούτσου είναι παλιά φαναριώτικη οικογένεια, μέλη της οποίας διακρίθηκαν στην διοίκηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ως ηγεμόνες στη Μολδοβλαχία. Τα πρώτα μέλη της εμφανίζονται τον 17ο αιώνα στην Κωνσταντινούπολη ενώ πιθανολογείται ότι κατάγεται από την οικογένεια Δράκου της Ηπείρου. Εικάζεται πως ένας από τους Δράκους, έχοντας γνώσεις υδραυλικών συνέβαλε στη βελτίωση της ύδρευσης της Κωνσταντινούπολης. Από τότε οι Τούρκοι τους έδωσαν το επίθετο ΄΄Σουτζής΄΄, που σημαίνει υδραυλικός και οι Έλληνες το μετέτρεψαν αρχικά σε ΄΄Σούτζος΄΄ και αργότερα σε ΄΄Σούτσος΄΄. Αυτό επιβεβαιώνεται από δημοσιευμένο κείμενο προσφώνησης προς τον ηγεμόνα το 1792 (δηλαδή στη διάρκεια της δεύτερης θητείας) από τον γιατρό Δημήτριο Καρακάση, όπου αναφέρεται ως Σούτζος, αλλά και ως Σουτζής [1].

ΗγεμόναςΕπεξεργασία

Ο Μιχαήλ Δράκος- Σούτσος, όπως αναφέρθηκε, διετέλεσε τρεις φορές οσποδάρος της Βλαχίας μεταξύ των ετών 1783-1786, 1791-1792 και 1801-1802. Όπως και άλλα μέλη της οικογένειάς του, έχοντας πρόσβαση στην Υψηλή Πύλη, άρχισε την καριέρα του ως Μέγας δραγουμάνος (Μέγας διερμηνέας) από το 1782 ως το 1783. Τον Ιούλιο του 1783 ορίσθηκε να διαδεχθεί τον Νικόλαο Καρατζά στην ηγεμονία της Βλαχίας. Ήταν τότε που η Ρωσία προσάρτησε από την Οθωμανική αυτοκρατορία το Χανάτο της Κριμαίας. Ο Μιχαήλ κυβέρνησε καταρχήν ειρηνικά με σύνεση και αποτελεσματικότητα, φροντίζοντας για την ίδρυση σχολείων και νοσοκομείων. Το 1775 η Αυστρία είχε προσαρτήσει την επαρχία της Μπουκοβίνας από τη Μολδαβία και το ειρηνικό κλίμα άρχισε να διαταράσσεται. Η πρώτη αυτή θητεία διακόπτεται καθώς η Υψηλή Πύλη το 1786 αντικαθιστά τον ηγεμόνα διορίζοντας στη θέση του, έναν μη Φαναριώτη Έλληνα από την Πάρο, τον Νικόλαο Μαυρογένη, το δραγουμάνο του στόλου.

Ο Νικόλαος Μαυρογένης πολέμησε με δικούς του Ρουμάνους στρατιώτες εναντίον των Αυστριακών, αλλά και των Ρώσων, στα πλαίσια του Ρωσοτουρκικού πολέμου 1787-1792. Κέρδισε κάποιες μάχες και εμπόδισε την εισβολή των Αυστριακών για ένα περίπου χρόνο, αλλά τελικά νικήθηκε από τον Αυστριακό στρατό. Νικημένος ο Μαυρογένης υποχρεώθηκε να περάσει με βάρκα το Δούναβη προς τη Βουλγαρική όχθη, όπου το Σεπτέμβριο του 1790 τον σκότωσε κάποιος εχθρικά διακείμενος Τούρκος πασάς. Ακολούθησε κατοχή της Βλαχίας από τους Αυστριακούς, μετά την οποία ο σουλτάνος Σελίμ Γ΄ επανέφερε τον Μιχαήλ Σούτσο στο θρόνο της Βλαχίας, για δεύτερη θητεία, από τον Μάρτιο του 1791 μέχρι το Δεκέμβριο του 1792. Τότε, το Δεκέμβριο του 1792, ο σουλτάνος μετέφερε τον Μιχαήλ Σούτσο στο θρόνο της Μολδαβίας, όπου και παρέμεινε μέχρι τον Απρίλιο 1795.

Η τρίτη θητεία στο θρόνο της Βλαχίας (Οκτώβριος 1801 – Μάιος 1802) ακολούθησε την παραίτηση του Αλέξανδρου Μουρούζη και συνδέθηκε με την αποστασία του Πασβάντογλου. Ο Μουρούζης, ο οποίος δεν είχε καταφέρει να αντιμετωπίσει την επιδρομή του επαναστάτη Πασβάντογλου στην Κραϊόβα, ζητούσε επίμονα από την Υψηλή Πύλη την αντικατάστασή του, για την οποία και πλήρωσε ώστε να την πετύχει. Έτσι τον Οκτώβριο του 1801 ο Μουρούζης αποσύρεται στην Κωνσταντινούπολη και αντικαθίσταται από τον Μιχαήλ Σούτσο.

Ο Πασβάντογλου συνέχισε τις επιθέσεις του στο εσωτερικό της Βλαχίας και πέτυχε να νικήσει τον Οθωμανικό στρατό, κατέλαβε το Ρίμνικ και κατευθύνονταν προς το Βουκουρέστι. Στις 15 Μαΐου 1802 οι περισσότεροι κάτοικοι του Βουκουρεστίου άρχισαν να εγκαταλείπουν την πόλη μετακινούμενοι προς το Μπρασόφ [2]. Στις 18 Μαΐου οι Τούρκοι και Αλβανοί μισθοφόροι της φρουράς του Βουκουρεστίου ζητούσαν την πληρωμή τους και ο Σούτσος, αφού τους υποσχέθηκε ότι θα τους πληρώσει μετά από δύο μέρες, έφυγε λίγο έξω από την πόλη, στην Κολεντίνα, όπου η κατοικία των Γκίκα. Οι Βογιάροι που θα τον περίμεναν εκεί, ακούγοντας φήμες ότι ο Σούτσος είχε σκοτωθεί, έφυγαν προς τη Μολδαβία. Τέλος ο Σούτσος, μη βρίσκοντας τους βογιάρους στην κατοικία των Γκίκα, αναχώρησε προς την Τρανσυλβανία. Αγανακτισμένοι οι απλήρωτοι στρατιώτες λήστεψαν το παλάτι και απείλησαν να κάψουν το Βουκουρέστι, γεγονός που αποφεύχθηκε μόνο με την παρέμβαση μιας Οθωμανικής στρατιωτικής μονάδας από το Κοτροτσένι. [3]. Καθώς είχε αυτοεξοριστεί, ο Σούτσος εκθρονίστηκε από τους Οθωμανούς το καλοκαίρι του 1802. Τελικά αναγκάστηκε να καταφύγει στην Αυστρία, όπου και πέθανε το 1803.

Από το γάμο του με τη Σεβαστή Καλλιμάχη απέκτησε τρία παιδιά: το Γρηγόριο, πατέρα του Μιχαήλ-Βόδα Σούτσου (Μιχαήλ Β΄ Σούτσος), τη Μαριώρα (Μαρία) μετέπειτα σύζυγο του Ιάκωβου Αργυρόπουλου (μέγα δραγουμάνου από το 1812 μέχρι το 1817), καθώς και τον Αλέξανδρο-Μιχαήλ, που όντας μέγας δραγουμάνος εκτελέσθηκε το 1807.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Ştefan Ionescu, Bucureştii în vremea fanarioţilor ("Το Βουκουρέστι στο καιρό των Φαναριωτών"), Editura Dacia, Cluj, 1974.
  • Καρακάσση, Δημητρίου του Νικολάου: Ποιημάτια Ιατρικά .Τύποις Γεωργίου Βεντότη, Εν Βιέννη, 1795.
  • Θεόδωρος Μπλανκάρ, Ο Οίκος των Μαυρογένη, ΕΣΤΙΑ, Αθήνα 2011, ISBN 978-960-05-1510-7

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Καρακάσση, Δημητρίου του Νικολάου: Ποιημάτια Ιατρικά. Τύποις Γεωργίου Βεντότη, Εν Βιέννη, 1795, σελ.228-229.
  2. Ionescu, p.255-256
  3. Ionescu, p.258