Η Μονή Σοπότσανι ή Σοπότσανη[1] (σερβικά: Сопоћани/Sopoćani) είναι σερβικό ορθόδοξο μοναστήρι του 13ου αιώνα στην περιοχή Ράσκα, στη νοτιοδυτική Σερβία. Η μονή ιδρύθηκε από τον Στέφαν Ούρος Α΄ και κτίστηκε το χρονικό διάστημα 1259-1271. Η μονή βρίσκεται κοντά στις πηγές του ποταμού Ράσκα, στο κέντρο του μεσαιωνικού σερβικού κράτους. Η Σοπότσανη μαζί με το Στάρι Ρας έχουν ανακηρυχθεί μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ από το 1979.

Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Στάρι Ρας και Σοπότσανι
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων Π.Κ.
Manastir Sopocani 2.jpg
Χώρα μέλοςFlag of Serbia.svg Σερβία
ΤύποςΠολιτιστικό
Κριτήριαi, iii
Ταυτότητα96
ΠεριοχήΕυρώπη και Βόρεια Αμερική
Συντεταγμένες43°7′05″N 20°22′26″E / 43.11806°N 20.37389°E / 43.11806; 20.37389Συντεταγμένες: 43°7′05″N 20°22′26″E / 43.11806°N 20.37389°E / 43.11806; 20.37389
Ιστορικό εγγραφής
Εγγραφή1979 (3η συνεδρίαση)

ΤοιχογραφίεςΕπεξεργασία

Η μονή αγιογραφήθηκε σταδιακά τα χρόνια μετά την ολοκλήρωσή της το 1260. Οι τοιχογραφίες χωρίζονται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Το 1263-1268, δημιουργήθηκαν διάφορες τοιχογραφίες, συμπεριλαμβανομένων αυτών των υιών του Στεφάνου Ούρεση Α΄, Ντραγκούτιν και Μιλούτιν. Το 1331-1346, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Στέφανου Δουσάν, η εκκλησία επεκτάθηκε και απέκτησε τα χαρακτηριστικά καθεδρικού ναού, και απέκτησε αγιογραφίες στον εξωνάρθηκα τις εκκλησίας.[2] Την περίοδο 1335-1371 θεωρείται ότι ολοκληρώθηκε η αγιογράφηση του ναού, όπως φαίνεται από τις αγιογραφίες με ρυθμούς οι οποίοι παρατηρούνται σε άλλες κοντινές εκκλησίες. Το 1370-1375 έλαβε χώρα ο πρώτος επιχρωματισμός των τοιχογραφιών. Παράλληλα άρχισε η αντιγραφή των τοιχογραφιών της Σοπότσανης, δημιουργώντας τη σχολή Σοπότσανης στην τοιχογράφηση των εκκλησιών.[3] Η σχολή Σοπότανης ήταν μία από τις εμπνεύσεις των Σέρβων ζωγράφων των αρχών του 20ού αιώνα.[4]

Το 1689, μεγάλο τμήμα τοιχογραφιών καταστράφηκε. Ο πόλεμος με τους Οθωμανούς οδήγησε στην ερήμωση της μονής και οι καιρικές συνθήκες επέτειναν την καταστροφή. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα έλαβε χώρα δύο φορές αποκατάσταση των τοιχογραφιών, το 1925-1929 και το 1949-1958. Αποκαταστάθηκε το χρώμα και η καθαρότητα των εικόνων, αλλά πολλές από τις λεπτομέρειες από φύλλα χρυσού διακρίνονται με δυσκολία.[5]

Ρυθμός και θέματαΕπεξεργασία

 
Λεπτομέρεια από την Κοίμηση της Θεοτόκου

Οι τοιχογραφίες της μονής απεικονίζουν χριστιανούς αγίους, εθνικούς αγίους, καθώς και επισκοπικές και χριστιανικές παραστάσεις. Οι παραστάσεις ακολουθούν σειρά αφήγησης από τα αριστερά προς τα δεξιά, και πρέπει να ειδωθούν με συγκεκριμένη σειρά για να γίνουν κατανοητές.[6] Ο κλασσικός ρυθμός των τοιχογραφιών της εκκλησίας έχει επηρεαστεί από την ύστερη βυζαντινή τέχνη, όπως αυτή στη βασιλική του Αγίου Βιτάλιου και άλλες βυζαντινές εκκλησίες.[7] Κάποιες από τις τοιχογραφίες είναι παράδειγμα της μετάβασης της βυζαντινής τέχνης ανάμεσα στην κομνηνιανή και την παλαιολόγεια τέχνη, καθώς πολλές ολοκληρώθηκαν ανάμεσα στο 1263 και το 1268. Η τοιχογραφία της Κοίμησης της Θεοτόκου, με τις μνημειώδεις μορφές και τη μεγαλοπρεπή σύνθεση είναι παράδειγμα αυτού.[8] Άλλα μοτίβα, όπως υδροχαρή πουλιά και λωτοί, έχουν επηρεαστεί από τη βυζαντινή τέχνη της εποχής του Ιουστινιανού.[9]

Οι τοιχογραφίες στη Σοπότσανη ζωγραφίστηκαν σε παρόμοιο στυλ με αυτό των βυζαντινών καλλιτεχνών, όμως οι καταβολές των καλλιτεχνών παραμένουν άγνωστες.[10] Αποτελούν παράδειγμα της παλαιολόγειας αναγέννησης, εξέλιξη του πλαστικού στυλ το οποίο παρατηρείται σε άλλες μονές, όπως στη μονή Μιλέσεβα.[11] Η διαδικασία περιλαμβάνει μια σειρά καθορισμένων βημάτων: τοποθέτηση γύψου, σχεδίαση με κάρβουνο, τοποθέτηση στρωμάτων βαφής κτλ. Όμως υπάρχουν και εξαιρέσεις· στην τοιχογραφία της Κοίμησης της Θεοτόκου, η οποία ζωγραφίστηκε με ορατές τις διαχωριστικές γραμμές, οι οποίες συνήθως σβήνονταν, και αποτελεί παράδειγμα του γραμμικού στυλ.[12] Κάποιοι ιστορικοί το έχουν αποδώσει σε παράβλεψη από την πλευρά του καλλιτέχνη.[13] Κάποιες από τις τοιχογραφίες φέρουν φύλλα χρυσού στο περίγραμμα, μια απόφαση η οποία πάρθηκε από τον Στέφανο Ούρεση Α΄ για να προσδώσει οπτικό μεγαλείο.[14]

ΕικονογραφίαΕπεξεργασία

Η βυζαντινή επιρροή και η εισαγωγή του εικονοστασίου στις εκκλησίες δημιούργησε την ανάγκη για φορητές εικόνες.[15] Οι εικόνες στη Σοπότσανη περιλαμβάνουν κυρίως τη μητριαρχία, απεικονίζοντας μεταξύ άλλων τη ζωή και το θάνατο της Παναγίας.[16] Τα πορτραίτα σε αυτές τις εικόνες ενσωματώνουν βυζαντινούς συμβολισμούς και τεχνικές, το οποίο δίνει έμφαση στη θέση της κεφαλής, καθώς και στις ιδιότητες των χεριών. Για παράδειγμα, το αριστερό χέρι θεωρείται συχνά γυναικείο, κρατά βιβλία ή γραφές. Το δεξιό χέρι κρατάει ξίφος, σταυρό ή λόγχη.[17] Αυτές οι ιδιότητες αναγνωρίζονται στις εικόνες των αγίων, αποστόλων, μαρτύρων και ευαγγελιστών στη Σοπότσανη. Η απεικόνιση των μορφών είναι σύγχρονη με την ανάπτυξη του νατουραλισμού, ο οποίος βρίσκεται σε άλλες βυζαντινές εικόνες και ψηφιδωτά, όπως η Δέηση στην Αγία Σοφία.[18]

ΕικόνεςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Κακουριώτης, Σπύρος. «Μεσαιωνική τέχνη από τη Σερβία». Η Αυγή. Ανακτήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 2019. 
  2. Upadhya, Om. The art of Ajanta and Sopoćani: A comparative study: An enquiry in prāṇa aesthetics. Delhi: Motilal Banarsidass. σελ. 28. ISBN 81-208-0990-4. 
  3. Upadhya, Om. The art of Ajanta and Sopoćani: A comparative study: An enquiry in prāṇa aesthetics. Delhi: Motilal Banarsidass. σελ. 29. ISBN 81-208-0990-4. 
  4. Upadhya, Om. The art of Ajanta and Sopoćani: A comparative study: An enquiry in prāṇa aesthetics. Delhi: Motilal Banarsidass. σελ. 30. ISBN 81-208-0990-4. 
  5. Rajković, Mila (1967). Sopoćani. Beograd, "Jugoslavija". σελ. 5. 
  6. Upadhya, Om. The art of Ajanta and Sopoćani: A comparative study: An enquiry in prāṇa aesthetics. Delhi: Motilal Banarsidass. σελ. 25. ISBN 81-208-0990-4. 
  7. Rajković, Mila (1967). Sopoćani. Beograd, "Jugoslavija". σελ. 6. 
  8. Kazhdan, Alexander; Talbot, Alice-Mary; Cutler, Anthony; Gregory, Timothy; Sevcenko, Nancy (1991). The Oxford Dictionary of Byzantium. New York: Oxford University Press. σελ. 1929. 
  9. Upadhya, Om. The art of Ajanta and Sopoćani: A comparative study: An enquiry in prāṇa aesthetics. Delhi: Motilal Banarsidass. σελ. 283. ISBN 81-208-0990-4. 
  10. Kazhdan, Alexander; Talbot, Alice-Mary; Cutler, Anthony; Gregory, Timothy; Sevcenko, Nancy (1991). The Oxford Dictionary of Byzantium. New York: Oxford University Press. σελ. 1929. 
  11. Σπαθαράκης, Ιωάννης (1999). Βυζαντινές τοιχογραφίες Νομού Ρεθύμνου. Ρέθυμνο: Μίτος. σελ. 15. ISBN 960-7857-02-X. 
  12. Kazhdan, Alexander; Talbot, Alice-Mary; Cutler, Anthony; Gregory, Timothy; Sevcenko, Nancy (1991). The Oxford Dictionary of Byzantium. New York: Oxford University Press. σελ. 1929. 
  13. Upadhya, Om. The art of Ajanta and Sopoćani: A comparative study: An enquiry in prāṇa aesthetics. Delhi: Motilal Banarsidass. σελ. 214. ISBN 81-208-0990-4. 
  14. Upadhya, Om. The art of Ajanta and Sopoćani: A comparative study: An enquiry in prāṇa aesthetics. Delhi: Motilal Banarsidass. σελ. 215. ISBN 81-208-0990-4. 
  15. Schug-Wille, Christa (1969). Art of the Byzantine World. New York: Abrams. σελ. 210. 
  16. Upadhya, Om. The art of Ajanta and Sopoćani: A comparative study: An enquiry in prāṇa aesthetics. Delhi: Motilal Banarsidass. σελ. 214. ISBN 81-208-0990-4. 
  17. Upadhya, Om. The art of Ajanta and Sopoćani: A comparative study: An enquiry in prāṇa aesthetics. Delhi: Motilal Banarsidass. σελ. 150. ISBN 81-208-0990-4. 
  18. Cormack, Robin (2000). Byzantine Art . Oxford, New York: Oxford University Press. σελ. 202. ISBN 978-0-19-284211-4. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία