Η Νέκυια ἡ νέκυα. ("νέκυς «νεκρός» το πτώμα") [1] είναι μια τελετή που συνδέεται με την ελληνική μυθολογία και στοχεύει στην επίκληση των νεκρών για να μάθουν το μέλλον.
Είναι και ο τίτλος που δόθηκε στην ραψωδία Λ της Οδύσσειας του Ομήρου που αφηγείται την επίκληση του Οδυσσέα στον μάντη Τειρεσία επιδιώκοντας απεγνωσμένα να επιστρέψει στην Ιθάκη, όπως τον συμβούλεψε η Κίρκη.

Ο Οδυσσέας θυσιάζει ένα κριάρι.

Ραψωδία Λ'Επεξεργασία

Στην αρχή της ραψωδίας Λ, ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του αναχωρούν από το παλάτι της Κίρκης στην Αιαία, παίρνοντας μαζί τους ένα κοπάδι από κριάρια. Μετά από μια μέρα ταξιδιού φτάνουν στη καταχνιασμένη χώρα των Κιμμερίων[2].
Στη συνέχεια ο Οδυσσέας πραγματοποιεί την τελετουργική πράξη επίκλησης των νεκρών σύμφωνα με τις οδηγίες της μάγισσας Κίρκης - Ενώ ο Ευρύλοχος κι ο Περιμήδης, δύο από τους συντρόφους του Οδυσσέα, αναλαμβάνουν την θυσία των κριαριών,
Ο Οδυσσέας, σκάβει με το σπαθί του έναν λάκκο και κάνει γύρω του μία τριπλή σπονδή στους νεκρούς πρώτα με μελόνερο, ύστερα με γλυκό κρασί και τέλος με νερό· από πάνω πασπαλίζει λευκό αλεύρι που απευθύνεται στους νεκρούς δίνοντας μία τριπλή υπόσχεση ότι, αν ποτέ γυρίσει στην Ιθάκη, θα θυσιάσει μία στείρα δαμάλα για την επιστροφή του[3],


Ραψωδία Λ' Απόδοση

"ἔνθ᾽ ἱερήια μὲν Περιμήδης Εὐρύλοχός τε

ἔσχον· ἐγὼ δ᾽ ἄορ ὀξὺ ἐρυσσάμενος παρὰ μηροῦ
βόθρον ὄρυξ᾽ ὅσσον τε πυγούσιον ἔνθα καὶ ἔνθα,
ἀμφ᾽ αὐτῷ δὲ χοὴν χεόμην πᾶσιν νεκύεσσι,
πρῶτα μελικρήτῳ, μετέπειτα δὲ ἡδέι οἴνῳ,
τὸ τρίτον αὖθ᾽ ὕδατι· ἐπὶ δ᾽ ἄλφιτα λευκὰ πάλυνον.
πολλὰ δὲ γουνούμην νεκύων ἀμενηνὰ κάρηνα,
ἐλθὼν εἰς Ἰθάκην στεῖραν βοῦν, ἥ τις ἀρίστη,
ῥέξειν ἐν μεγάροισι πυρήν τ᾽ ἐμπλησέμεν ἐσθλῶν,
Τειρεσίῃ δ᾽ ἀπάνευθεν ὄϊν ἱερευσέμεν οἴῳ
παμμέλαν᾽, ὃς μήλοισι μεταπρέπει ἡμετέροισι.
τοὺς δ᾽ ἐπεὶ εὐχωλῇσι λιτῇσί τε, ἔθνεα νεκρῶν,
35 ἐλλισάμην, τὰ δὲ μῆλα λαβὼν ἀπεδειροτόμησα
ἐς βόθρον, ῥέε δ᾽ αἷμα κελαινεφές· αἱ δ᾽ ἀγέροντο

ψυχαὶ ὑπὲξ Ἐρέβευς νεκύων κατατεθνηώτων.

.

Εκεί σφαχτά ο Ευρύλοχος κι ο Περιμήδης φέραν,

κι εγώ έσυρα το κοφτερό σπαθί από το πλευρό μου,
κι έσκαψα λάκκο ως πήχη μια, του μάκρου και του πλάτου•
και χύνω ολόγυρα σταλιές στους πεθαμένους όλους,
πρώτα μελόνερο, ύστερα γλυκό κρασί, και τρίτο
παλε νερό• και με λευκό τα πασπαλίζω αλεύρι•
και λέγοντας πολλές ευκές στ' αδύναμα κεφάλια
των πεθαμένων, έταξα πως άμα έρθω στο Θιάκι
στείρα δαμάλα διαλεχτή στον πύργο μου θα σφάξω,
και πως θ' ανάψω τους πυρά γεμάτη ωραία δώρα,
και χώρια αρνί κατάμαυρο του Τειρεσία θα κόψω,
του κοπαδιού το πιο καλό. Και των νεκρών τα πλήθια
με τάματα και προσευχές θερμοπαρακαλώντας,
πηρα τ' αρνιά και τα 'σφαξα στο λάκκο• και το αίμα
έτρεχε ολόμαυρο. Άρχισαν των πεθαμένων τότες>

και μαζεύονταν οι ψυχές απ' το Έρεβος το μαύρο,


Σημαντικά σημείαΕπεξεργασία

-Η ψύχη του Ελπήνορας που αποζητά ταφή (λ 51-83)[4],

ἔνθα σ᾽ ἔπειτα, ἄναξ, κέλομαι μνήσασθαι ἐμεῖο· μή μ᾽ ἄκλαυτον ἄθαπτον ἰὼν ὄπιθεν καταλείπειν, νοσφισθείς, μή τοί τι θεῶν μήνιμα γένωμαι, ἀλλά με κακκῆαι σὺν τεύχεσιν, ἅσσα μοί ἐστι, 75 σῆμά τέ μοι χεῦαι πολιῆς ἐπὶ θινὶ θαλάσσης, ἀνδρὸς δυστήνοιο, καὶ ἐσσομένοισι πυθέσθαι· ταῦτά τέ μοι τελέσαι πῆξαί τ᾽ ἐπὶ τύμβῳ ἐρετμόν, τῷ καὶ ζωὸς ἔρεσσον ἐὼν μετ᾽ ἐμοῖς ἑτάροισιν.»...

Εκεί λοιπόν σαν φτάσεις, σε παρακαλώ, άρχοντά μου, να με θυμηθείς· μη φύγεις και μ᾽ εγκαταλείψεις άταφον, άκλαυτο, κι έτσι με χωριστείς, μήπως σου γίνω η αφορμή και πέσει πάνω σου οργή θεού. Πρώτα κάψε το σώμα μου, μαζί και τ᾽ άρματά μου, τα δικά μου· ύστερα σήμα ανύψωσε για χάρη μου στο περιγιάλι της θαλάσσης — ενός που η δυστυχία τον τσάκισε, να βλέπουν οι μελλούμενοι και να με μνημονεύουν Κι όταν μ᾽ αυτά τελειώσεις, στήριξε το κουπί στον τύμβο μου, αυτό που είχα ζωντανός, όσο κωπηλατούσα με τους άλλους μου συντρόφους.»,...


Τειρεσίας του αποκαλύπτει τι πρέπει να κάνει για την επιστροφή του στην Ιθάκη (λ 90-151)[5]

οἴκαδ᾽ ἀποστείχειν ἔρδειν θ᾽ ἱερὰς ἑκατόμβας ἀθανάτοισι θεοῖσι, τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσι, πᾶσι μάλ᾽ ἑξείης· θάνατος δέ τοι ἐξ ἁλὸς αὐτῷ 135 ἀβληχρὸς μάλα τοῖος ἐλεύσεται, ὅς κέ σε πέφνῃ γήρᾳ ὕπο λιπαρῷ ἀρημένον· ἀμφὶ δὲ λαοὶ ὄλβιοι ἔσσονται· τὰ δέ τοι νημερτέα εἴρω.»...

Ύστερα γύρνα στην πατρίδα σου, εκεί θυσίασε μιαν εκατόμβη στους αθάνατους θεούς που τον πλατύ ουρανό κατέχουν, σ᾽ όλους με τη σειρά. Ο θάνατός σου λέω θα σε βρει απόμακρα απ᾽ τη θάλασσα, ήσυχος και γλυκός, τέτοιος θα ᾽ρθει για να σε σβήσει σε βαθιά, μεστά γεράματα· και γύρω σου λαοί, όλοι θα ζουν ευτυχισμένοι. Αυτός ο λόγος μου, αλάνθαστος κι αληθινός.»...


-Η συνάντηση του Οδυσσέα με τη μητέρα του Αντίκλεια (λ 155-203)[6]·

«Τέκνον ἐμόν, πῶς ἦλθες ὑπὸ ζόφον ἠερόεντα ζωὸς ἐών; χαλεπὸν δὲ τάδε ζωοῖσιν ὁρᾶσθαι.μέσσῳ γὰρ μεγάλοι ποταμοὶ καὶ δεινὰ ῥέεθρα, Ὠκεανὸς μὲν πρῶτα, τὸν οὔ πως ἔστι περῆσαι πεζὸν ἐόντ᾽, ἢν μή τις ἔχῃ εὐεργέα νῆα. 160 ἦ νῦν δὴ Τροίηθεν ἀλώμενος ἐνθάδ᾽ ἱκάνεις νηΐ τε καὶ ἑτάροισι πολὺν χρόνον; οὐδέ πω ἦλθες εἰς Ἰθάκην, οὐδ᾽ εἶδες ἐνὶ μεγάροισι γυναῖκα;»...

«Γιε μου, πώς ήλθες ζωντανός σ᾽ αυτό το ζοφερό σκοτάδι; Δύσκολο όσοι ζουν να δουν τον κόσμο μας, και πώς! Μεγάλοι μας χωρίζουν ποταμοί, φριχτά νερά, ο ίδιος ο Ωκεανός, που ένας πεζός δεν το μπορεί να τον περάσει, εκτός κι αν έχει πλοίο ακαταμάχητο. 160Ή μήπως έρχεσαι στον κάτω κόσμο από την Τροία, χρόνια ολόκληρα παραδαρμένος, με το καράβι σου και τους συντρόφους; ίσως δεν πήγες στην Ιθάκη καν· δεν είδες τη γυναίκα σου στο αρχοντικό σου;»...


- Η συνάντησή του με ηρωίδες που υπέφεραν (λ 225-330)[7].

Τὴν δὲ μετ᾽ Ἀλκμήνην ἴδον, Ἀμφιτρύωνος ἄκοιτιν, ἥ ῥ᾽ Ἡρακλῆα θρασυμέμνονα θυμολέοντα γείνατ᾽ ἐν ἀγκοίνῃσι Διὸς μεγάλοιο μιγεῖσα· καὶ Μεγάρην, Κρείοντος ὑπερθύμοιο θύγατρα, 270 τὴν ἔχεν Ἀμφιτρύωνος υἱὸς μένος αἰὲν ἀτειρής. Μητέρα τ᾽ Οἰδιπόδαο ἴδον, καλὴν Ἐπικάστην, ἣ μέγα ἔργον ἔρεξεν ἀϊδρείῃσι νόοιο, γημαμένη ᾧ υἷϊ· ὁ δ᾽ ὃν πατέρ᾽ ἐξεναρίξας γῆμεν· ἄφαρ δ᾽ ἀνάπυστα θεοὶ θέσαν ἀνθρώποισιν....

Είδα και την Αλκμήνη, γυναίκα του Αμφιτρύωνα, μάνα του Ηρακλή, θρασύ κι ατρόμητου σαν το λιοντάρι, όταν ο μέγας Ζευς την πήρε στην αγκάλη του. Είδα και τη Μεγάρη, του κραταιού Κρέοντα θυγατέρα — 270αυτήν την πήρε ταίρι του ο γιος του Αμφιτρύωνα, ακάματος κι αδάμαστος. Είδα του Οιδίποδα τη μάνα, την όμορφη Επικάστη, που έκανε πράξη ανήκουστη, δίχως ο νους της να το ξέρει, σμίγοντας με τον ίδιο της τον γιο· αμέσως όμως οι θεοί φανέρωσαν τα ανόσια έργα, κι ο κόσμος βούιξε....


- Η συνάντησή του με τους ήρωες του Τρωικού πολέμου (λ 385-567)[8]·

Ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐγώ μιν ἀμειβόμενος προσέειπον·
«ὦ Ἀχιλεῦ, Πηλῆος υἱέ, μέγα φέρτατ᾽ Ἀχαιῶν, ἦλθον Τειρεσίαο κατὰ χρέος, εἴ τινα βουλὴν 480 εἴποι, ὅπως Ἰθάκην ἐς παιπαλόεσσαν ἱκοίμην· οὐ γάρ πω σχεδὸν ἦλθον Ἀχαιΐδος οὐδέ πω ἁμῆς γῆς ἐπέβην, ἀλλ᾽ αἰὲν ἔχω κακά· σεῖο δ᾽, Ἀχιλλεῦ, οὔ τις ἀνὴρ προπάροιθε μακάρτερος οὔτ᾽ ἄρ᾽ ὀπίσσω. πρὶν μὲν γάρ σε ζωὸν ἐτίομεν ἶσα θεοῖσιν 485 Ἀργεῖοι, νῦν αὖτε μέγα κρατέεις νεκύεσσιν ἐνθάδ᾽ ἐών· τῷ μή τι θανὼν ἀκαχίζευ, Ἀχιλλεῦ.»....

Έτσι μου μίλησε, κι εγώ αποκρίθηκα, με το όνομά του:
«Ω Αχιλλέα, του Πηλέα γιε, ο πρώτος κι ο καλύτερος των Αχαιών, ήλθα γυρεύοντας τον Τειρεσία, μήπως μου δώσει 480κάποια συμβουλή, το πώς θα φτάσω στην τραχιάν Ιθάκη. Γιατί δεν ζύγωσα ακόμη στη δική μας γη, δεν πάτησα το χώμα της πατρίδας· με δέρνει πάντα το κακό. Εσένα όμως, Αχιλλέα, κρίνω πως δεν υπάρχει άλλος σου ευτυχέστερος, ούτε από όσους έζησαν στο παρελθόν, μήτε από εκείνους που θα ᾽ρθουν στο μέλλον. Αφού, και ενόσω ζούσες, όλοι μας σε τιμούσαμε σαν να ᾽σουνα θεός οι Αργείοι, αλλά κι εδώ που βρίσκεσαι με τους νεκρούς, μένει μεγάλη η δύναμή σου· γι᾽ αυτό, Αχιλλέα, μη θλίβεσαι και μην πικραίνεσαι πολύ στον θάνατό σου.»....


- Το όραμά του για τις καταδικασμένες ψυχές λ 568-635)[9].

Καὶ μὴν Σίσυφον εἶσεῖδον κρατέρ᾽ ἄλγε᾽ ἔχοντα, λᾶαν βαστάζοντα πελώριον ἀμφοτέρῃσιν.595 ἦ τοι ὁ μὲν σκηριπτόμενος χερσίν τε ποσίν τε λᾶαν ἄνω ὤθεσκε ποτὶ λόφον· ἀλλ᾽ ὅτε μέλλοι ἄκρον ὑπερβαλέειν, τότ᾽ ἀποστρέψασκε κραταιΐς· αὖτις ἔπειτα πέδονδε κυλίνδετο λᾶας ἀναιδής. αὐτὰρ ὅ γ᾽ ἂψ ὤσασκε τιταινόμενος, κατὰ δ᾽ ἱδρὼς 600 ἔρρεεν ἐκ μελέων, κονίη δ᾽ ἐκ κρατὸς ὀρώρει.....

Είδα μπροστά μου και τον Σίσυφο, να υποφέρει αφάνταστα· έναν πελώριο βράχο δοκίμαζε να ανακρατήσει στα δυο χέρια του, πιανόταν με πόδια και με χέρια, και προσπαθούσε να ανεβάσει τον βράχο στην ανηφοριά· μόλις ωστόσο έμελλε να ξεπεράσει την κορφή, κάθε φορά τον έπαιρνε το βάρος από κάτω — ξεδιάντροπος ο βράχος πάλι κατρακυλούσε στο ίσωμα. Εκείνος όμως, με το κορμί του τεντωμένο, ξανά τον έσπρωχνε ψηλά — κι έτρεχε ποτάμι ο ιδρώτας απ᾽ τα μέλη του, 600τον τύλιγε ως το κεφάλι η σκόνη......

Μένιππος και ΛουκιανόςΕπεξεργασία

 
Ο πίνακας του Johann Heinrich Füssli στο Μουσείο Αλμπερτίνα της Βιέννης μεταξύ 1780 -85

Ο Λουκιανός είναι ο συγγραφέας ενός σατιρικού διαλόγου με τίτλο Μένιππος ἢ Νεκυομαντεία [10] που χρονολογείται μεταξύ 161–162 μ.Χ., το οποίο, όπως υποστήριξε ο Γερμανός κλασικός φιλόλογος Rudolf Helm (1872-1966), ο Λουκιανός ήταν απλώς ένας δουλικός μιμητής του Μενίππου, θέση που αντέκρουσε με πολύ πειστικά επιχειρήματα η Barbara McCarthy. [11]


Η Νέκυια της Οδύσσειας και ο Μένιππος ή Νεκυομαντεία του Λουκιανού , αποτελούν λογοτεχνικά έργα που παρά το γεγονός ότι γράφτηκαν σε διαφορετικές εποχές αντιμετωπίζονται ως μαρτυρίες για την τελετουργία του Αχέροντος

Άλλες μαρτυρίεςΕπεξεργασία

Παυσανίας -Βιβλίο 10 Ἑλλάδος περιήγησις -Φωκικά[12]

28.1. τὸ δὲ ἕτερον μέρος τῆς γραφῆς τὸ ἐξ ἀριστερᾶς χειρός, ἔστιν Ὀδυσσεὺς καταβεβηκὼς ἐς τὸν Ἅιδην ὀνομαζόμενον, ὅπως Τειρεσίου τὴν ψυχὴν περὶ τῆς ἐς τὴν οἰκείαν ἐπέρηται σωτηρίας: ἔχει δὲ οὕτω τὰ ἐς τὴν γραφήν. ὕδωρ εἶναι ποταμὸς ἔοικε, δῆλα ὡς ὁ Ἀχέρων, καὶ κάλαμοί τε ἐν αὐτῷ πεφυκότες καὶ ἀμυδρὰ οὕτω δή τι τὰ εἴδη τῶν ἰχθύων σκιὰς μᾶλλον ἢ ἰχθῦς εἰκάσεις. καὶ ναῦς ἐστιν ἐν τῷ ποταμῷ καὶ ὁ πορθμεὺς ἐπὶ ταῖς κώπαις. ..

28.1. Το άλλο μισό του πίνακα, με το αριστερό χέρι, δείχνει την κάθοδο του Οδυσσέα στον Άδη, προκειμένου να συμβουλευτεί την ψυχή του Τειρεσία για το πώς θα επιστρέψει στην πατρίδα του. Η ζωγραφική παρουσιάζει  : νερό που φαίνεται να είναι από ποτάμι, προφανώς τον Αχέροντα. και καλάμια. Όσο για τα ψάρια, το περίγραμμά τους δεν είναι ξεκάθαρο, μάλλον πρόκειται για σκιές ψαριών και όχι για πραγματικά ψάρια. Υπάρχει μια βάρκα σε αυτό το ποτάμι και ο βαρκάρης κρατά τα κουπιά.....

Μαρτυρίες Λατίνων συγγραφέων:
Κικέρων: M. Tullius Cicero, Tusculanae Disputationes[13]
Πλίνιος: Historia Naturalis[14]

Νέκυια και τέχνηΕπεξεργασία

Μία από τις τοιχογραφίες του Palazzo Salviati της Φλωρεντίας, ζωγραφισμένη από τον Αλεσσάντρο Αλλόρι ( Alessandro di Cristofano di Lorenzo del Bronzino Allori ) μεταξύ 1575 -1576, έχει ως θέμα την κάθοδο του Οδυσσέα στον Ἀδη .

Ο πίνακας του Johann Heinrich Füssli στο Μουσείο Αλμπερτίνα της Βιέννης μεταξύ 1780 -85 με θέμα: Ο Τειρεσίας με τον Οδυσσέα στον Κάτω Κόσμο - έργο εμπνευσμένο από την Οδύσσεια, 11η ραψωδία, "Νέκυια"

Προσπάθεια αναπαράστασης της τοιχογραφίας, βασισμένη στη λεπτομερή περιγραφή του Παυσανία και σε επί μέρους εικόνες από αρχαίες ελληνικές αγγειογραφίες [15]

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. νέκυια - LSJ
  2. «Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας». www.greek-language.gr. Ανακτήθηκε στις 10 Ιουνίου 2021. 
  3. Βικιθήκη Ὁμήρου Ὀδύσσεια -Ῥαψωδία λ -στ24
  4. Βικιθήκη Ὁμήρου Ὀδύσσεια -Ῥαψωδία λ -στ51
  5. Βικιθήκη Ὁμήρου Ὀδύσσεια -Ῥαψωδία λ -στ90
  6. Βικιθήκη Ὁμήρου Ὀδύσσεια -Ῥαψωδία λ -στ155
  7. Βικιθήκη Ὁμήρου Ὀδύσσεια -Ῥαψωδία λ -στ225
  8. Βικιθήκη Ὁμήρου Ὀδύσσεια -Ῥαψωδία λ -στ385
  9. Βικιθήκη Ὁμήρου Ὀδύσσεια -Ῥαψωδία λ -στ568
  10. Μένιππος ή Νεκυομαντεία Λουκιανός από Βικιθήκη
  11. «B.P.MacCarthy, Lucian and Menippus, περ. «Yale Classical Studies», 1934
  12. «Pausanias, Description of Greece, *fwkika/, *lokrw=n *)ozo/lwn, chapter 28, section 1». www.perseus.tufts.edu. Ανακτήθηκε στις 13 Ιουνίου 2021. 
  13. «M. Tullius Cicero, Tusculanae Disputationes, book 1, section 115». www.perseus.tufts.edu. Ανακτήθηκε στις 13 Ιουνίου 2021. 
  14. «Pliny the Elder, Naturalis Historia, liber xxx, chapter 4». www.perseus.tufts.edu. Ανακτήθηκε στις 13 Ιουνίου 2021. 
  15. Ο αρχαίος Έλληνας ζωγράφος Πολύγνωτος ο Θάσιος, (5ος π.Χ αιώνας)