Ναυπήγηση κατ΄ αποκοπή

Η λεγόμενη ναυπήγηση κατ΄ αποκοπή είναι στην πράξη μια από τις μορφές εντολής έναρξης εργασιών ναυπήγησης πλοίου ή σκάφους.
Κατά τη μορφή αυτή ο ναυπηγός ή ναυπηγείο αναλαμβάνει κατόπιν σύμβασης την υποχρέωση έναντι συμφωνημένου τιμήματος να κατασκευάσει πλοίο με δικά του υλικά και να το παραδώσει στον μετ΄ αυτού συμβληθέντα στον προκαθορισμένο εκ της σύμβασης χρόνο.

Η μορφή αυτή (σύμβαση ναυπήγησης) αποτελεί στην πραγματικότητα "σύμβαση μίσθωσης έργου" όπως προβλέπει η νομοθεσία, όπου την κυριότητα του υπό ναυπήγηση πλοίου αποκτά πρωτότυπα, με την ναυπήγηση, ο ναυπηγός, ο οποίος στο τέλος την μεταβιβάζει στον παραγγέλοντα. Έτσι ο τελευταίος αποκτά την κυριότητα όπως λέγεται "παράγωγα".

Στην πράξη συνηθίζεται ο πλοιοκτήτης ν΄ αναθέτει την επίβλεψη, για την καλή κατασκευή του πλοίου, σε Νηογνώμονα. Η επίβλεψη όμως αυτή δεν απαλλάσσει τον ναυπηγό από την κυρία ευθύνη του ως προς την καλή ναυπήγηση του πλοίου. όπου και υποχρεούται να το παραδώσει σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, εντός του προκαθορισμένου χρόνου, και έτοιμο κατά πάντα (εκτός της επάνδρωσης) προς νηολόγηση και ναυσιπλοΐα.

  • Η μορφή αυτή ναυπήγησης είναι η συνηθέστερη που απαντάται στην πράξη.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Εγχειρίδιο Ναυτικού Δικαίου Α. Ματαράγκα, εκδόσεις Αφοι Λιοντή Πειραιάς.
  • Συμβάσεις ναυπήγησης Σύγχρονο Ναυτιλιακό εγκυκλοπαιδικό λεξικο, εκδόδσεις Θ. Τυρόβολα, Αθήνα.