Άνοιγμα κυρίου μενού

Οι τρεις αλώσεις της Θεσσαλονίκης

Απεικόνιση της λεηλασίας της Θεσσαλονίκης από τον αραβικό στόλο το 904 από το χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτζη

Η επιφανής θέση της Θεσσαλονίκης από την ίδρυσή της σχεδόν, φτάνει στο κορύφωμα της αίγλης της κατά τη βυζαντινή περίοδο. Πρωτεύουσα του Ιλλυρικού Θέματος[1] και σταθμός καίριος της Εγνατίας, της αρτηρίας που συνέδεε τις δύο αυτοκρατορικές πρωτεύουσες, την Κωνσταντινούπολη με την Ρωμη εξηγεί τη στρατηγική της θέση και τις πολυπληθείς πτυχές τής βυζαντινής ιστορίας τής πόλης αυτής.[2]

ΓενικάΕπεξεργασία

Από τα τρία κείμενα που προσφέρονται οι διηγήσεις των τριών αλώσεων της Θεσσαλονίκης από τους εξωτερικούς επιδρομείς το πιο εμπεριστατωμένο μένει κυρίως το κείμενο του Ευσταθίου: είναι αυτό που μας περιγράφει την αίγλη και τη δόξα της «καλλίστης Θεσσαλονίκης» σε σύγκριση με την κατάπτωση που γνώρισε, όπως δείχνουν τα αμαυρά χρώματα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να δείξει τη μετά την εισβολή των Νορμανδών κατάσταση.

Πρώτη άλωσηΕπεξεργασία

«... οὐδὲ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν ἑαυτὰς ὑπεκκλίνειν,

ἀλλ΄ ἀναιδῶς φερόμεναι͵ τὰς κόμας ἔχουσαι λελυμένας καὶ τῶν πρὸς συστολὴν ἀμελήσασαι͵ ἤγοντο συνεκβοῶσαι τοὺς θρήνους καὶ τοῦ κινδύνου καταστενάζουσαι.»

Ιωάννης Καμινιάτης, χ.χ.38.3

Το 904 η πόλη της Θεσσαλονίκης δέχθηκε επίθεση από τους Σαρακηνούς με αρχηγό τον εξισλαμισθέντα Λέοντα Τριπολίτη.[3] Η σφοδρότητα της επίθεσης και το απροετοίμαστον της πολιορκίας που διήρκεσε τρεις ημέρες κατέληξαν στην άλωση και τη λεηλασία της. Ο λαός της πόλης χωρισμένος σε πολλές ομάδες ξεφώνιζε και σπρώχνονταν μη μπορώντας να σωθεί και πως να ξεφύγει από τη συμφορά. Μπορούσες τότε να δεις τους ανθρώπους να περιφέρονται σαν ακυβέρνητα πλοία εδώ κι εκεί ελεεινό θέαμα, άνδρες, γυναίκες, νήπια.[4] Παρ' όλ' αυτά ο 10ος και οι αρχές του 11ου αιώνα χαρακτηρίσθηκαν ως περίοδος αναδόμησης και η Αυτοκρατορία χωρίσθηκε σε «θέματα». Η Θεσσαλονίκη αναδείχθηκε πρωτεύουσα ενός θέματος που επιβίωσε έως και τον 15ο αιώνα.

Δεύτερη άλωσηΕπεξεργασία

Η δεύτερη άλωσή της έγινε από τους Νορμανδούς το 1185. Στις 15 Αυγούστου του 1185 ο νορμανδικός στόλος μεταφέροντας 80.000 στρατό κατέπλευσε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και άρχισε την πολιορκία από ξηρά και θάλασσα. Ο ανεφοδιασμός, όμως, της πόλης δεν ήταν επαρκής, ο διοικητής της Δαυίδ Κομνηνός[5] δεν ήταν ικανός να οργανώσει κατάλληλα την άμυνα, εγκατέλειψε τους αμυνόμενους και οι ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη έφτασαν πολύ αργά. Έτσι οι Νορμανδοί, μέσα σε λίγες μέρες, (24 Αυγούστου 1185) αφού έχασαν 3.000 στρατιώτες, κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη, παρά την ηρωική άμυνα των κατοίκων και τη λεηλάτησαν, θανατώνοντας 7.000 από τους κατοίκους της.[6] Βασικός ιστορικός της άλωσης ήταν ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος, από το έργο του οποίου: «Ιστορία της αλώσεως της Θεσσαλονίκης υπό των Νορμανδών» αντλούνται οι περισσότερες πληροφορίες[7]

Ανήμερα την μεγάλη γιορτή, ενώ είχαν μαζευτεί στη βασιλική του Αγίου Δημητρίου οι περισσότεροι άρχοντες της Θεσσαλονίκης και ο χορός έψελνε το «νίκας τοῖς βασιλεῦσι κατά βαρβάρων δωρούμενος» τα βάλιστρα του Γουλιέμη κατώρθωσαν ν΄ανοίξουν ένα ρήγμα σε μια από τις πύλεςΚασσανδρεωτική πύλη ήταν η δεύτερη πύλη του ανατολικού τείχους, ύστερα από την πύλη Ρώμη). Η λειτουργία εξακολουθούσε έως την στιγμή που άρχισαν ν΄ακούγονται από μακριά, άγριες ή απελπισμένες φωνές. Σε λίγο έμπαιναν, τρομοκρατημένο πλήθος, άντρες, γυναίκες και παιδιά κυνηγημένοι από τους Νορμανούς. Ο Δαυίδ προσπάθησε να σωθεί, πετώντας τα επίσημα ρούχα του, αλλά σκοτώθηκε, τσαλαπατημένος από το πλήθος που έτρεχε, μέσα στα στενορύμια για να γλιτώσει. Η λεηλασία όμως και οι ιεροσυλίες εξακολούθησαν και οι Νορμανοί μπήκαν στον πάνσεπτο Ναό του Αγίου Δημητρίου όπου σταύλιζαν τ΄ άλογά τους. Έσφαζαν ή έπιαναν αιχμαλώτους για να τους πωλήσουν ή να ζητήσουν λύτρα. Το πάρσιμο τής Θεσσαλονίκης, της δεύτερης πόλης της Αυτοκρατορίας, ήταν για το λαό αλάθητο σημάδι πως ο Παντοδύναμος ήταν οργισμένος. Άγγελος Σ.Βλάχος, Οι τελευταίοι γαληνότατοι, σ. 387.

Τρίτη άλωσηΕπεξεργασία

Δείτε και: Πολιορκία της Θεσσαλονίκης (1422–1430)

Η οθωμανική προέλαση στα ευρωπαϊκά εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και η σταδιακή κατάληψη της βαλκανικής χερσονήσου διεμφάνισαν τα αποτελέσματά τους στη Θεσσαλονίκη, η οποία αποκλεισμένη από την ξηρά και χωρίς τη δυνατότητα λήψης εξωτερικής βοήθειας παραδόθηκε «φόρου υποτελής» στο Σουλτάνο Βαγιαζίτ Α΄ το 1387 έπειτα από τετραετή πολιορκία.[8] Ο ιστορικός Δούκας αναφέρει καταστροφή[9] της Θεσσαλονίκης το 1391[10] από το Βαγιαζίτ με αιτία τη δραπέτευση του Μανουήλ Β΄ από τη σουλτανική αυλή και την ανάδειξή του σε Αυτοκράτορα.[11] Η πρώτη οθωμανική κατοχή της πόλης διήρκεσε έως το 1402[12] οπότε ο Αυτοκράτορας Μανουήλ, επωφελούμενος της ήττας του Βαγιαζίτ στην Μάχη της Άγκυρας από τον Ταμερλάνο και της επακόλουθης εμφύλιας διαμάχης μεταξύ των γιων του για τη διαδοχή Μεχμέτ Α΄ και Μουράτ Β΄, κατάφερε να του αποδοθεί η Θεσσαλονίκη ως αντάλλαγμα της συνδρομής του στο γιο του Βαγιαζήτ, Σουλεϊμάν Τσελεμπή. Κατά τη διάρκεια των πολέμων μεταξύ των διαδόχων του Βαγιαζίτ η Θεσσαλονίκη πολιορκείται δύο φορές από τα τουρκικά στρατεύματα, στα 1412 και στα 1416, ενώ η Μακεδονία διασχίζεται συχνά προς την μια ή την άλλη κατεύθυνη από τα στίφη των φιλόδοξων γιων του Βαγιαζίτ.[13]

Η ακεσφορία (θεραπεία) των εσωτερικών τραυμάτων της ηγεμονίας των Οσμανλιδών, η νέα της επιθετική ορμή έναντι των βυζαντινών εδαφών αλλά και η αδυναμία της παρηκμασμένης Αυτοκρατορίας στην υπεράσπισή τους οδήγησε το 1423 στην υπό όρους παράδοση της πολιορκούμενης Θεσσαλονίκης από τον κυβερνήτη Ανδρόνικο στους Βενετούς.

Η επταετής κατοχή από τα στρατεύματα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας υπήρξε ουσιαστικά περίοδος παρακμής για την πόλη. Ο ναυτικός και επίγειος αποκλεισμός της από τους Οθωμανούς σήμανε την οικονομική της εξασθένηση, που σε συνδυασμό με τη δυναστική συμπεριφορά των Βενετών ενέτειναν τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Τελικά η «συμβασιλεύουσα πόλις» της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας καταλήφθηκε οριστικά από τους Οθωμανούς στις 29 Μαρτίου του 1430 έπειτα από ισχυρή πολιορκία τριών ημερών[14] Επί δύο ημέρες ο στρατός λεηλατούσε την πόλη. Όσοι κάτοικοι είχαν απομείνει σκοτώθηκαν ή σκλαβώθηκαν. Την τρίτη ημέρα ο σουλτάνος μπήκε στην πόλη και προσευχήθηκε στην Αχειροποίητο, που έγινε τζαμί. Προκειμένου να εγκατασταθούν μουσουλμάνοι ο σουλτάνος έπρεπε να μετατρέψει την πόλη σε ισλαμική. Επειδή η πόλη είχε καταληφθεί με επίθεση, σύμφωνα με τις ισλαμικές αρχές οι εκκλησίες είχαν δημευθεί και έτσι μπορούσαν να μετατραπούν σε τζαμιά. Καθώς ο μουσουλμανικός πληθυσμός αύξανε, σταδιακά διάφορες εκκλησίες μετατρέπονταν σε τζαμιά, μεταξύ των οποίων ο Άγ. Δημήτριος, Άγ. Παντελεήμων, Αγία Αικατερίνη, Αγ. Σοφία και η Ροτόντα. Επίσης ιδρύθηκαν τεκέδες (ενδιαιτήματα των δερβίσηδων) και λουτρά.[15]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, Περί Θεμάτων
  2. Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο σ.100, εκδ. ελληνικά γράμματα, 2010 ISBN 978-960-19-0326-2
  3. «Η άλωση από τον Λέοντα τον Τριπολίτη». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Μαΐου 2010. Ανακτήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 2011. 
  4. Από το χειρόγραφο του Ιωάννη Καμινιάτη
  5. Άγγελος Βλάχος, Οι τελευταίοι γαληνότατοι,σσ.384-388 εκδ. Εστία 1961
  6. Πέτρος Βλαχάκος, Η μάχη στο Δημητρίτσι (1185 μ.Χ.), Πρακτικά Α΄ Επιστημονικού Συμποσίου «Η Νιγρίτα – Η Βισαλτία δια μέσου της Ιστορίας» (υπό την αιγίδα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών). Νιγρίτα 1995, σσ. 87-95
  7. Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος :«Ιστορία της αλώσεως της Θεσσαλονίκης υπό των Νορμανδών»
  8. Βασίλης Δημητριάδης, Η Θεσσαλονίκη κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, Πρακτικά Πανελληνίου Συνεδρίου «Η Θεσσαλονίκη και ο Ευρύτερος Χώρος», Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2005 σελ.64
  9. Απόστολος Βακαλόπουλος, Οι ομιλίες του Μητροπολίτη Ισιδώρου, «Μακεδονικά» 4 (1960) σσ 23-24
  10. Ισίδωρος Γαλβάς
  11. Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία της Μακεδονίας 1354-1833 σ.166, εκδ. ΒΑΝΙΑ 1990
  12. Απόστολος Βακαλόπουλος σ.373, Ο αρχιεπίσκοπος Γαβριήλ Θεσσαλονίκης
  13. Απόστολος Βακαλόπουλος (Ap. Vacalopoulos), A History of Thessaloniki, transl. by T.F. Garney, Thessaloniki 1963, σ.64
  14. Στο έμμετρο χρονικό του Μέγα Λογοθέτη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Ιέρακος (16ος αιώνας) «Χρονικόν περί της των Τούρκων βασιλείας» αναφέρονται τα παρακάτω: «Τότε τινὲς τῶν μοναχῶν, λέγω τῶν ῥακενδύτων, ἐκ τῶν Βλατέων τῆς μονῆς, ἐντὸς αὐτοῦ οἰκοῦντες κατέγραψαν, ἐδήλωσαν ἅπαντα τῷ σουλτάνω, γράφουσι δὲ καὶ λέγουσιν∙ ὢ Κύριε Σουλτάνε, ὡς εἰ σοί ἐστι βουλητὸν ἄρξαι Θεσσαλονίκης λαβεῖν καὶ ταύτην καὶ ἡμὰς καὶ πάντας τοὺς ἐν πόλει τοὺς ὑδροχόους ἔκοψον σωλῆνας Χορτιάτου δίψῃ πιεζομένων δὲ πάντων καὶ ἀπορίᾳ, ἀκόντων τελεσθήσεται ὅπερ ποθεὶς γενέσθαι. Ὅρος Χορτιάτης ἐστὶ δὲ κείμενον ὑπὲρ ταύτῃ ἐξ οὐ τῇ πόλει ἄριστον ὕδωρ ἡδὺ εἰσρέει». Η λαϊκή αυτή παράδοση της προδοσίας της πόλης από τους μοναχούς της Μονής Βλατάδων αμφισβητείται από το Βακαλόπουλο βάσει των ιστορικών μαρτυριών της εποχής βλ. Βακαλόπουλος ο.π. σελ. 194 και από τον Α. Παπαγιαννόπουλο ο.π. σελ. 130
  15. «Δημητριάδης Βασίλης, Η Θεσσαλονίκη κατά την Τουρκοκρατία» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 9 Μαρτίου 2014. Ανακτήθηκε στις 20 Αυγούστου 2014. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία