Οράτιος (θεατρικό έργο)

τραγωδία του Πιέρ Κορνέιγ

Οράτιος (γαλλικός τίτλος: Horace) είναι πεντάπρακτη έμμετρη τραγωδία του Πιέρ Κορνέιγ εμπνευσμένη από θρυλικά γεγονότα της ρωμαϊκής εποχής. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 19 Μαΐου 1640 και δημοσιεύθηκε το 1641.[1]

Οράτιος
David-Oath of the Horatii-1784.jpg
ΣυγγραφέαςΠιέρ Κορνέιγ
ΤίτλοςHorace
ΓλώσσαΓαλλικά
Πολιτιστικό κίνημαΚλασικισμός
Βασίζεται σεΟράτιοι και Κουριάτιοι
ΈκδοσηΟράτιοι και Κουριάτιοι
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Το θέμα είναι βασισμένο στη μάχη μεταξύ των Ορατίων και των Κουριατίων που αναφέρεται στην Ιστορία της Ρώμης του Ρωμαίου ιστορικού Τίτου Λίβιου. Για να αποφευχθεί ο ολοκληρωτικός πόλεμος, δύο πόλεις συμφωνούν ότι η καθεμία θα στείλει τους τρεις πιο γενναίους πολεμιστές της να πολεμήσουν μεταξύ τους σε μάχη σώμα με σώμα. Οι τρεις αδελφοί Κουριάτιοι επιλέγονται για να εκπροσωπήσουν την Άλμπα και οι τρεις Οράτιοι επιλέγονται για να εκπροσωπήσουν τη Ρώμη. Αυτό δημιουργεί ένα δυσάρεστο δίλημμα καθώς οι δύο οικογένειες συνδέονται με συγγενικούς και φιλικούς δεσμούς. Η τραγωδία ακολουθεί όταν οι απαιτήσεις του πατριωτισμού συγκρούονται με τους δεσμούς της οικογενειακής πίστης.[1]

Το θεατρικό έργο, αφιερωμένο στον καρδινάλιο Ρισελιέ, ήταν η δεύτερη μεγάλη επιτυχία του Πιερ Κορνέιγ. Γραμμένο ως απάντηση στους επικριτές του προηγούμενου έργου του Ο Σιντ (1636), παρουσιάζει έναν χαρακτήρα ακόμη πιο τολμηρό από τον Ροδρίγο, τον Οράτιο, ο οποίος αναγκάζεται να θυσιάσει τον καλύτερο φίλο του και να σκοτώσει την αδελφή του.[2]

Ελπίζοντας να εξασφαλίσει την υποστήριξη των κριτικών και ποιητών της εποχής του, ο συγγραφέας διάβασε την τραγωδία στον Μπουαρομπέρ και άλλους πριν την παρουσιάσει στο κοινό, αλλά αρνήθηκε να κάνει τις αλλαγές που πρότειναν οι συνάδελφοί του. Θεωρείται μια από τις μεγάλες τραγωδίες του Κορνέιγ.[3]

Ιστορικά στοιχείαΕπεξεργασία

Οι τρεις Οράτιοι και οι τρεις Κουριάτιοι είναι ήρωες που, σύμφωνα με την παράδοση που αναφέρει ο Τίτος Λίβιος, πολέμησαν σε μάχη σώμα με σώμα κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ της Ρώμης και της Άλμπα Λόνγκα, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Τύλλου Οστίλιου (σύμφωνα με την παράδοση, τρίτος βασιλιάς της Ρώμης μεταξύ 673 και 641 π.Χ.) καθώς είχε συμφωνηθεί ότι ο πόλεμος θα κρινόταν από την έκβαση της μονομαχίας μεταξύ τους.[4]

Ο Κορνέιγ ακολουθεί αρκετά πιστά την αφήγηση του Λίβιου αλλά επικεντρώνει το ενδιαφέρον στον ηρωισμό του ήρωα και κυρίως στο ηθικό του δίλλημα ανάμεσα στην τιμή του, δηλαδή το καθήκον για τη σωτηρία της πατρίδας του, και τα συναισθήματα προς τους φίλους και την αδελφή του.

ΥπόθεσηΕπεξεργασία

 
Σκηνή από το έργο (1641)

Το έργο, του οποίου η δράση διαδραματίζεται στις απαρχές της αρχαίας Ρώμης, ξεκινά σε μια ατμόσφαιρα γαλήνης και ευτυχίας. Η ρωμαϊκή οικογένεια των Ορατίων είναι συνδεδεμένη με συγγενικούς δεσμούς με την οικογένεια των Κουριατίων από την πόλη Άλμπα Λόνγκα: ο νεαρός Οράτιος είναι παντρεμένος με τη Σαμπίνα από την Άλμπα, της οποίας ο αδερφός, ο Κουριάτης, είναι αρραβωνιασμένος με την Καμίλλη, την αδερφή του Οράτιου.[5]

Όμως ο αδελφοκτόνος πόλεμος που ξεσπά μεταξύ των δύο πόλεων καταστρέφει αυτή την αρμονία. Για να αποφευχθούν οι αιματηρές συγκρούσεις, συμφωνήθηκε η κάθε πόλη να ορίσει τρεις γενναίους πολεμιστές για έναν αγώνα μέχρι θανάτου, ώστε να καθοριστεί η έκβαση του πολέμου από τον νικητή. Σε αντίθεση με τις προσδοκίες, η μοίρα επιλέγει τους τρεις αδελφούς Οράτιους για να υπερασπίσουν τη Ρώμη και τους τρεις αδελφούς Κουριάτιους για την Άλμπα Λόνγκα. Ο Οράτιος, έκπληκτος, δεν περίμενε τόσο μεγάλη τιμή. Οι φίλοι βρίσκονται έτσι αντιμέτωποι, αντιδρούν όμως διαφορετικά: ενώ ο Οράτιος παρακινείται από το πατριωτικό του καθήκον και υπενθυμίζει στη Σαμπίνα ότι, μέσω του γάμου τους, και αυτή είναι πλέον πολίτης της Ρώμης, ο Κουριάτης θρηνεί τη σκληρή του μοίρα.

 
Ο Οράτιος σκοτώνει την αδελφή του, Ζαν-Φρανσουά Λαγκρενέ (1750)

Ο κόσμος επίσης συγκινείται βλέποντας αυτούς τους έξι νέους, που ήταν τόσο στενά συνδεδεμένοι, να αγωνίζονται για τη σωτηρία της χώρας τους. Αλλά η μοίρα έτσι αποφάσισε. Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, δύο Οράτιοι σκοτώνονται σχεδόν αμέσως και ο τελευταίος, ο ήρωας του έργου, πρέπει να αντιμετωπίσει μόνος τους τρεις τραυματισμένους Κουριάτιους. Με πονηριά και γενναιότητα, πραγματοποιεί μια στρατηγική υποχώρηση προσποιούμενος ότι τρέπεται σε φυγή, για να αποφύγει να τους αντιμετωπίσει όλους μαζί. Στη συνέχεια, όταν επιτίθεται, σκοτώνει έναν έναν τους αντιπάλους του και έτσι κερδίσει τον αγώνα.[6]

Επιστρέφει νικητής και θριαμβευτής και όλοι στη Ρώμη τον υποδέχονται με τιμές ως σωτήρα της πατρίδας, όλοι εκτός από την αδελφή του Καμίλλη, η οποία τον κατηγορεί για τον φόνο του αγαπημένου της. Ο πατέρας της την αναγκάζει να σταματήσει να κλαίει και να συμμετέχει στη χαρά της Ρώμης και στις τελετές προς τιμήν του νικητή αδελφού της αλλά αυτή αρνείται, προσβάλλοντας έτσι τη νίκη της Ρώμης. Στη σύγκρουση μεταξύ τους, ο Οράτιος βγάζει το σπαθί και σκοτώνει την αδερφή του γιατί θρηνεί την απώλεια ενός εχθρού της πατρίδας τους και στη συνέχεια, κυριευμένος από τύψεις, παρακαλεί τον πατέρα του να τον τιμωρήσει με θάνατο. Ο πατέρας όμως δεν δέχεται μια τέτοια τιμωρία και θεωρεί ότι ενήργησε έτσι για να αποδώσει δικαιοσύνη και τιμή στην οικογένειά του και στο μεγαλείο της Ρώμης.

Στη δίκη που ακολουθεί, κύριος κατήγορος είναι ο Βαλέριος, ένας Ρωμαίος άρχοντας που ήταν επίσης ερωτευμένος με την Καμίλλη. Ωστόσο, ο πατέρας Οράτιος υπερασπίζεται την τιμή (μια αξία ιδιαίτερα προσφιλής στον Κορνέιγ), και συνεπώς τον Οράτιο, ενάντια στο ερωτικό πάθος που εκπροσωπεί η Καμίλλη. Ο βασιλιάς Τύλλος δείχνει ευαισθησία στον λόγο του πατριάρχη και αθωώνει τον Οράτιο, κρίνοντας τη γενναιότητά του με κάθε τρόπο ανώτερη από το αδελφοκτόνο έγκλημά του.[6]

ΔιασκευέςΕπεξεργασία

Το έργο διασκευάστηκε για την όπερα από τον Νικολά-Φρανσουά Γκιγιάρ: Οι Οράτιοι (Les Horaces, 1786), τον Ντομένικο Τσιμαρόζα: Οι Οράτιοι και οι Κουριάτιοι (Gli Orazi e i Curiazi, 1796) και τον Καμίγ Σαιν-Σανς: Scène d'Horace, opus 10 pour soprano, baryton et piano (1860).

Ο μύθος έχει εμπνεύσει πίνακες ζωγραφικής, μεταξύ των οποίων τον διάσημο Όρκο των Ορατίων του Ζακ-Λουί Νταβίντ.[7]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία