Το Ουζερί Τσιτσάνης είναι μια ελληνική ταινία παραγωγής του 2015 σε σκηνοθεσία Μανούσου Μανουσάκη. Το σενάριο είναι βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη.

Ουζερί Τσιτσάνης
Ουζερί Τσιτσάνης (αφίσα 2015).jpg
Κινηματογραφική αφίσα
ΣκηνοθεσίαΜανούσος Μανουσάκης
ΣενάριοΜανούσος Μανουσάκης
Βασίλης Σπηλιόπουλος
Άντα Γκουρμπαλή
Βασισμένο σεΟυζερί Τσιτσάνης του Γιώργου Σκαμπαρδώνη
ΠρωταγωνιστέςΧάρης Φραγκούλης
Χριστίνα Χειλά - Φαμέλη
Ανδρέας Κωνσταντίνου
Βασιλική Τρουφάκου
Γιάννης Στάνκογλου
Γιάννης Αϊβάζης
Λάκης Κομνηνός
Μαρία Καβουκίδου
Θοδωρής Αντωνιάδης
Γεράσιμος Σκιαδαρέσης
Σταμάτης Τζελέπης
Σωτήρης Αντωνίου
Αλμπέρτο Εσκενάζυ Κωστής Παπάζογλου
ΜουσικήΘέμης Καραμουρατίδης
ΦωτογραφίαΚώστας Γκίκας
ΜοντάζΛάμπης Χαραλαμπίδης
Εταιρεία παραγωγήςΤηλεκίνηση
ΔιανομήFeelgood Entertainment
Πρώτη προβολή3 Δεκεμβρίου 2015[1]
Διάρκεια112 λεπτά
ΠροέλευσηΕλλάδα
ΓλώσσαΕλληνικά
Γερμανικά
Ισπανοεβραϊκά

Η ταινία πραγματεύεται τον έρωτα ενός χριστιανού και μιας Εβραίας στην Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

ΠλοκήΕπεξεργασία

Βρισκόμαστε στην Ελλάδα και στην πόλη της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ο Γιώργος είναι μαραγκός, σερβιτόρος στο μαγαζί του Βασίλη Τσιτσάνη και αντιστασιακός. Η Εστρέα τραγουδά στην εβραϊκή χορωδία της πόλης και ζει μαζί με τους γονείς της και τον αδερφό της, τον σοσιαλιστή Αλμπέρτο. Οι δυο τους γνωρίζονται, επειδή ο Γιώργος είναι φίλος του Αλμπέρτο και συναντιούνται στο υπόγειο του ξυλουργείου του Γιώργου, το οποίο λειτουργεί για την αντίσταση ενάντια στους κατακτητές. Έτσι, αρχίζει σιγά-σιγά ο έρωτάς τους.

Στο μαγαζί του Βασίλη γίνονται συχνά φασαρίες και γι' αυτόν τον λόγο αποχωρεί η τραγουδίστρια. Μετά από οντισιόν επιλέγουν για νέα τραγουδίστρια τη Λαμπρινή, στην οποία δίνουν το ψευδώνυμο Λέλα. Ο Βασίλης και η Λέλα ξεκινούν και αυτοί να έχουν μια ερωτική ιστορία, όμως ο Βασίλης είναι παντρεμένος. Παράλληλα, ο πατέρας της Εστρέα, ο Γιακό, πάει μαζί με άλλους άντρες Εβραίους της πόλης για καταναγκαστική εργασία, στην οποία εξευτελίζονται και όσοι δεν αντέχουν, θανατώνονται. Ο Αλμπέρτο είναι ο μόνος που δεν πηγαίνει, γιατί κρύβεται στο παλιό σπίτι του Γιώργου.

Ο Γιώργος οργανώνει μαζί με τον Δαπόντε, τον ταγματάρχη του στο μέτωπο, την ανατίναξη της αποθήκης των μαυραγοριτών. Η προσπάθεια αυτή αποτυγχάνει, καθώς κάποιος δωσίλογος το αποκαλύπτει στους Γερμανούς. Έτσι, κατά την επιχείρηση, όλοι σκοτώνονται εκτός από τον Γιώργο. Στη συνέχεια, ο Γιώργος μαθαίνει ότι ο Γιάννης, ένας θαμώνας του μαγαζιού, είναι κρυφά αντιστασιακός και καμουφλάρεται για να τον περάσουν για δωσίλογο.

Ο έρωτας της Εστρέα και του Γιώργου εξελίσσεται, ενώ ο Βασίλης απορρίπτει τη Λέλα, αφού της λέει πως πάνω απ' όλα είναι η γυναίκα του και το παιδί του. Έτσι, η Λέλα αρραβωνιάζεται τον Τάσο, έναν θαμώνα του μαγαζιού. Ο Γιώργος ανακοινώνει στον πατέρα του Αντώνη, τον έρωτά του για την Εστρέα και αυτός αντιδρά. Επίσης, βρίσκει τον Γιάννη σκοτωμένο από τους Γερμανούς.

Ο Γιακό γυρνά από τα καταναγκαστικά έργα και αποφασίζει να παντρέψει την Εστρέα με τον Νταβί. Η μητέρα της, Ρασέλ, ανακαλύπτει τη σχέση της κόρης της με τον Γιώργο και την προειδοποιεί να τον ξεχάσει. Ο Γιώργος μαθαίνει το προξενιό και εξοργίζεται. Η Λέλα παραιτείται από το μαγαζί, γιατί ετοιμάζεται να παντρευτεί με τον Τάσο, όμως τα σχέδιά της ανατρέπονται, όταν καταλαβαίνει ότι αυτός είναι ο δωσίλογος. Το λέει στον Γιώργο και εκείνος παραφυλάει και τον σκοτώνει με τρεις σφαίρες: μία για τον Δαπόντε, μία για την αποθήκη και μία για τον Γιάννη.

Οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής ανακοινώνουν στον εβραϊκό πληθυσμό ότι θα πρέπει να μεταβεί στην Πολωνία. Τότε αποφασίζεται να γίνει ο γάμος της Εστρέα με τον Νταβί. Η Έστρέα λίγο πριν τον γάμο δηλώνει σε όλους πως θέλει τον Γιώργο και ο πατέρας της της λέει πως δεν ανήκει πλέον στην οικογένεια και είναι για όλους νεκρή. Την επομένη μεταφέρονται σε γκέτο λίγο έξω από την πόλη. Η Εστρέα, με τη βοήθεια του Αλμπέρτο, διαφεύγει και γυρνά στον Γιώργο. Για να μη την ανακαλύψουν, κανονίζει ο Βασίλης να της αλλάξουν ταυτότητα και να την παρουσιάσουν ως ξαδέρφη της γυναίκας του. Παράλληλα, ο Αλμπέρτο σκοτώνεται από τους Γερμανούς για παραδειγματισμό, κάτι που μαθαίνουν ο Γιώργος και η Εστρέα.

Την παραμονή της αναχώρησής του Γιακό και της Ρασέλ για τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης στην κατεχόμενη Πολωνία, η Εστρέα λέει στον Γιώργο πως θέλει να τους δει για τελευταία φορά. Όταν καταφτάνουν, η Εστρέα βλέπει τους γονείς της λυπημένη, φωνάζει δυνατά πως είναι Εβραία και τους ακολουθεί στο τρένο για την Πολωνία.

Η ταινία τελειώνει σε έναν ανοιχτό χώρο με τον Γιώργο και τον Βασίλη με την ορχήστρα του να τραγουδούν το ξακουστό λαϊκό άσμα Συννεφιασμένη Κυριακή. Στο τέλος, ο Βασίλης παίρνει μια χειροβομβίδα που είχε ο Γιώργος, τη βάζει μέσα στο μπουζούκι του και το πετάει στον ουρανό, κλείνοντας την ταινία.

Διανομή ρόλωνΕπεξεργασία

ΥποδοχήΕπεξεργασία

ΚριτικέςΕπεξεργασία

Ο κριτικός Χάρης Καλογερόπουλος έδωσε στην ταινία δύο απο τα πέντε αστέρια του σε μια μέτρια κριτική που δημοσιεύθηκε στις 18 Νοεμβρίου 2015 αναφέροντας μεταξύ άλλων πως:

«Έτσι, το φιλμ καταφέρνει να μην κουράζει τον μέσο θεατή, και να του προσφέρει μια αίσθηση μικρού, εύπεπτου και συγκινητικού χρονογραφήματος. Σ` αυτό βοηθά η καλή ερμηνεία από όλο το καστ, καθώς και η όλη καλλιτεχνική επιμέλεια στην αναπαράσταση της εποχής -σκηνικά, κουστούμια κ.λπ. Ο Τσιτσάνης παρουσιάζεται ως ένας καλλιτέχνης που αφομοιώνει σιωπηλά την κοινωνική οδύνη, μετουσιώνοντας τη σε τραγούδια, ενώ η ίδια η μουσική του γίνεται μέσα από τις παραλλαγές του Θέμη Καραμουρατίδη, το λυρικό σεγκόντο του έργου.»[2]

Βραβεία/ΔιακρίσειςΕπεξεργασία

Στα Βραβεία Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου του 2016 ήταν υποψήφια σε έξι κατηγορίες: Α’ Ανδρικού Ρόλου (Χάρης Φραγκούλης), Β’ Ανδρικού Ρόλου (Ανδρέας Κωνσταντίνου), Β’ Γυναικείου Ρόλου (Βασιλική Τρουφάκου), μακιγιάζ, ενδυματολογίας και σκηνογραφίας[3] και κέρδισε στην κατηγορία του Β’ Γυναικείου Ρόλου.[4]

Επίσης, κέρδισε το Βραβείο Κοινού στο 13o Ελληνικό Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Σαν Φρανσίσκο.[5]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία