Ο εθνικοσοσιαλισμός και η αρχαιότητα

Το Ο εθνικοσοσιαλισμός και η αρχαιότητα (γαλλικά: Le National-socialisme et l'Antiquité) είναι βιβλίο του Γιοάν Σαπουτό, ιστορικού ειδικού επί της νεότερης ιστορίας και του ναζισμού. Το συγκεκριμένο βιβλίο αντλεί το περιεχόμενό του από την διδακτορική διατριβή του Σαπουτό στην Ιστορία, η οποία συνεγράφη στο Πανεπιστήμιο Παρίσι 1, υπό την καθοδήγηση των Ρομπέρ Φρανκ και Ετιέν Φρανσουά, και soutenue το 2006. Εντός του βιβλίου περιγράφει την χρησιμοποίηση της Αρχαίας Ελλάδας και της Αρχαίας Ρώμης από το ναζιστικό καθεστώς για προπαγανδιστικούς σκοπούς. Το βιβλίο έλαβε ιδιαιτέρως θετικές κριτικές από Γάλλους ιστορικούς, ωστόσο, η κριτική απέναντί του ήταν περισσότερο μοιρασμένη από την πλευρά των Γερμανόφωνων ιστορικών.

Ο εθνικοσοσιαλισμός και η αρχαιότητα
61-eqt+LgrL.jpg
ΣυγγραφέαςΓιοάν Σαπουτό
ΜεταφραστήςΓιώργος Καράμπελας
ΤίτλοςLe National-socialisme et l'Antiquité
ΓλώσσαΓαλλικά
Ημερομηνία δημοσίευσης2008
ΕίδοςΙστορία
ΤόποςFlag of France.svg Γαλλία
ΈκδοσηPresses universitaires de France

ΚριτικήΕπεξεργασία

Το βιβλίο έτυχε ιδιαιτέρως θετικής κριτικής στη Γαλλία.

Ο Μωρίς Σαρτρ, ιστορικός ειδικός επί της αρχαίας ιστορίας το χαρακτήρισε ως «αξιόλογο έργο» το οποίο εξιστορεί την «εξέχουσα θέση» την οποία η Αρχαία Ελλάδα και η Αρχαία Ρώμη είχαν εντός του εθνικοσοσιαλιστικού φαντασιακού. Σύμφωνα με τον ίδιον, «ο Γιοάν Σαπουτό εξερευνεί όλες της πτυχές της ναζιστικής εργαλειοποίησης μίας φαντασιοποιημένης Αρχαιότητας, ανακατασκευασμένης βάσει φυλετικών κριτηρίων», ενώ, επίσης, χρησιμοποιεί «την εύστοχη φράση» των «λεηλατητών της Ιστορίας» για τους Ναζί, οι οποίοι «δεν δίστασαν να παραμορφώσουν τα πλέον σίγουρα ιστορικά δεδομένα, τεμαχίζοντας την ιστορία ενός πολιτισμού, ο οποίος βρισκόταν υπό καθεστώς ομηρίας» [1].

Ο λατινιστής και ειδικός επί της ρωμαϊκότητας, Κλωντ Αζιζά, το χαιρετίζει ως «ένα βιβλίο το οποίο καλείται να καταστεί έργο αναφοράς», εντός του οποίου ο Γιοάν Σαπουτό «καταφέρνει με επιτυχία» να καινοτομήσει καταδεικνύοντας πως «το καθεστώς πέτυχε να αποδείξει, χάρη σε αριθμό ιστορικών παραχαράξεων τις οποίες ο συγγραφέας αναφέρει με τρομακτική ακρίβεια, πως οι Αρχαίοι Έλληνες και οι Αρχαίοι Ρωμαίοι προέρχονταν από τον Βορρά, όπως και οι Αρχαίοι Γερμανοί. Όσο για την εγκατάστασή τους νοτιότερα, αυτή αποτελούσε μέρος μίας ευρύτερης φυσικής μεταναστευτικής πορείας». Σύμφωνα με τον Αζιζά, «τίποτα δεν φαινόταν να προϊδεάζει αυτό τον ακαδημαϊκό επιμελητή νεότερης ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Γκρενόμπλ να ενδιαφερθεί για την Αρχαιότητα, έως ότου εξεπλάγη εμπρός σε δηλώσεις, όπως, μεταξύ άλλων, του Ρόζενμπεργκ («Οι Αρχαίοι Έλληνες ήταν λαός του Βορρά») και του Χίτλερ, για τον οποίο υπήρχε μία «φυλετική ενότητα» μεταξύ Αρχαίων Ελλήνων, Αρχαίων Ρωμαίων και Αρχαίων Γερμανών»[2].

Η Περίν Σιμόν-Ναούμ, ειδικός επί της νεότερης ιστορίας, καθώς και του Ιουδαϊσμού, ανέφερε σχετικά με το βιβλίο πως «πολύ περισσότερο από μία μελέτη σχετικά με την θέση της Αρχαιότητας στην γενικότερη εικόνα του ναζιστικού καθεστώτος, πρόκειται, στην πραγματικότητα, για μία παρατήρηση σχετικά με την δύναμη της ιστορίας που κάνει ο Σαπουτό εντός του συγκεκριμένου έργου, γεγονός το οποίο είναι, αναμφίβολα, και το πλέον ενδιαφέρον και περισσότερο καινοτόμο της εργασίας του». Για την ίδια, «εντός μίας λόγιας και ενδιαφέρουσας εργασίας, ο Γιοάν Σαπουτό καταδεικνύει πως το Ράιχ δεν περιορίστηκε στην παραχάραξη της αρχαίας ιστορίας, αλλά, αντιθέτως, κατευθυνόταν από αυτή.» Πράγματι, «μετενσαρκωμένος ως άλλος Λεωνίδας στην ηγεσία των στρατιών του, ο Φύρερ όχι απλώς ανακαταλαμβάνει τα ελληνικά εδάφη, αλλά, ταυτόχρονα, έβλεπε τον εαυτό του ως μετενσάρκωση του Αρχαίου Έλληνα ήρωα ο οποίος βρισκόταν αντιμέτωπος με το πεπρωμένο του. Όπως συνέβαινε και με τους αρχαίους ήρωες των οποίων το κλέος εξασφάλιζε το πέρασμά τους στην αιωνιότητα, αντιστοίχως, φαίνεται να αποδέχθηκε από αρκετά νωρίς το ενδεχόμενο μίας ήττας.» Από τα παραπάνω, καταλήγει στο συμπέρασμα πως «σε μία ύστατη ανατροπή, η αναφορά στην Αρχαιότητα, πλέον, δεν παρέπεμπε το Ράιχ στις αναλαμπές της ζωής, αλλά στη βεβαιότητα του θανάτου.»[3].

Η ιστορικός Μαριλίν Ντεουαβρέν-Φαρί βλέπει στη μελέτη του Σαπουτό «ένα καινοτόμο βιβλίο», εντός του οποίου «ο Γιοάν Σαπουτό θέλει να κόψει τους δεσμούς με μία ιστοριογραφική παράδοση η οποία ήταν αρκετά επιφυλακτική ως προς την σύνδεση μεταξύ εθνικοσοσιαλισμού και Αρχαιότητας, παρά το γεγονός, ωστόσο, πως η Αρχαιότητα ήταν διάχυτη τόσο στις ιδέες όσο και στις πράξεις του εθνικοσοσιαλισμού: ομιλίες, διδασκαλία, τέχνες, αρχιτεκτονική (...)» και ο οποίος πετυχαίνει τον σκοπό του, εκείνο του «να κάνει κατανοητό τον τρόπο με τον οποίο οι Ναζί προχώρησαν σε μία παραχάραξη της Αρχαιότητας, την οποία και χρησιμοποίησαν προκειμένου να ριζώσουν την ιδεολογία τους στην ιστορία», ενώ, παράλληλα, «καταδεικνύει με σχολαστικότητα τον βαθμό στον οποίον η χειραγώγηση βρισκόταν στο επίκεντρο της απολυταρχικού εγχειρήματος. Η ιστορία βρισκόταν στην υπηρεσία του εθνικοσοσιαλισμού, όπως έγραφε και ο Χίτλερ εντός του βιβλίου του, Ο Αγών μου»[4] Από την πλευρά του, ο Τιερί Φεράλ, γερμανιστής και ειδικός επί του ναζισμού δείχνει, επίσης, ενδιαφέρον για ένα βιβλίο το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι «ιδιαιτέρως πειστικό μέσω των γραφόμενών του τα οποία τεκμηριώνονται αρτίως μέσω αξιόπιστων παραπομπών σε κρατικά έγγραφα» και «καλύπτει ένα προϋπάρχον κενό στην έρευνα επί του εθνικοσοσιαλισμού και δεν είναι δυνατό παρά να τύχει αποδοχής». Ωστόσο, παράλληλα, προειδοποιεί πως «για ένα αναγνωστικό κοινό με ελλιπές ή μηδαμινές γνώσεις επί του συγκεκριμένου θέματος, υπάρχει ο κίνδυνος, ανεξαρτήτως των προθέσεων του ερευνητή και όπως για οποιοδήποτε «βαρύ βιβλίο», της υπερεκτίμησης του ρόλου της ελληνικής και λατινικής αρχαιότητας στην εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία, ενώ, στην πραγματικότητα, αποτέλεσε, απλώς, μία εκ των πτυχών της.»[4].

Αντιθέτως, μεταξύ των Γερμανόφωνων ιστορικών, το βιβλίο έτυχε περισσότερο μοιρασμένης κριτικής.

Σύμφωνα με τον Ματτίας Βίλλινγκ, η μονογραφία του Σαπουτό είναι άξια «υψηλής εκτίμησης», λόγω της πληθώρας των πτυχών οι οποίες καταδεικνύουν την απολυταρχικής φύσεως χρησιμοποίηση της Αρχαιότητας από το χιτλερικό καθεστώς[5].

Ο Ελβετός ιστορικός, Μπέατ Νεφ, ειδικός επί της Αρχαιότητας, χαιρετίζει «ένα ενδιαφέρον βιβλίο σχετικά με τη συσχέτιση μεταξύ ναζισμού και αρχαιότητας.»[6].

Από την πλευρά του, ο Ούβε Βάλτερ είναι αρκετά πιο αυστηρός ως προς την κριτική του βιβλίου. Συγκεκριμένα, αν και αναγνωρίζει το γεγονός πως οι ειδικοί θα είναι σε θέση να βρουν εντός αυτού αριθμό διδαγμάτων, ρύσεων και άκρως διαφωτιστικών liaisons transversales, ωστόσο, εκτιμά πως «το βιβλίο δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει πραγματικά»[7], καθώς σημαντικές έρευνες επί του θέματος δεν έχουν ληφθεί υπόψη. Ο συγγραφέας παραθέτει παράλληλα, σύμφωνα με τον ίδιο, κείμενα του Χίτλερ και άλλων ηγετικών ναζιστικών στελεχών και προπαγανδιστικά εγχειρίδια και φυλλάδια, υπονοώντας, ως αποτέλεσμα, ένα υψηλό επίπεδο ομοιογένειας μεταξύ των δύο, πράγμα το οποίο διαψεύδεται άμεσα μέσω των παραπομπών οι οποίες καταδεικνύουν την ύπαρξη αριθμού διαφορετικών ιδεολογικών ρευμάτων, τα οποία ήσαν μεταξύ τους εχθρικά διακείμενα. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Βάλτερ, ως βασική έλλειψη στην εργασία του Σαπουτό υπάρχει το ενδιαφέρον το οποίο επεδείκνυε ο Φόλκερ Λόζεμαν εντός της πρωτοποριακής διδακτορικής διατριβής του, υπό τον τίτλο Nationalsozialismus und Antike (1977), για το θεσμικό πλαίσιο, καθώς και την περαιτέρω ανάπτυξή του. Επιπλέον, λείπει η σε βάθος γνώση των συγγραφέων οι οποίοι αναφέρονται[7]. Αν και, σύμφωνα με τον Βάλτερ, είναι δυνατό να συγχωρεθούν ένας αριθμός λαθών σε επίπεδο λεπτομερειών, όπως λάθος ορθογραφημένα ονόματα, εσφαλμένες ημερομηνίες ή εσφαλμένες μεταφράσεις, ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει για την τοποθέτηση εντός ενός ίδιου πλαισίου μίας ειδικής έκδοσης του κεφαλαίου του βιβλίου Ρωμαϊκή ιστορία του Μόμσεν σχετικά με την εβραϊκή αρχαιότητα και ναζιστικών προπαγανδιστικών φυλλαδίων[7] · [4], παρά το γεγονός πως τόσο ο εκδότης όσο και ο συγγραφέας του συγκεκριμένου βιβλίου ήσαν Εβραίοι, το οποίο και είναι δυνατό να οδηγήσει στο συμπέρασμα πως ο Σαπουτό ουδέποτε μελέτησε αυτοπροσώπως το συγκεκριμένο βιβλίο[7]. Τέλος, ο Βάλτερ καταλήγει πως παρά τον πλούτο πληροφοριών του, ωστόσο, «από μεθοδικής και τεχνικής άποψης το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί περισσότερο ένα βήμα προς τα πίσω»[7].

Η Μαρτίνα Πέσντιτσεκ, ειδικός επί της ιστορίας των επιστημών, καθώς και του εθνικοσοσιαλισμού, βρίσκει σημαντικά ελαττώματα στο συγκεκριμένο βιβλίο[8]. Εκφράζει αριθμό κριτικών ως προς το πραγματικό επίπεδο γνώσεων του Γιοάν Σαπουτό ως προς την ιστοριογραφία η οποία έχει εκδοθεί στη γερμανική γλώσσα σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα, καθώς και ως προς την χρήση των πηγών που αυτός κάνει[8]. Συγκεκριμένα, προβαίνει στην παρουσίαση του Χίτλερ ως ενός φανατικού αντισημίτη κατά τη διάρκεια της βιεννέζικης περιόδου της ζωής του, «ωστόσο, μία τέτοια θεώρηση εδώ και καιρό δεν αντιστοιχεί πλέον στα σημερινά ερευνητικά ευρήματα.»[8] Για τους συγκεκριμένους λόγους, οι πληροφορίες τις οποίες αναφέρει ο Σαπουτό σχετικά με τον Χίτλερ «θα πρέπει, λοιπόν, καταρχάς, να παραμείνουν υπό το καθεστώς μίας γενικότερης υποψίας έλλειψης αξιοπιστίας και πληρότητας.»[8] Παράλληλα, παρατηρεί πως ο Σαπουτό, ως προς τις γνώσεις του στον τομέα των κλασικών σπουδών, πιθανώς, δεν έχει γνώση του ελληνικού αλφαβήτου, γεγονός το οποίο και οδηγεί σε σημαντικό αριθμό εννοιολογικών λαθών τα οποία είναι δυνατό να βρει κανείς, ήδη, εντός του αρχικού γαλλικού κειμένου[8]. Θεωρεί προβληματικό, επίσης, το γεγονός πως δεν φαίνεται να είναι αρκετά εμφανές για την πλειονότητα των αναγνωστών πως οι παραπομπές του βιβλίου προέρχονται, παρά μόνο σε έναν πολύ μικρό βαθμό, από συγγραφείς οι οποίοι έχουν εργαστεί ως καθηγητές γερμανικών πανεπιστημίων, ενώ οι περισσότερες εξ αυτών προέρχονται από το έργο του Χανς Φ. Κ. Γκούντερ, του οποίου η παρουσίαση περιλαμβάνει, σε ορισμένο βαθμό, «χονδροειδείς ανακρίβειες»[8], καθώς και εκείνο του, γεννημένου στο Λιντς της Αυστρίας, Φριτς Σχάχερμαϊρ, του οποίου και ο Σαπουτό δείχνει να μην έχει πλήρη γνώση της πραγματικής θέσης του στα γερμανικά πανεπιστήμια[8]. Από το σύνολο των επιστημονικών κλάδων, εκείνος της ινδοευρωπαϊκής γλωσσολογίας είναι αυτός ο οποίος βρίσκεται στο επίκεντρο των επιθέσεων του Σαπουτό, καθώς ο τελευταίος εκτιμά πως, εντός των γερμανικών εδαφών, η ινδοευρωπαϊκή γλωσσολογία δημιούργησε «μία ψευδοεπιστήμη», αν και οι βάσεις της συγκεκριμένης επιστήμης δημιουργήθηκαν αρκετά διαφορετικά από το ιδεολογικό πλαίσιο εντός του οποίου προσπαθεί να την εντάξει, όπως ανέφερε ο Φέλιξ Ζόλμσεν[8]. Σύμφωνα με την Πέσντιτσεκ, ο Σαπουτό προχωρά, ως αποτέλεσμα, σε βαριές κατηγορίες, χωρίς, ωστόσο, να έχει εξετάσει το ακριβές περιεχόμενο της διδασκαλίας των συγκεκριμένων επιστημονικών πεδίων κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου[8]. Παρομοίως, χαρακτηρίζει ως «άσεμνη» την παρουσίαση, εκ μέρους του Σαπουτό, μίας «πλήρους συγχώνευσης μεταξύ της γλωσσολογίας και των φυλετικών μελετών»[8], έχοντας ως μόνη απόδειξη των γραφόμενών του την διεξαγωγή ενός σεμιναρίου με θέμα «Η σχέση μεταξύ φυλής και γλώσσας» στο Πανεπιστήμιο του Κιέλου, κατά τη διάρκεια του θερινού εξαμήνου του 1935[8]. Η Πέσντιτσε αμφισβητεί την ιστορία των ιδεών στη Γερμανία, όπως την παρουσιάζει γενικότερα ο Σαπουτό και, πιο συγκεκριμένα, τους ισχυρισμούς του σχετικά με την γένεση και την πορεία των ερευνών οι οποίες αφορούσαν την ανεύρεση του τόπου αρχικής καταγωγής των Ινδοευρωπαίων[8]. Τέλος, καταλήγει αναφέροντας πως «παρόμοια ανικανότητα και αμέλεια σχετικά με το θέμα του εθνικοσοσιαλισμού» δεν είναι δυνατόν παρά μόνο να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα όσων είναι απολογιτές της συγκεκριμένης περιόδου[8].

Αρνητική κρίση την οποία μοιράζεται και ο Στέφαν Ρέμπενιχ. Συγκεκριμένα, ο Ελβετός ιστορικός, ειδικός επί της Αρχαιότητας, παρατηρεί πως αντιθέτως με όσα ισχυρίζεται το εισαγωγικό κείμενό του, το περιεχόμενο του βιβλίου είναι ήδη γνωστό τόσο ως προς το γενικό περιεχόμενό του όσο και ως προς τις επιμέρους λεπτομέρειές του[9]. Προσθέτει, επίσης, πως «η χαρά των φερόμενων ως ανακαλύψεων θα είχε ξεπεραστεί από τον συγγραφέα, εφόσον είχε περισσότερη οικειότητα με την λόγια βιβλιογραφία. Το γεγονός αυτό θα τον είχε αποτρέψει από το να εκτείνει σε παρόμοιο μεγάλο βαθμό το εύρος του συγγραφικού έργου του»[9]. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πιθανώς να ήταν σε θέση να διακρίνει μεταξύ τους με μεγαλύτερη ακρίβεια τις επιστημονικές και τις μη επιστημονικές αναφορές[9]. Σύμφωνα με τον Ρέμπενιχ, το μονομερές πρίσμα του Σαπουτό δεν του επιτρέπει να ανιχνεύσει επαρκώς τις συνέχειες και ασυνέχειες εντός του πλαισίου της γερμανικής αντίληψης της αρχαιότητας. Ως εκ τούτου, η εξύμνηση του σπαρτιατικού ηρωισμού αναφέρεται μόνον εντός περιορισμένου αριθμού σελίδων και μέσω βιαστικών συμπερασμάτων, δίχως ουδεμία αναφορά στη σχετική μελέτη και σημείο αναφοράς της Ανούσκα Άλμπερτς, την οποία, επίσης, ο Σαπουτό φαίνεται να αγνοεί[9].

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. (Γαλλικά) Sartre, Maurice (13 Νοεμβρίου 2008). «"Le National-Socialisme et l'Antiquité", de Johann Chapoutot : de Sparte à Nuremberg». Le Monde. Ανακτήθηκε στις 18 Απριλίου 2020. 
  2. (Γαλλικά) «Le National-Socialisme et l'Antiquité». L'Histoire (339): 90. 2009. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2017-01-07. https://web.archive.org/web/20170107004123/http://zwan.nexen.net/livres/livre-du-mois/le-national-socialisme-et-l-antiquite-01-02-2009-8247. Ανακτήθηκε στις 2020-04-18. 
  3. (Γαλλικά) Simon-Nahum, Perrine (15 Ιανουαρίου 2009). «Quand les nazis annexaient l'Antiquité». laviedesidees.fr. Ανακτήθηκε στις 18 Απριλίου 2020. 
  4. 4,0 4,1 4,2 (Γαλλικά) Dewavrin-Farry, Marilyne; Feral, Thierry. «Le livre Le nazisme et l'Antiquité de Johann Chapoutot - Deux opinions» (PDF). quatrea.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 13 Αυγούστου 2016. Ανακτήθηκε στις 18 Απριλίου 2020. 
  5. (Γερμανικά) Willing, Matthias (Οκτώβριος 2014). «Review of Chapoutot, Johann, Der Nationalsozialismus und die Antike». H-Net Reviews. H-Soz-u-Kult. Ανακτήθηκε στις 18 Απριλίου 2020. 
  6. (Γερμανικά) Näf, Beat (Νοέμβριος 2014). «Der Nationalsozialismus und die Antike». DAMALS. Ανακτήθηκε στις 18 Απριλίου 2020. 
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 7,4 (Γερμανικά) «Chapoutot, Johann: Der Nationalsozialismus und die Antike». Frankfurter Allgemeine Zeitung: σελ. 10. 22 Αυγούστου 2014. http://www.gbv.de/dms/faz-rez/FD1201408224349154.pdf. Ανακτήθηκε στις 18 Απριλίου 2020. 
  8. 8,00 8,01 8,02 8,03 8,04 8,05 8,06 8,07 8,08 8,09 8,10 8,11 8,12 (Γερμανικά) «Der Nationalsozialismus und die Antike / Johann Chapoutot. Aus dem Französischen von Walther Fekl. - Darmstadt : von Zabern, 2014». academia.edu. Informationsmittel (IFB). Ανακτήθηκε στις 18 Απριλίου 2020. 
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 (Γερμανικά) Rebenich, Stefan (19 Νοεμβρίου 2014). «Totalitäre Vergangenheitspolitik». nzz.ch. Ανακτήθηκε στις 18 Απριλίου 2020.