Πέτρος Αντόνοβιτς του Μπράουνσβαϊγκ

Ο Πέτρος Αντόνοβιτς, γερμ.: Peter Antonovich von Braunschweig-Lüneburg von Welfen (1745–1798) από τον Οίκο των Γουέλφων, ήταν ο δεύτερος γιος του Αντώνιου-Ούλριχ δούκα του Μπράουνσβαϊγκ και της Άννας Λεοπόλδοβνας, κόρης του Καρόλου-Λεοπόλδου δούκα του Μεκλεμβούργου. Αδέλφια του ήταν ο Iβάν ΣΤ΄ Αυτοκράτορας της Ρωσίας (β. 1740-41), η Αικατερίνη, η Ελισάβετ και ο Αλέξιος.

Πέτρος Αντόνοβιτς του Μπράουνσβαϊγκ
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση30  Μαρτίου 1745[1]
Kholmogory
Θάνατος30  Ιανουαρίου 1798[1]
Χόρσενς
Οικογένεια
ΓονείςΑντώνιος Ούλριχ του Μπράουνσβαϊγκ-Βολφενμπύτελ[2] και Άννα Λεοπόλδοβνα[2]
ΑδέλφιαCatherine Antonovna of Brunswick
Elizabeth Antonovna of Brunswick
Ιβάν ΣΤ΄ της Ρωσίας
Αλέξιος Αντόνοβιτς του Μπράουνσβαϊγκ
ΟικογένειαBrunswick-Bevern

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

Η Άννα Λεοπόλδοβνα ήταν ανιψιά της Άννας Ιβάνοβνας των Ρομάνοφ Αυτοκράτειρας της Ρωσίας (1730-40). Τα αδέλφια κρατήθηκαν φυλακισμένα λόγω του δικαίωμά τους στον ρωσικό θρόνο, ως διαδόχων της Αυτοκράτειρας Άννας. Αυτό τους έκανε πιθανή πολιτική απειλή κατά των Αυτοκρατόρων Ελισάβετ (β. 1741-62), Πέτρου Γ΄ (β. 1762) και Αικατερίνης Β΄ (β. 1762-1796). Σε αντίθεση με τον μεγαλύτερο αδελφό τους, τον εκθρονισμένο Ιβάν ΣΤ΄, ο οποίος τέθηκε σε απομόνωση, τα μικρότερα αδέλφια κρατήθηκαν μαζί με τον πατέρα τους, μετά το τέλος της μητέρας τους το 1746. Στο Κολμογκόρυ, η οικογένεια κατείχε το σπίτι του επισκόπου μέσα στον περίβολο του φρουρίου και ήταν υπό την παρακολούθηση των φρουρών. Τους επιτρεπόταν ένας μικρός κήπος, μερικά ζώα και διατηρούσαν λίγους υπηρέτες. Καθώς ο πατέρας τους είχε ερωτικές σχέσεις με τις υπηρέτριες, το προσωπικό τους τελικά αποτελείτο από ετεροθαλή αδέλφια τους. Με αυτοκρατορικό διάταγμα του 1750, τα αδέλφια απαγορεύτηκαν να μαθαίνουν, να διαβάζουν και να γράφουν.

Το 1766 στον πατέρα τους δόθηκε η ελευθερία του από την αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄, αλλά αρνήθηκε να φύγει χωρίς τα παιδιά του. Έτσι παρέμεινε μαζί τους μέχρι το τέλος του το 1776· ως τότε είχε γίνει τυφλός. Το 1780 η Αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄ μερίμνησε για την απελευθέρωσή τους και τη μεταφορά τους στη Δανία, στην εκ πατρός θεία τους Ιουλιάνα-Μαρία του Μπράουνσβαϊγκ-Βόλφενμπυτελ (χήρας του Φρειδερίκου Ε΄ της Δανίας). Πριν από την απελευθέρωσή τους, μεταφέρθηκαν στο Αρχανγκέλσκ για συνέντευξη και επιθεώρηση από τον κυβερνήτη Αλεξέι Μελγκούνοφ. Ο Μελγκούνοφ παρείχε προσωπικές περιγραφές για κάθε ένα από τα αδέλφια στην έκθεσή του. Ανέφερε ότι και τα τέσσερα αδέλφια ήταν σωματικά αδύναμα και υπέφεραν από κακή υγεία. Ο Πέτρος είχε τη μία πλευρά χαμηλότερη από την άλλη, είχε στρεβλά πόδια και φαινόταν φθισικός. Ο Αλέξιος ήταν σωματικά ισχυρότερος, αλλά υπέφερε από επιληπτικές κρίσεις. Η Αικατερίνη ήταν αδύνατη και κωφή και υπέφερε από επιληπτικές κρίσεις· μπορούσε να διαβάσει τα χείλη, αλλά είχε μικρό έλεγχο στη φωνή της. Όσο για την Ελισάβετ, χαρακτηρίστηκε παχουλή, ενεργητική, ομιλητική και υπεύθυνη, καθώς και ως η κυρίαρχη προσωπικότητα και εκπρόσωπος της οικογένειας. Ωστόσο, ενώ ήταν σωματικά αδύναμοι, και τα τέσσερα αδέλφια χαρακτηρίζοντο ως ευφυείς, συμπαθητικοί και φιλικοί, που είχαν μάθει να διαβάζουν και να γράφουν μέσω των δικών τους επινοήσεων, παρά την απαγόρευση του Αυτοκρατορικού διατάγματος. Σύμφωνα με πληροφορίες είχαν φιλικές σχέσεις μεταξύ τους, περνώντας τις ημέρες τους φροντίζοντας τον κήπο, τις κότες και τις πάπιες τους, κάνοντας ιππασία, κυνηγώντας ο ένας τον άλλον στην παγωμένη λίμνη κατά τη διάρκεια του χειμώνα, και παίζοντας σκάκι και χαρτιά.

Κατά τη διάρκεια της επιθεώρησης του Μελγκόνοφ, η Ελισάβετ, που περιγράφεται ως επικεφαλής της οικογένειας, ανέφερε τη ζωή και τις επιθυμίες των αδελφών της. Δήλωσε ότι όταν ήταν νέοι, πριν ο πατέρας τους γίνει τυφλός, όλοι ήθελαν να είναι ελεύθεροι και ήλπιζαν για την ημέρα που θα απελευθερωθούν. Είχαν ζητήσει άδεια να κάνουν έλκηθρο στους δρόμους, αλλά δεν έλαβαν ποτέ απάντηση σε οποιοδήποτε αίτημα. Όσο για την ίδια, ήθελε να εκπαιδευτεί για τους τρόπους του έξω κόσμου και να συμμετάσχει στην υψηλή κοινωνία. Αν και είχαν ζήσει όλη τους τη ζωή ως φυλακισμένοι, ήταν ικανοποιημένοι με τη ζωή τους. Είχαν μόνο τρεις επιθυμίες: πρώτον, να τους επιτραπεί να επισκεφθούν ένα λιβάδι, καθώς είχαν ακούσει ότι περιείχε λουλούδια που δεν υπήρχαν στον κήπο τους. Δεύτερον, να επιτραπεί στις συζύγους των αξιωματικών να τους επισκέπτονται, για να έχουν συντροφιά· και τέλος, να τους μάθουν πώς να φορούν τα περίπλοκα ενδύματα της ανώτερης τάξης, με τα οποία τους εφοδίαζαν, όπως κορσέδες, γιατί ούτε αυτοί, ούτε οι υπηρέτες τους ήξεραν πώς πρέπει να τοποθετηθούν. Εάν αυτές οι τρεις επιθυμίες ικανοποιούντο, δήλωσε, θα ήταν όλοι ευτυχισμένοι να συνεχίσουν να ζουν όπως πριν.

Πριν από την απελευθέρωσή τους, στα αδέλφια δόθηκαν νέες αποσκευές και οικιακά δώρα από την Αυτοκράτειρα, έτσι ώστε η Ρωσία να κάνει καλή εντύπωση στη Δανία. Όταν τους είπαν ότι θα μεταφερθούν στη Δανία, ζήτησαν να στεγαστούν σε απομακρυσμένο μέρος, με λίγα άτομα εκεί. Φεύγοντας από τη Ρωσία στο πλοίο στις 27 Ιουνίου 1780, τα αδέλφια φέρεται να άρχισαν να κλαίνε όταν είδαν το φρούριο στο Αρχανγκέλσκ, πιστεύοντας ότι είχαν εξαπατηθεί και θα χωριστούν και ο καθένας θα μείνει σε απομόνωση. Στις 30 Αυγούστου 1780 τα αδέλφια έφτασαν στη Δανία. Για γραφειοκρατικούς λόγους, ωστόσο, αναγκάστηκαν να χωριστούν από τους υπαλλήλους τους και τα μισά αδέλφια κατά την άφιξή τους. Στη Δανία, η θεία τους βασίλισσα χήρα Ιουλιάνα-Μαρία, σύμφωνα με πληροφορίες, δεν τους επισκέφτηκε ούτε μία φορά. Ζούσαν υπό κατ' οίκον περιορισμό στο Χόρσενς της Γιουτλάνδης υπό την κηδεμονία της Ιουλιανής- Μαρίας και με έξοδα της Αυτοκράτειρας Αικατερίνης Β΄. Αν και ήταν κρατούμενοι, ζούσαν με σχετική άνεση και διατήρησαν μία μικρή Αυλή μεταξύ 40 και 50 ατόμων, όλοι Δανοί εκτός από τον Ρώσο Ορθόδοξο ιερέα τους. [3] Τα αδέλφια, άμαθα στον νέο βαθμό ελευθερίας τους, σε ένα νέο περιβάλλον και περιτριγυρισμένα από ανθρώπους των οποίων τη γλώσσα δεν μπορούσαν να καταλάβουν, ήταν δυσαρεστημένα στη Δανία.

Βιβλιογραφικές αναφορέςΕπεξεργασία

ΠηγέςΕπεξεργασία