Άνοιγμα κυρίου μενού

Με το όνομα Πορνοκρατία χαρακτηρίζεται στην ιστορία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας η περίοδος μεταξύ 904 και 963 μ.Χ, ξεκινώντας από την ανάληψη του θρόνου από τον Πάπα Σέργιο Γ΄ έως τον θάνατο του Ιωάννη ΙΒ΄. Μερικές πηγές ωστόσο θεωρούν ότι τερματίστηκε το 935 μ.Χ. με τον Πάπα Ιωάννη ΙΑ΄. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου μία σειρά από ισχυρές γυναίκες, με πιο σημαντικές την γερουσιαστή Θεοδώρα και την κόρη της Μαροζία, άσκησαν εξουσία τόσο στην πολιτική σκηνή της Ιταλίας όσο και στην Εκκλησία. Το όνομα “πορνοκρατία” προέρχεται κατά κύριο λόγο από το έργο του Λιουτπράνδου της Κρεμόνα που δεν δίστασε, αν και συχνά αβάσιμα, να κατηγορήσει τους ανώτερους κληρικούς της Καθολικής Εκκλησίας και του ιταλούς ευγενείς για σεξουαλική ακολασία προκειμένου να εξυπηρετήσει τις δικές του πολιτικές επιδιώξεις.[1] Αυτό οδήγησε στον χαρακτηρισμό των παπών του 10ου αιώνα ως “στρατιά πόρνων”[2], χαρακτηρισμός που έδωσε το όνομα “πορνοκρατία” στην εποχή αυτή. Σήμερα όμως θεωρείται ότι οι περισσότερες σχετικές κατηγορίες προήλθαν από αντιπάλους της οικογένειας των Θεοφυλάκτων που ασκούσε επιρροή στην τότε πολιτική σκηνή της Ιταλίας καθώς και σε όσους ήταν ιδεολογικά αντίθετοι προς τους πάπες της εποχής που επεδίωκαν την μείωση της αυτοκρατορικής επιρροής στην Εκκλησία και την αύξηση της ισχύος της Ρώμης εντός της Καθολικής Εκκλησίας.[2]

Πίνακας περιεχομένων

ΙστορίαΕπεξεργασία

Κατά τον 10ο αιώνα οι πάπες βρέθηκαν κάτω από την ισχυρή επιρροή της οικογένειας του Θεοφύλακτου, κόμη του Τούσκουλου και της γυναίκας του Θεοδώρας, η οποία, μαζί με την κόρη της Μαροζία, ασκούσε επιρροή στην εκλογή νέων παπών. Τα πολιτικά παιχνίδια της εποχής οδήγησαν στην εκλογή πολλών διαφορετικών παπών κατά την διάρκεια εξήντα ετών η εκλογή των οποίων εξυπηρετούσε τα συμφέροντα κατά κύριο λόγο της οικογένειας Θεοφύλακτου. Το κύριο χαρακτηριστικό της εποχής είναι η γρήγορη και συχνή εναλλαγή παπών πολλοί από τους οποίους βρήκαν βίαιο και ξαφνικό θάνατο. Ήταν τόσο έντονο αυτό το φαινόμενο που οι παπικοί υπηρέτες έκαναν περιουσίες πουλώντας τα υπάρχοντα κάθε απελθόντα πάπα.[3]

Οι πάπες που όρισε η Θεοδώρα και η ΜαροζίαΕπεξεργασία

Η Θεοδώρα, που είχε μεγάλη εξουσία στην ιταλική πολιτική σκηνή, φρόντισε να ανέλθει στον παπικό θρόνο το 904 ο Σέργιος Γ΄ που ήταν πολιτικός υποστηρικτής του συζύγου της, ο οποίος όμως πέθανε λίγα χρόνια μετά και συγκεκριμένα το 911. Τότε η Θεοδώρα μεθόδευσε την άνοδο στην παπική έδρα των Αναστάσιου Γ΄ (911 – 913), Λάνδου (913 – 914) και Ιωάννη Ι΄. Ο τελευταίος, για να δείξει την ευγνωμοσύνη του για την στήριξη της Θεδώρας την έκανε γερουσιαστή της Ρώμης, τίτλος που μεταβιβάστηκε και στις κόρες της Μαροζία και Θεοδώρα. [2]

Το 927 η Μαροζία και ο σύζυγος της Γουίδος της Τοσκάνης εκθρόνισαν τον Ιωάννη Ι΄ και έβαλαν στην θέση του πρώτα τον Λέοντα ΣΤ΄ και μετά τον Στέφανο Ζ΄. Και οι δύο αυτοί πάπες ήταν υποχείρια της οικογένειας Θεοφύλακτου.[2]

Το 931 πάπας έγινε ο γιος της Μαροζίας, ο Ιωάννης ΙΑ΄, από τον πρώτο της γάμο με τον Αλβερίκιο Α΄ της Τοσκάνης.

Οι πάπες που όρισε ο Αλβερίκιος Β'Επεξεργασία

Η εκλογή του Ιωάννη ΙΑ΄ δυσαρέστησε τον άλλο γιο της Μαροζίας από τον Αλβερίκιο, τον Αλβερίκιο Β΄, που ως πρωτότοκος ίσως να θεωρουσε ότι το αξίωμα θα πήγαινε σε εκείνον. Έτσι ο Αλβερίκιος Β΄ έκανε πραξικόπημα και φυλάκισε την μητέρα του Μαροζία ενώ ο νυν σύζυγός της, ο Ούγος της Προβηγκίας, το έσκασε. Ο Αλβερίκιος Β΄ όρισε πάπα τον Λέοντα Ζ΄ και μετά τον θάνατο του τελευταίου, έκανε πάπα τον Στέφανο Η΄, έπειτα τον Μαρίνο Β΄και τέλος το 955 τον δεκαοκτάχρονο γιο του, τον Ιωάννη ΙΒ΄.

Η επίθεση του ΛιουτπράνδουΕπεξεργασία

Το 950 ο Λιουτπράνδος, που μέχρι τότε κατείχε σημαντική θέση πρεσβευτή στην ιταλική αυλή, έπεσε στην δυσμένεια του βασιλιά και εκδιώχθηκε από την αυλή. Τότε αναζήτησε και βρήκε προστασία στην γερμανική αυλή του Όθωνα Α΄ που ήταν ο μεγαλύτερος αντίπαλος των Ιταλών βασιλέων καθώς οι Όθωνες διεκδικούσαν τον θρόνο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που μέχρι τότε κατείχαν οι Καρολίδες. Υπό την προστασία του Όθωνα Α΄ ο Λιουτπράνδος άρχισε να γράφει την Ανταπόδοση, που όπως λέει και ο τίτλος, ήταν ένα έργο εκδίκησης ενάντια στην ιταλική αυλή και στο οποίο δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει ακραίες και συχνά χυδαίες εκφράσεις τόσο για τους ιταλούς ευγενεις και τις γυναίκες τους όσο και για τους ιταλούς πάπες. Το κείμενό του είναι γεμάτο περιγραφές ακραίων σεξουαλικών ακολασιών και ανηθικοτήτων που ειχαν σκοπό να συκοφαντήσουν την ιταλική αυλή και να προωθήσουν την πολιτική ατζέντα του Όθωνα αλλά και τις δικές του πολιτικές βλέψεις.[4] Χαρακτήρισε την Θεοδώρα και την Μαροζία “πόρνες” και ισχυρίσθηκε ότι η Θεοδώρα εκπόρνευσε την δεκαπεντάχρονη τότε κόρη της στον πάπα Σέργιο Γ΄. Είπε μάλιστα ότι ο γιος της Μαροζίας, ο Ιωάννης ΙΑ΄, δεν ήταν γιος του συζύγου της αλλά νόθος γιος του Σέργιου Γ΄.[5]

Το 961 οι υπηρεσίες του Λιουτπράνδου στον Όθωνα απέδωσαν καρπούς για τον ίδιο καθώς ο γερμανός βασιλιάς τον όρισε επίσκοπο της Κρεμόνα ως επιβράβευση.[5]

Η επίθεση του Λιουτπράδου επεκτάθηκε όπως ήταν αναμενόμενο και στον τελευταίο πάπα και συγκεριμένα είπε ότι είχε μετατρέψει το παπικό μέγαρο σε “οίκο ανοχής και καταφύγιο πόρνων” όπου είχε αιμομεικτικές σχέσεις με την ανηψιά του και είχε αφήσει έγκυο την ερωμένη του πατέρα του. Επίσης ισχυρίσθηκε ότι ο πάπας είχε σχέσεις με μία χήρα που την είχε κάνει “κυβερνήτρια πολλών πόλεων” και της είχε χαρίσει χρυσούς σταυρούς και δισκοπότηρα ενώ τον κατηγόρησε για βιασμούς και εκμετάλλευση των γυναικών που πήγαιναν να προσκηνύσουν. Σύμφωνα με τον Λιουτπράνδο το γούστο του εκτεινόταν από “λεπτές σαν καλάμια από τη νηστεία” μέχρι “κοινές ελευθέριες γυναίκες με μεγάλο στήθος”. Ειδικά αυτή η τελευταία κατηγορία οδήγησε σε μία σημαντική μείωση των προσκηνητών που φοβόντουσαν ότι στην Ρώμη θα συναντήσουν τον λεγόμενο “Χριστιανό Καλιγούλα”. [5] Αν και ο πάπας Ιωάννης ΙΒ΄ ήταν γνωστός για τον υλιστικό τρόπο ζωής του είναι αμφίβολο αν η πραγματικότητα ήταν τόσο ακραία όσο περιέγραφε ο Λιουτπράνδος.

Το 963 ο Λιουτπράνδος της Κρεμόνα έλαβε μέρος σε μία σύνοδο ιεραρχών στην Ρώμη, που είχε οργανώσει ο Όθωνας Α΄, και κατάφερε με τις συκοφαντικές φήμες που διέσπειρε να επηρεάσει την κατάσταση έτσι ώστε να καθαιρεθεί ο Ιωάννης ΙΒ΄. Οι κατηγορίες που ακούστηκαν ήταν ότι λειτουργούσε χωρίς να έχει μεταλάβει, ότ είχε χρίσει έναν διάκονο σε έναν σταύλo, ότι κυνηγούσε, ότι έχριζε επισκόπους με χρηματικό αντίτυμο, ότι έβαζε φωτιά σε σπίτια, ότι είχε σεξουαλικές σχέσεις με δύο αδελφές, ότι τύφλωσε τον πνευματικό του, ότι ευνούχισε έναν καρδινάλιο, ότι έπινε κρασί “προς τιμήν του διαβόλου” και ότι έπαιζε ζάρια ενώ επικαλούνταν τον Ερμή, την Αφροδίτη και άλλες μη χριστιανικές θεότητες.[5]

Μετά την καθαίρεση του Ιωάννη ΙΒ΄ πάπας ορίσθηκε (μετά από μία σύντομη θητεία ενός μήνα του Βενέδικτου Ε΄) ο Λέων Η΄ ο οποίος εκδιώχθηκε από τον Ιωάννη ΙΒ΄ που δεν είχε πει ακόμα την τελυταια του λέξη. Ο Ιωάννης φρόντισε να εκδικηθεί τους ιερείς που είχαν ταχθεί εναντίον του. Έκοψε το δεξί χέρι ενός καρδινάλιου, έναν επίσκοπο τον μαστίγωσε και έκοψε την γλώσσα, δύο δάχτυλα και την μύτη ενός συμβολαιογράφου. Τελικά ο Ιωάννης πέθανε το 964 με τρόπο που επιβεβαίωνε τις αμφιβολίες περί ηθικής των αντιπάλων του. Λέγεται ότι πέθανε ενώ έκανε σεξ με μία παντρεμένη γυναίκα ενώ άλλοι λένε ότι τον έδειρε μέχρι θανάτου ο σύζυγός της.[5] Έτσι έπεσε η αυλαία στην λεγόμενη εποχή της “πορνοκρατίας” με έναν πάπα που έζησε με εξαιρετικα υλιστικό και ανάρμοστο για την θέση του τρόπο, γεγονός που τον έκανε εύκολο στόχο για την κριτική των αντιπάλων του και επισφράγησε την εντύπωση της ηθικής κατάπτωσης της Καθολικής Εκκλησίας την εποχή εκείνη.

Η επικράτηση του όρου “Πορνοκρατία”Επεξεργασία

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές πηγές για την περίοδο αποτελεί το ιστορικό έργο του Λιουτπράνδου, επισκόπου της Κρεμόνας, ο οποίος συμμετείχε στη σύνοδο που καθαίρεσε τον Πάπα Ιωάννη ΙΒ΄ και ήταν πολιτικός αντίπαλος της Ρώμης λόγω του ότι εκδιώχθηκε απο την ιταλική αυλή. Σε αυτό το πνεύμα της πολιτικής και προσωπικής αντιπαλότητας με την Ιταλία συνέγραψε το πιο διάσημο έργο του, την Ανταπόδοση, που, όπως λέει και ο τίτλος του, ήταν ένα κείμενο με σκοπό να πάρει εκδίκηση για τις προσωπικές του πικρίες. Σε αυτό το έργο ο Λιουτράνδος δεν δίστασε να κατηγορήσει τους ιταλούς κληρικούς για σεξουαλική ακολασία και ανηθικότητα ενώ επιτέθηκε ιδιαίτερα καυστικά ενάντια στις ισχυρές γυναίκες της ιταλικής πολιτικής σκηνής με σκοπό να πλήξει τους βασιλείς, τους πάπες και τους ευγενείς της Ιταλίας. Η γλώσσα που χρησιμοποιήσε ήταν ιδιαίτερα ακραία και χυδαία και, ενώ δεν στηρίχθηκε απαραίτητα σε ιστορικά στοιχεία, κατάφερε να επηρεάσει σημαντικά την θεώρηση για την εκκλησία της Ιταλίας του 10ου αιώνα δημιουργώντας αρνητικές και σκανδαλιστικές φήμες.[4]

Κατά την εποχή της Αντιμεταρρύθμισης ο καρδινάλιος Βαρόνιος, λόγω προσωπικών πολιτικών επιδιώξεων, υιοθέτησε άκριτα τις απόψεις του Λιουτπράνδου με αποτέλεσμα από τότε οι καθολικοί και οι προτεστάντες ιστορικοί να διαιωνίζουν το στερεότυπο του ακόλαστου πάπα του 10ου αιώνα. Μέχρι τον 18ο αιώνα οι πάπες του 10ου αιώνα είχαν αρχίσει να χαρακτηρίζονται ως “στρατιά πόρνων”.[2] Η λέξη "πορνοκρατία" χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά για να περιγράψει την συγκεκριμένη εποχή από τον Βαρόνιο.[6]

Ο Βολταίρος όμως είχε αντίθετη άποψη και ισχυρίσθηκε ότι κατά τον 10ο αιώνα υπήρξαν πολλοί άξιοι πάπες.[2]

Σήμερα αναγνωρίζεται ότι, αν και υπήρξαν περιπτώσεις όπου κάποιοι πάπες συμπεριφέρθηκαν με ηθικά αμφισβητίσιμο τρόπο και έζησαν με τρόπο που δεν θα ήταν αποδεκτός για άλλους πάπες, γενικά δεν δικαιολογείται η φήμη της ακραίας σεξουαλικής ακολασίας και ανηθικότητας. Οι σύγχρονοι ιστορικοί τείνουν να απομακρύνονται από τέτοιου είδους αρνητικές ερμηνείες λόγω αβασιμότητας και προτιμούν τον όρο "σκοτεινή εποχή" που περιγράφει καλύτερα την ατμόσφαιρα της πολιτικής διαπλοκής που επικρατούσε.[2]

Κατάλογος παπών κατά την ΠορνοκρατίαΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Benjamin., Wiker, (2017). Reformation 500 Years Later. Regnery Publishing. 994403588. ISBN 1621577066. https://www.worldcat.org/oclc/994403588. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 Christopher., Kleinhenz, (2004). Medieval Italy : an encyclopedia. New York: Routledge. 51942666. ISBN 9780415939294. https://www.worldcat.org/oclc/51942666. 
  3. Ralph., Lewis, Brenda. Dark history of the Popes : vice, murder and corruption in the Vatican. London. 919255475. ISBN 9781908696328. https://www.worldcat.org/oclc/919255475. 
  4. 4,0 4,1 Simon,, MacLean,. Ottonian queenship (First edition έκδοση). Oxford. 961410084. ISBN 9780198800101. https://www.worldcat.org/oclc/961410084. 
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 Peter., D'Epiro, (2010). The book of firsts : 150 world-changing people and events, from Caesar Augustus to the Internet. New York: Anchor Books, σελ. 207 - 209. 401141259. ISBN 9780307388438. https://www.worldcat.org/oclc/401141259. 
  6. David., Hernandez, (2009). The Greatest Story Ever Forged : Curse of the Christ Myth. Pittsburgh, PA: Red Lead Press. 911610770. ISBN 1434962997. https://www.worldcat.org/oclc/911610770. 

Άλλοι ιστότοποιΕπεξεργασία

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • D'Epiro, Peter (2010). The Book of Firsts: 150 World-Changing People and Events, from Caesar Augustus to the Internet. (σελ. 207 – 209) Anchor Books. ISBN 9780307388438
  • Kleinhenz, Christopher (2004). Medieval Italy: An Encyclopedia. Routledge. ISBN 9780415939294
  • Lewis, Brenda Ralph (2012). Dark History of the Popes. Amber Books. ISBN 9781908696328
  • MacLean, Simon (2017). Ottonian Queenship. Oxford University Press. ISBN 9780198800101