Σκήτη Αγίου Σπυρίδωνα Χάλκης


Η Σκήτη του Αγίου Σπυρίδωνα βρίσκεται στη νοτιοανατολική πούντα της Χάλκης, το απότομο ακρωτήρι που οριοθετεί το λεγόμενο «Τσαμλιμάνι» του νησιού, λόγω του πυκνού πευκώνα που φτάνει ως την ακτή (τουρκ. çam: πεύκο). Κτίστηκε στο β΄ μισό του 19ου αιώνα από τον αναχωρητή Αρσένιο.

Σκήτη Αγίου Σπυρίδωνα Χάλκης
St Spyridon Monastery Heybeliada 2013.jpg
Είδοςμοναστήρι
Γεωγραφικές συντεταγμένες40°52′6″N 29°4′52″E
ΧώραΤουρκία

Ο καλόγερος Αρσένιος Γανοχωρίτης ζούσε σε ένα αγιορείτικο μετόχι στο Φανάρι. Το 1862 αποφάσισε να έρθει στη Χάλκη, στα δασωμένα βουνά της οποία ζούσαν αρκετοί ασκητές γύρω από έναν φημισμένο πνευματικό, τον Ευστράτιο. Έμεινε πέντε χρόνια κοντά του και το 1868 αποφάσισε να χτίσει δική του σκήτη στο ακρωτήρι πάνω από το «Λιμένα της Παναγίας», όπως λεγόταν τότε το σημερινό Τσαμλιμάνι.

Αρχικά, έφτιαξε μια ταπεινή καλύβα. Έπειτα, ανέγειρε ξύλινο ναΐσκο με δυο κελιά, άνοιξε στέρνες και πηγάδια και ισοπέδωσε το χώρο, με την ενίσχυση κυρίως του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Ζαρίφη. Σύντομα, άρχισαν να καταφθάνουν προσκυνητές αναζητώντας την ευλογία του.

Στο μεγάλο σεισμό του 1894 η σκήτη ισοπεδώθηκε. Αλλά με τη συνδρομή πολλών εύπορων πιστών, ο Αρσένιος έκτισε ξανά τη σκήτη, στη μορφή που έχει σήμερα. Η φήμη του ήταν τόση, ώστε ακόμα και ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β΄ συνέδραμε οικονομικά με 200 χρυσές λίρες. Τον Αρσένιο σέβονταν και οι μουσουλμάνοι και στο ραμαζάνι τού έστελναν πεσκέσια. Ο Αρσένιος πέθανε το 1906. Το 1913 το λείψανό του μεταφέρθηκε στην Αγία Τράπεζα του καθολικού της σκήτης, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.

Στη σκήτη τον διαδέχθηκε ο Σωφρόνιος, καλόγερος και αγιογράφος, που έζησε εκεί πολλά χρόνια. Ακολούθως, ασκήτεψε ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός Στυλιανίδης από την Καισάρεια της Καππαδοκίας, τον οποίο τραυμάτισαν θανάσιμα ληστές το 1964 και πέθανε σε ηλικία 84 ετών. Από τότε στη Σκήτη μένει μόνο ένας φύλακας, ο Θεόδωρος Ρόκκας.

Οι λιγοστοί Ρωμιοί της Χάλκης δεν επισκέπονται συχνά τη Σκήτη, αλλά έρχονται πολλές Τουρκάλες με τάματα, βάζουν λάδι στην καντήλα του Αρσενίου και ανάβουν τα κεριά του ναού.

ΠηγήΕπεξεργασία

  • Ακύλα Μήλλα, «Πριγκηπόνησα», εκδ. ΤΑ ΝΕΑ, 2008.