Το σουίνγκ (αγγλικά: swing) είναι είδος της τζαζ μουσικής που έγινε αυτόνομο και αναγνωρίσιμο στιλ κατά τη δεκαετία του 1930 στις Η.Π.Α. Αποτελεί ουσιαστικά ενδιάμεσο σταθμό ανάμεσα στην παραδοσιακή και τη μοντέρνα τζαζ. Η ονομασία του προέρχεται από το αγγλικό ρήμα swing, που σημαίνει ταλάντευση, ακριβώς επειδή η μουσική ήταν εύθυμη και ρυθμική και επειδή συνδυαζόταν με τον αντίστοιχο χορό που απαιτούσε ευκινησία. Ο swing ρυθμός χαρακτηρίζεται από την έμφαση στα 2/4 ή σε όγδοα ή σε δέκατα έκτα του μέτρου (offbeat), σε αντίθεση με τους πιο παραδοσιακούς ή ποπ ή ροκ εντ ρολ ρυθμούς που η έμφαση συνήθως δίνεται στις νότες στο 1/4 ή 3/4.

ΙστορίαΕπεξεργασία

Το είδος του σουίνγκ πρωτοεμφανίστηκε μετά το 1920 στο Σικάγο, στις μεγάλες ορχήστρες μαύρων και κυρίως του Κάουντ Μπέισι και της Μαίρη Λου Ουίλιαμς. Μετά το 1930 όμως πλήθαιναν οι μεγάλες ορχήστρες και οι λευκοί άρχισαν να αντιγράφουν τη μουσική των μαύρων. Η μουσική καλλιέργεια των λευκών τους έκανε νά διαμορφώσουν ένα άλλο είδος τζαζ με στοιχεία ευρωπαϊκής μουσικής. Από τότε μέχρι σήμερα δεν έπαψαν οι επιδράσεις, είτε προέρχονταν από την κλασική μουσική είτε από την ξένη λαϊκή. Χάρη στο σουίνγκ, όμως, άνοιξαν οι ορίζοντες της τζαζ και άρχισε η διάδοση της και εξω από την Αμερική.

Από το 1935 μέχρι το 1945 όλες oι ορχήστρες έπαιζαν σουίνγκ, η νεολαία χόρευε τον αντίστοιχο χορό, το ραδιόφωνο μετέδιδε προγράμματα τζαζ, ενώ παράλληλα γίνονταν κοντσέρτα και περιοδείες. Επιπλέον, ο Μπένι Γκούντμαν είχε στεφθεί βασιλιάς του σουίνγκ, ενώ ονομαστές ορχήστρες ήταν αυτές των αδελφών Τόμι & Τζίμι Ντόρσεϊ και του Γκλεν Μίλερ.

Μέσα από τις μεγάλες ορχήστρες του σουίνγκ ξεπήδησαν πολλοί μουσικοί, που έδωσαν ώθηση στους νεώτερους να καινοτομήσουν ριζικά στη τζαζ, προκαλώντας τη βαθμιαία μετάβαση από τις παλιές μορφές προς τις νεότερες. Μεγάλες προσωπικότητες αυτής της «μετάβασης» είναι ο Τσάρλι Κρίστιαν στην κιθάρα, ο Λέστερ Γιανγκ στο τενόρο σαξόφωνο, ο Τζίμι Μπλάντον στο μπάσο και ο Ρόι Έλντριτζ στην τρομπέτα.

Στην εποχή του σουίνγκ θα πρέπει να αναφερθεί και ένας πολύ σπουδαίος συνθέτης και πιανίστας, ο Ντιούκ Έλινγκτον, παρόλο που δεν ανήκει ολοκληρωτικά σε κανένα στιλ. Έγινε πολύ γνωστός με τη συμβολή του στη δημιουργία της διασκευασμένης τζαζ για μεγάλη ορχήστρα, χαρακτηριστικό της περιόδου του σουίνγκ. Ο Ντιούκ Έλιγκτον είναι αναμφίβολα από τους σημαντικότερους μουσικούς σε όλη την ιστορία της τζαζ, καθώς η ζωή του συμβαδίζει με τη γένεση και την ανάπτυξη της. Η μουσική του αποτελεί μια σύζευξη της παραδοσιακής και της μοντέρνας τζαζ κατά έναν μοναδικό τρόπο.

Στα χρόνια του σουίνγκ εμφανίζονται και οι σημαντικότερες τραγουδίστριες και τραγουδιστές της τζαζ: η Έλλα Φιτζέραλντ, η Μπίλι Χόλιντεϊ, η Ανίτα Ο'Ντέι, ο Φρανκ Σινάτρα, ο Τζίμι Ράσινγκ κ.ά.

Ένας συνδυασμός του σουίνγκ με την αφρο-κουβανέζικη μουσική σχημάτισε το Μάμπο και επηρέασε ορχήστρες όπως του Τίτο Πουέντε, ενώ και οι ορχήστρες σουίνγκ συνήθιζαν να παίζουν κομμάτια σε αυτούς τους ρυθμούς.

Ένα από τα θετικά στοιχεία του σουίνγκ ως μουσικό είδος αποτελεί το γεγονός ότι χρησιμοποίησε στις ορχήστρες λευκούς και νέγρους μουσικούς μαζί. Αυτό ήταν μια νίκη στις φυλετικές διακρίσεις των Αμερικανών και στην επιμονή τους να θεωρούν τη τζαζ μουσική μόνο των νέγρων.

Μουσικά δείγματαΕπεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία