Άνοιγμα κυρίου μενού

Σοφοκλής Καρύδης

Έλληνας δημιοσιογράφος και ποιητής

Ο Σοφοκλής Καρύδης (1832-1893) ήταν ποιητής, δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Ήταν γιος του Κωνσταντίνου Καρύδη, ενός ράφτη αγωνιστή του ’21 από την Τρίπολη. Ο Σοφοκλής ήταν ένας άνθρωπος που διέθετε πολλά προσόντα και τα επιτεύγματά του –κρινόμενα με τα μέτρα της εποχής- ήταν σπουδαία. Η αδιαφορία του, όμως, για τη φιλολογική του προβολή και η αδιάκοπη αντιμαχία του με την εξουσία, είχε ως αποτέλεσμα να επισκιασθεί από πολλούς συγχρόνους του, που δεν διέθεταν ούτε το εύστοχο της σάτιράς του, ούτε το δημοσιογραφικό του ταλέντο.

Σοφοκλής Καρύδης
SofoklisKaridis.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Σοφοκλής Καρύδης (Ελληνικά)
Γέννηση1832
Τρίπολη
Θάνατος1893
Αθήνα
ΕθνικότηταΈλληνες
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΝέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταδημοσιογράφος
ποιητής

Πίνακας περιεχομένων

Η ζωή τουΕπεξεργασία

Μέχρι την εφηβική του ηλικία έζησε στην Τρίπολη. Εν συνεχεία ακολούθησε την πεπατημένη, δηλαδή το δρόμο για την Αθήνα. Εκεί, πρόκοψε και κοινωνικά και οικονομικά. Στην ιδιωτική του ζωή δέχτηκε αλλεπάλληλα τα χτυπήματα της μοίρας: Ο αδελφός του πέθανε σε ηλικία 16 ετών, ενώ έχασε από νωρίς και τα δύο από τα τρία παιδιά του. (Ο μεγάλος του γιος σκοτώθηκε σε σιδηροδρομικό ατύχημα, ο νεότερος ο Ανακρέων, αυτοκτόνησε). Πρόωρα έχασε και τη γυναίκα του, την Σοφία Κυριακού. Το σπαραγμό του γι’ αυτές τις ατυχίες τον μετάγγισε σε κάποιους στίχους, αλλά πολύ περισσότεροι είναι οι στίχοι που έγραψε εξαπολύοντας τα ιοβόλα βέλη της σάτιρας.

Το έργο τουΕπεξεργασία

Στόχος του, όλα τα κακώς κείμενα της εποχής του: κοινωνικά ήθη, όπως η ξενομανία, αλλά κυρίως τα έργα και οι ημέρες των πολιτικών. Στην εφημερίδα «Φως», που εξέδιδε από το 1860 μέχρι το 1877, ευανάγνωστη είναι η διάθεσή του, από την προμετωπίδα, κιόλας, του εντύπου:

«Και ο δείνας και ο τάδες είναι όλοι μασκαράδες. Κι ο συντάκτης τού «Φωτός» μασκαράς είναι κι αυτός»

Η καταγγελία των μασκαράδων, με κύριους εκφραστές τους διεφθαρμένους δημόσιους υπαλλήλους, η σφοδρή επίθεση κατά του Όθωνα -και σε μια εποχή που ο νόμος περί τύπου ήταν πολύ σκληρός-, τον φιλοδώρησαν με όλων των μορφών τις τιμωρίες: πρόστιμα, ξύλο, φυλακίσεις. Μέχρι και αυτοεξόριστος στη Μικρά Ασία βρέθηκε, έως ότου ξέσπασε η επανάσταση του 1862 η οποία σήμανε και την έξωση του Όθωνα. Εις βάρος του Καρύδη είχαν εκδοθεί τόσες καταδικαστικές αποφάσεις, ώστε, όπως έγραφε ο ίδιος, για να εκτίσει τις ποινές του «θα έπρεπε να ζήσει τρεις φοράς από εξήντα χρόνια». Ευτυχώς οι φυλακές Γκαρμπολά, που συχνά του «πρόσφεραν φιλοξενία», βρίσκονταν πολύ κοντά στα τυπογραφεία της εφημερίδας του κι έτσι συνέχιζε το έργο του. Την επομένη μιας από τις πολλές κατασχέσεις του «Φωτός» δημοσίευσε ένα ποίημα-κόλαφο κατά των διεφθαρμένων εκπροσώπων της εξουσίας, ικανό να τον καταδικάσει ξανά.

Παρατίθεται η πρώτη και οι δυο τελευταίες στροφές τού ποιήματος αυτού που μας δίνουν μια ιδέα για την επικαιρότητα της εποχής του:

Χθες… ιδέτε τι κεφάλι!...

Μου κατέβηκε να πιάσω

από την ψιλήν κρισάραν,

έναν, έναν να περάσω.

Και τον υπουργό τον Κώστα,

και τον βουλευτή τον Γιάννη.

Και εκείνον με το φράκο

και αυτόν με το μεϊντάνι.

Αλλ’ ο φόβος μη μ’ αρπάξουν

και κλητήρες κι αστυνόμοι,

μ’ έκανε ν’ αλλάξω γνώμη(…..)

Φίλοι μου, τι να σας κάμω;

Ήθελα να σατιρίσω,

όσα βλέπετε γελοία

και κανέν να μην αφήσω!

Έναν πίνακα ν’ ανοίξω

και να σας ειπώ: - Ιδέτε

του πτωχού μας δημοσίου

είναι όλοι οφειλέται!

Αλλ’ ο φόβος μη μ’ αρπάξουν

και κλητήρες κι αστυνόμοι,

μ’ έκανε ν’ αλλάξω γνώμη!

Κάποτε κι εγώ θα τύχω

στα δαιμόνιά μου, όμως,

και προς όλους θα φωνάξω

φανερά και αποτόμως.

Εις τον ένα: «Είσ’ αγύρτης!»,

εις τον άλλον : «Είσαι ψεύτης!»,

εις τον τρίτον: «Δημοκόπος!»,

εις τον άλλον: «Πρωτοκλέφτης!».

Σας τα είπα, κι ας μ’ αρπάξουν

και κλητήρες κι αστυνόμοι!

Δεν αλλάζω πλέον γνώμη!...

Στις 16-4-1886 ο σύλλογος «Εθνικός Δεσμός» οργάνωσε ένοπλο συλλαλητήριο στο Σύνταγμα εναντίον της επέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων και του αφοπλισμού που ζητούσαν. Πήραν μέρος δυο χιλιάδες άτομα. Δεν έγιναν επεισόδια. Δρακόντεια τα στρατιωτικά και αστυνομικά μέτρα. Μίλησαν διάφοροι. Ο δε Σοφοκλής Καρύδης είπε ότι «έδει το ψήφισμα να επιδοθή τω κ. Πρωθυπουργώ εντός δίσκου μεθ’ ενός εγχειριδίου». Στην Εφημερίδα, στις 17-4-86 δημοσιεύεται επιστολή που υπογράφει ως «Μετανοημένος Διαδηλωτής», όπου με πολύ χιούμορ διαμαρτύρεται για τα μέτρα και την πολιτική Δηλιγιάννη: «…Δεν θα είχα καμμίαν δυσκολίαν, κύριε διευθυντά, να υπογράψω με το όνομά μου, αλλά, να σας ειπώ την αλήθειαν; Εντρέπομαι. Πέρυσι ήμην ένας από τους αρχηγούς των διαδηλώσεων και εξελαρυγγίσθην φωνάζων Ζήτω ο Δηλιγιάννης! Πόσες φορές με εκτύπησεν εις την πλάτην ο πρωθυπουργός και με συνεχάρη διά τα πατριωτικά μου αισθήματα! Την περίφημον ημέραν των νταουλίων ήμην εις το πλάγι της μουσικής και ακόμη με πονούν τα αυτιά μου από το ντουμ! ντουμ! Πώς τώρα να ομολογήσω ότι έπαθα τέτοιο γέλασμα! Το δημιούργημά μας, ο άνθρωπος τον οποίον εκάμαμεν με τα «ζήτω»μας, να μη μας δίνει την άδεια ούτε να ζυγώνωμεν εις το σπίτι του… να ερωτήσωμεν… διατί μας υπεσχέθη να τα χαλάση με την Τουρκίαν και τα χάλασε με την Ευρώπην!... Δεν σκοπεύω πλέον να λάβω μέρος εις καμμίαν διαδήλωσιν και το τελευταίον ‘ζήτω’, το οποίον σας ζητώ την άδειαν να εκφωνήσω, είναι ‘Ζήτω ο Ραμπαγάς’!».[1][2]

Θεατρικά κείμεναΕπεξεργασία

Βασικό χαρακτηριστικό των κειμένων του Καρύδη, στο σύνολό τους, είναι η θεατρικότητα. Είτε γράφει ποιήματα, ευθυμογραφήματα, χρονογραφήματα, είτε ακόμη και πολιτικά άρθρα. Ο Καρύδης ασχολήθηκε και με τη συγγραφή θεατρικών έργων και τη μετάφραση αρχαίων τραγωδιών. Παρ’ όλο που του έλειπε η σκηνική εμπειρία και διέθετε για τη συγγραφή των έργων του λίγο χρόνο, μπορούμε και σήμερα να απολαύσουμε πολλούς από τους σπινθηροβόλους διαλόγους του και να επισημάνουμε ενίοτε την πρωτοτυπία των σκηνοθετικών του λύσεων.[3]

Υπήρξε και ως θεατρικός συγγραφέας πολυγραφότατος. Συνέθεσε δράματα, ηθογραφίες και κωμωδίες. «Τα τέκνα τού Δοξαπατρή», «Η Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως», «Ο προδότης», «Οι τρεις τάφοι», «Αρματολοί και κλέφτες», «Αντιγόνη», «Η κοινωνία των Αθηνών», «Ο Φλύαρος», «Γιατρός», «Αστυνόμος», «Αποτυχόντες ως υποψήφιοι» κ.ά. Το είδος στο οποίο επιδόθηκε ιδιαίτερα ήταν οι μονόπρακτες κωμωδίες, ο αριθμός των οποίων εγγίζει τις 40. «Ο Μημουάπτου», «Η Παμπόνηρος», «Τα Τρελλοκόριτσα», «Οι Τραμπούκοι», «Ο Μωρογιάννης», «Η Κόρη του Ψωμά», «Η Άγραφος Κωμωδία», «Η Παραμονή της Πρωτοχρονιάς», «Ο Φόβος των Ιουδαίων», «Κούτρας», «Ο Μικρομέγας», «Ο γεροδιάβολος κι η γενιά του», «Ο Ψυχούλης» κ.ά.[4] Το πιο γνωστό έργο της τελευταίας κατηγορίας επιγράφεται «Ο υποψήφιος βουλευτής», που δημοσιεύθηκε το 1858-59 σε συνέχειες, στο περιοδικό που εξέδιδε ο Καρύδης με τίτλο «Αριστοφάνης και μαγνητιζομένη».

Παρατίθεται ένα μικρό απόσπασμα από το έργο αυτό:

(Ο διάλογος διεξάγεται ανάμεσα στον Γομαρά, έναν νεοεκλεγμένο αγράμματο βουλευτή της επαρχίας, και τον Θησαυρό, έναν παμπόνηρο υπηρέτη κάποιου υπουργού, που παριστάνει στον Γομαρά ότι είναι ο υπουργός αυτοπροσώπως. Το θέμα είναι το πώς έγινε η εκλογή του Γομαρά).

Θησαυρός Η εκλογή έγινε, καθώς μου γράφει ο Νομάρχης, με μεγάλην ησυχίαν και τάξιν.

Γομαράς Ποιο! Ψέμματα σου γράφει. Στην αρχή έπεσε ματσούκι που πήγε αντάρα.

Θησαυρός Πώς!

Γομαράς Ακούστε να σας τα ‘πώ ένα ένα. Όντας ήρθε η διγιαταγή στον Έπαρχον να βγάλη εμένα Βουλευτή, σηκώθηκε όλ’ η χώρα στο ποδάρι και δεν ήθελε. Να σου ‘πώ κι εγώ δεν ήθελα.

Θησαυρός Πώς! Και συ;

Γομαράς Ναι. Πού, είπα, να σηκωθώ να πάγω στην Αθήνα! Αλλά σαν μου ‘γραψ’ ο κουνιάδος μου πως είναι φίλος σου, πως το θέλει κι αυτός και το ‘πουργείο, είπα τότε κι εγώ αφεντικός ορισμός και τα σκυλιά δεμένα. Ας πάγω. Λουφέ θα παίρνω, σαν ‘δώ και δε μ’ αρέσει, παίρνω τη φλοκάτα μου στον ώμο και γυρίζω πίσω.

Θησαυρός Λοιπόν, πώς απέγινεν, αφού δεν ήθελαν να σ’ εκλέξουν;

Γομαράς Ναι. Αφού ήρθε η διγιαταγή και τους είπαν να με βγάλουν Βουλευτή, η αφεντιά τους δεν ήθελαν. Γινόμεθα τότε δυο ταράφια, ανοίγουμε καυγά, πιανόμαστε και τους πατούμε, ορέ μπίρο μου, ένα ντελημερεμέτι, που ‘βαλαν και στον κόρφο τους. (….) ΄Αρχισαν οι ψήφοι. Δεν ήθελε κανείς να πάη να ρίξη! Έτσ’ είσθε σεις; Βγαίνουν τότε οι χωροφυλάκοι, τους πιάνουν έναν, έναν, τους βάνουν ‘μπροστά, άλλον με τη φοβέρα, άλλον με το στανιό κι άλλον με το ξύλο, και τους φέρνουν και δίνουν τον ψήφο τους. Σαν είδαν οι άλλοι πως παίζει και ραβδί, άρχισαν κι ήρχουνταν μόνοι τους. Όμως οι περισσότεροι κρύφθηκαν κι έφυγαν, και οι ψήφοι δεν έσωναν. Τότε πιάνει κι ο καλός σου ο Έπαρχος κι ο Νοματάρχης, γράφουν ζωντανούς και πεθαμένους, και γεμίζουν την κάλπικη.

Θησαυρός Καλά την είπες.

Γομαράς Έτσι δεν την λένε;

Θησαυρός Έτσι.

Γομαράς Τότε έσωσαν και επέρσεψαν οι ψήφοι. Να σου ‘πώ, χαλάλι τους διακόσια τάλλαρα που μου πήρε ο Έπαρχος κι άλλα πενήντα ο Νοματάρχης (…) Ύστερα έγινε η… πώς την λένε αυτή που ξεβουλώνουν την κάλπικη;

Θησαυρός Η διαλογή.

Γομαράς Ναι, η διαβολογή, και βγήκα Βουλευτής! Τότε να ‘δής χαρές, χορούς, τραγούδια και γιούχα στους άλλους, βάλε μέ το νου σου. Πήγαινε τώρα, μου ‘παν. Μου ‘δωσαν ένα χαρτί κι ήρθα. Αλλά τι πράμα είναι αυτή η Βουλή δεν ξέρω! Καφφενές είναι;

Θησαυρός Σαν καφφενές.

Δίκαια, επομένως, ο Σοφοκλής Καρύδης θεωρείται ένας από τους προδρόμους του πολιτικού θεάτρου.[5] Εκτός αυτών, ο ίδιος δημιούργησε το 1867-1868 και έναν προσωπικό του θίασο, υπό την επωνυμία «Σοφοκλής», με τον οποίο ανέβασε και δικά του έργα και άλλων συγχρόνων του Ελλήνων, αλλά και μεγάλα δράματα του διεθνούς ρεπερτορίου, όπως τον «Άμλετ» και τον «Ιούλιο Καίσαρα» του Σαίξπηρ, τον «Φιλάργυρο» του Μολιέρου, τους «Ληστές» του Σίλλερ, την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη κ.ά. Το εγχείρημα ναυάγησε σύντομα εξαιτίας των συνθηκών λειτουργίας των θεατρικών σχημάτων εκείνη την πρώιμη περίοδο και σε τομείς μάλιστα που δεν μπορούμε να φανταστούμε σήμερα, όπως ήταν ο καίριας σημασίας ρόλος τού υποβολέα: «Σε μια εποχή κατά την οποία απαιτούνταν η παρουσίαση διαφορετικού έργου κάθε βραδιά, σε χρόνους που οι πρωτόπειροι κι αυτοσχέδιοι θίασοι πάσχιζαν απεγνωσμένα να ευρύνουν το φτωχό δραματολόγιό τους, χωρίς όμως να διαθέτουν την πολυτέλεια της πολυήμερης και εντατικής προετοιμασίας, ένας επιδέξιος υποβολέας θεωρούνταν από τους πιο κρίσιμους παράγοντες της επαγγελματικής τους επιτυχίας. Η ανάγκη έγινε αισθητή με τον πιο οδυνηρό τρόπο στην Αθήνα, το χειμώνα του 1967-68, όταν ο Σοφοκλής Καρύδης συναρμολόγησε ένα νέο συγκρότημα με καινουριοφερμένους στην πόλη και με παλιότερους εγχώριους ηθοποιούς, δηλαδή με ανθρώπους που δεν είχαν συνεργαστεί ως τότε πάνω στη σκηνή, και του ανέθεσε να ερμηνεύσει ένα πολύ μεγάλο αριθμό καινούριων και άγνωστων δραματικών κειμένων. Η δυσθυμία και ανασφάλεια που δημιούργησαν οι παραπάνω συνθήκες είχαν σαν αποτέλεσμα να αποδίδουν οι ερμηνευτές στον υποβολέα τα κενά και τις ανωμαλίες που διατάραζαν τη ροή των παραστάσεών τους και να καυγαδίζουν μαζί του συχνά μπροστά στο κοινό, τροφοδοτώντας τις στήλες των εφημερίδων με περιγραφές σειράς ανάρμοστων επεισοδίων».[6]

Το ίδιο προβληματικός ήταν και ο σκηνικός διάκοσμος, διακρινόμενος για τη φτώχεια και την προχειρότητά του, λόγω και της ανυπαρξίας οικονομικών μέσων, αφού ο Καρύδης είχε ξοδευτεί για να εξωραΐσει το κτίριο του θεάτρου. Εκ πείρας, λοιπόν, ήταν επόμενο να αντιληφθεί -μεταξύ των πρώτων στην Ελλάδα- πως η αναγέννηση του θεάτρου δεν θα μπορούσε να συντελεστεί χωρίς τη συνδρομή των φιλόμουσων πλουσίων, δηλαδή κάποιων χορηγών. Στην κωμωδία του «Η κοινωνία των Αθηνών», αφιερωμένη στον Ιωάννη Βουτσινά[7] , προτάσσει αυτή την προσφώνηση: «Την κωμωδίαν μου ταύτην αφιερώ, φιλόμουσε πατριώτα, εις Υμάς, τον εγκαινιάσαντα διά του Εθνικού Υμών διαγωνίσματος την Ελληνικήν Σκηνήν, ευχόμενος όπως άλλος φιλόμουσος επίσης ομογενής αναλάβη την ανάστασιν αυτής και ούτω συμπληρωθή ο υψηλός τού διαγωνίσματος σκοπός, η επάνοδος των λαμπρών εκείνων ημερών των προγόνων μας».

Ένα δημοσίευμα [8] το οποίο μετέφερε την είδηση του θανάτου του με αυτά τα λόγια:

Απεβίωσεν εν τω δημοτικώ νοσοκομείω Αθηνών ο Σοφοκλής Κ. Καρύδης κηδευθείς υπό των συναδέλφων του και των θιασαρχών τού Ελληνικού θεάτρου. Ο Σοφοκλής Καρύδης έδρασε σπουδαίως εις τας κατά του αειμνήστου Όθωνος ενεργείας, υπέστη διωγμούς και φυλακίσεις, ανήλθε δε κατόπιν ο αστήρ αυτού μεσουρανών επί του δημοσιογραφικού στερεώματος. Αλλ’ είτε διότι εν ταις ιδιωτικαίς και κοινωνικαίς σχέσεσιν αυτού δεν ετήρησεν την αυτήν τακτικήν ήν ετήρει εν τω δημοσιογραφικώ του βίω, είτε ένεκεν άλλων λόγων περιττών ήδη καθισταμένων, υπέπεσεν εις οικονομικά ατυχήματα, τρώσαντα καιρίως την φιλοτιμίαν του και καταβιβάσαντα αυτόν κάπως προώρως εις τον τάφον. Ημείς αναπολούντες τον εύχαριν ποιητήν και δημοσιογράφον τής παιδικής μας ηλικίας δεν δυνάμεθα ή λύπην να εκφράσωμεν επί τω θανάτω του. Αιωνία του η μνήμη».

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Κ. Μπαρούτα, Η κραυγή των Ελλήνων, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα 1992, σελ.. 63 κ.ε. (Ο «Ραμπαγάς», που δευθυνόταν από τον Κλεάνθη Τριανταφύλλου, ήταν ένα επαναστατικό φύλλο, που, από το 1878 μέχρι το 1889, «χτυπούσε αλύπητα με τη σάτιρα, με την καρικατούρα, με την κριτική, με το επίγραμμα ό,τι στραβό κι ανάποδο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής»)
  2. Δ. Ταγκόπουλου, Φιλολογικά Πορτραίτα 1886-1922, Αθήνα Μάης 1922, σελ. 11-31.Το 1879 οι διευθυντές του Κλ. Τριανταφύλλου και Βλ. Γαβριηλίδης είχαν συλληφθεί με την κατηγορία της εξύβρισης του βασιλιά
  3. Μ. Βάλσα, Το Νεοελληνικό Θέατρο, εκδ. Ειρμός, Αθήνα 1994, σελ.409-413
  4. Ως εκ της φύσεώς τους «τα περίεργα πολιτικά θεατρογραφήματα» του Σοφοκλή Καρύδη έπαιξαν κάποιο ρόλο στην ανάπτυξη της Επιθεώρησης (βλ. εισαγωγή στην έκδοση «Η Αθηναϊκή Επιθεώρηση», εκδ. Ερμής, Αθήνα 1977)
  5. Βλ. Μήτσου Λυγίζου, ΤοΕλληνικό πλάι στο παγκόσμιο θέατρο, εκδ. Δωδώνη, τόμ. Α΄, σελ.64
  6. Θεόδωρου Χατζηπανταζή, Από του Νείλου μέχρι του Δουνάβεως, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2002, σελ. 292-293 (και οι επόμενες περί Καρύδη πληροφορίες έχουν αντληθεί από το ίδιο σύγγραμμα, σελ. 295, 298, 321, 323, 341)
  7. Ο Βουτσινάς (1834-1902) γεννήθηκε και πέθανε στην Οδησσό. Με τη χορηγία του είχε θεσμοθετηθεί ο «Βουτσιναίος ποιητικός διαγωνισμός» (1862-1876) , ενώ πρώτος αυτός ίδρυσε στη Ρωσία διαγωνισμό θεατρικών έργων και προώθησε εκπαιδευτικά προγράμματα.
  8. Εφημερίδα «Τεγέα» 19-9-1893

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΚΑΔΙΑ, από την Αρκαδία του μύθου στην Τρίπολη του Μαλλιαροπουλείου Θεάτρου Γεωργία Δάλκου, Δήμος Τρίπολης 2013 ISBN 978-618-80576-0-9