Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Χριστόδουλος Τσιγάντες (30/1/1897 - 12/10/1970) ήταν Έλληνας στρατιωτικός, σχολιαστής εφημερίδων, Γενικός Διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας και υποψήφιος πολιτευτής με το Κόμμα των Φιλελευθέρων.

Χριστόδουλος Τσιγάντες
HRISTODOULOS-TSIGANTES.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 30  Ιανουαρίου 1897
Τούλτσεα
Θάνατος 11  Οκτωβρίου 1970
Λονδίνο
Εθνικότητα Έλληνες
Χώρα πολιτογράφησης Ελλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες Ελληνικά
Νέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα δημοσιογράφος
πολιτικός
στρατιωτικός
Οικογένεια
Τέκνα Φίλιππος Ντην Τσιγάντες
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατός στρατηγός/Ελληνικός Στρατός Ξηράς
Πόλεμοι/μάχες Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
Αξιώματα και βραβεύσεις
Βραβεύσεις Λεγεώνα της Τιμής
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Πίνακας περιεχομένων

ΟικογένειαΕπεξεργασία

Ηταν πρωτότοκος γιος του Γεράσιμου Σβορώνου - Τσιγάντε, εμπόρου Κεφαλληνιακής καταγωγής, και της Ευγενίας Αντύπα. Γεννήθηκε στη Ρουμανία στις 30 Ιανουαρίου του 1897. Αδέλφια του ήταν ο στρατιωτικός και ήρωας της αντίστασης κατά την κατοχή Ιωάννης Τσιγάντες (γεννηθείς την 1/12/1897) και ο Γεώργιος (περίπου το 1910). Μια σοβαρή ασθένεια του Γεράσιμου Σβορώνου - Τσιγάντε ανάγκασε την οικογένεια, περί το 1910, να εγκατασταθεί οριστικά στην Κεφαλλονιά. Μετά τον θάνατό του πατέρα του, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου αποφοίτησε από την περίφημη Μεγάλη του Γένους Σχολή.

Στρατιωτική καριέραΕπεξεργασία

Περίοδος 1913 - 1935Επεξεργασία

Μετά την αποφοίτησή του, επέστρεψε στην Αθήνα και εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από την οποία και απεφοίτησε το 1916 με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού.

Μόλις εξήλθε της Σχολής έλαβε μέρος στο Κίνημα της Θεσσαλονίκης το 1916 και πολέμησε στο Μακεδονικό Μέτωπο κατά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μετά το τέλος του πολέμου, έλαβε μέρος στην ελληνική στρατιωτική αποστολή στην Βεσσαραβία στο πλαίσιο του Ρωσικού Εμφυλίου πολέμου.

Ελαβε μέρος στην Μικρασιατική Εκστρατεία ως λοχαγός.

Στις 17 Ιανουαρίου 1921, παντρεύτηκε την Μαρία Δρακούλη, καταγόμενη από τη Ιθάκη αλλά μόνιμη κάτοικο της Ρουμανίας, με την οποία απέκτησε αργότερα δύο αγόρια, το Γεράσιμο (1924) και τον Ελευθέριο (1935).

Στις 15 Δεκεμβρίου 1923 προβιβάστηκε στο βαθμό του Ταγματάρχη.

Στη συνέχεια φοίτησε στη Γαλλική Σχολή Πολέμου στο Παρίσι και με την επιστροφή του στην Ελλάδα υπηρέτησε σε διάφορες επιτελικές θέσεις.

Το 1934 προάχθηκε στο βαθμό του Αντισυνταγματάρχη κατ' εκλογήν.

Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935Επεξεργασία

Δες: κίνημα 1ης Μαρτίου 1935

Έλαβε μέρος, ως κύριο μέλος της μυστικής επαναστατικής "Ελληνικής Στρατιωτικής Οργάνωσης" (ΣΕΟ) (1933-1935), στο βενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935. Μετά την αποτυχία του κινήματος, συνελήφθη και να δικάστηκε, στις 31 Μαρτίου 1935, από το Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών "επί εσχάτη προδοσία" μαζί με άλλους κινηματίες. Καταδικάστηκε σε "ισόβια δεσμά" με συνεπαγόμενη την ποινή της στρατιωτικής καθαίρεσης, σε απλό στρατιώτη, που πραγματοποιήθηκε δημόσια στις 2 Απριλίου 1935 στους τότε στρατώνες πεζικού (σημερινό πάρκο Ελευθερίας).

Μετά όμως την Παλινόρθωση ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ του απένειμε χάρη από την οποία και διακόπηκε η περαιτέρω έκτιση ποινής, όχι όμως της επαναφοράς του. Ζήτησε τότε να του επιτραπεί να εγκατασταθεί στο εξωτερικό, όπου και του δόθηκε η άδεια.

Β' Παγκόσμιος ΠόλεμοςΕπεξεργασία

Από το 1940 μέχρι το 1941 υπηρέτησε στη Λεγεώνα των Ξένων στη Λιβύη και στην Ερυθραία.

Το 1942, μετά την αυθόρμητη παρουσίασή του στην "ελεύθερη ελληνική κυβέρνηση" στο Κάιρο, του δόθηκε από τον βασιλιά αμνηστία της καθαίρεσης όπου και ταυτόχρονα ανακλήθηκε με τον τελευταίο βαθμό που κατείχε στις τάξεις του ελληνικού στρατού.

Κατά την περίοδο 15 Σεπτεμβρίου 1942 - 7 Αυγούστου 1945 ανέλαβε τη διοίκηση του Ιερού Λόχου της Μέσης Ανατολής λαμβάνοντας μέρος τόσο στις επιχειρήσεις της Λιβύης και της Τύνιδας, όσο και της Δωδεκανήσου.

Μετά τον Β' Παγκόσμιο ΠόλεμοΕπεξεργασία

Με το τέλος του πολέμου, το 1945, ανέλαβε στρατιωτικός Διοικητής Αρχιπελάγους και, κατά τη διάρκεια 1945-1947, Αρχηγός της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής στα Δωδεκάνησα. Την περίοδο εκείνη προάχθηκε στο βαθμό του ταξιάρχου.

Τέλος ανέλαβε στρατιωτικός διοικητής Ευβοίας όπου και αποστρατεύθηκε κατόπιν αιτήσεώς του, την 1 Μαΐου του 1948, λαμβάνοντας το βαθμό του υποστρατήγου.

Τιμήθηκε με πλείστα παράσημα από τον βασιλιά Γεώργιο Β΄, τον βασιλιά Παύλο, καθώς και με συμμαχικά.

Πολιτική καριέραΕπεξεργασία

Ακολούθως διετέλεσε σχολιαστής διαφόρων εφημερίδων (Έθνος, Νέα, Ελευθερία, κ.ά.) παρόλο που έπασχε από υπέρμετρη μυωπία.

Την περίοδο 1950 - 1953 ανέλαβε Γενικός Διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας.

Επίσης στις βουλευτικές εκλογές των ετών 1950, 1956 και 1958 πολιτεύθηκε ως υποψήφιος με το Κόμμα των Φιλελευθέρων χωρίς όμως επιτυχία.

Το 1970 ευρισκόμενος στην Τρίπολη ασθένησε σοβαρά και με μέριμνα της τότε κυβέρνησης μεταφέρθηκε στην Αθήνα και στη συνέχεια στο Λονδίνο όπου και πέθανε στις 12 Οκτωβρίου 1970. Η σορός του αποτεφρώθηκε στη βρετανική πρωτεύουσα.

ΠηγέςΕπεξεργασία