Άνοιγμα κυρίου μενού

Η Chess Records ήταν δισκογραφική εταιρεία η οποία ιδρύθηκε το 1950 στο Σικάγο και ειδικευόταν στην μπλουζ μουσική, ενώ με το πέρασμα του χρόνου ενέταξε στον κατάλογο της μουσικούς της σόουλ, γκόσπελ, τζαζ και ροκ εντ ρολ.

Chess Records
Νομική μορφήΔισκογραφική εταιρεία
Ίδρυση1950
ΙδρυτήςΛέοναρντ Τσες, Φιλ Τσες
Διάλυση1975
ΈδραΣικάγο, Ιλινόι, Flag of the United States.svg ΗΠΑ, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
ΜητρικήUniversal Music Group

Τα δικαιώματα της σήμερα ανήκουν στην Universal Music Group και τα διαχειρίζεται η Geffen Records.

Πίνακας περιεχομένων

ΙστορίαΕπεξεργασία

Aristocrat RecordsΕπεξεργασία

Οι αδελφοί Φιλ και Λέοναρντ Τσες ήταν Πολωνοί μετανάστες, που μετακόμισαν στο Σικάγο το 1928. Κατά την δεκαετία του '40 ήταν ιδιοκτήτες διάφορων μπαρ της περιοχής του νότιου Σικάγο, μεταξύ των οποίων το κλαμπ Macomba, στο οποίο εμφανίζονταν ζωντανά μουσικοί της περιοχής. Θεωρώντας ότι οι καλλιτέχνες αυτοί δεν ηχογραφούνταν όπως έπρεπε, οι αδελφοί Τσες συνεργάστηκαν με τον Τσαρλς και την Έβελιν Άρον στην Aristocrat Records. Μεταξύ των καλλιτεχνών της εταιρείας ήταν ο Μάντι Γουότερς, τον οποίο η εταιρεία προώθησε να γίνει ένα από τα σπουδαιότερα ονόματα των μπλουζ.[1]

Chess RecordsΕπεξεργασία

Στα τέλη του 1949, οι Τσες έγιναν αποκλειστικοί ιδιοκτήτες της εταιρείας και τον Ιούνιο του επόμενου έτους αναδιοργάνωσαν την εταιρεία, αλλάζοντας το όνομα της σε Chess Records. Η επιτυχία του Γουότερς, προσέλκυσε νέους μουσικούς στο Σικάγο, μεταξύ των οποίων ο Little Walter, που εντάχθηκε στην μπάντα του Γουότερς.[2]

Το 1952, σχηματίστηκε η θυγατρική εταιρεία Checker Records,[3] μέσω της οποίας κυκλοφόρησε το σινγκλ "Juke" του Little Walter, ανεβαίνοντας στην κορυφή των R&Β Charts του Billboard, κάτι που επανέλαβε τρία χρόνια αργότερα με το κομμάτι "My Babe".[4]

Την ίδια περίοδο, η εταιρεία ξεκίνησε την συνεργασία της με τον Howlin' Wolf, ο οποίος γνώρισε μεγάλη επιτυχία με τα "Smokestack Lightnin' " και "How Many More Years" και έγινε ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της μπλουζ, ηχογραφώντας μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '70.[5]

Άλλοι σπουδαίοι μουσικοί του είδους που συνεργάστηκαν με την εταιρεία ήταν οι Sonny Boy Williamson, Λόουελ Φούλσον, Memphis Slim, Τζίμι Ρότζερς, John Lee Hooker και Γουίλι Μέιμπον, ενώ αργότερα εντάχθηκαν στο ρόστερ της οι Buddy Guy, Little Milton, Koko Taylor, κ.α..[6]

 
Το στούντιο της Chess στο Σικάγο

Το 1954, η Chess ηχογράφησε τα συγκροτήματα The Flamingos και The Moonglows, που γνώρισαν επιτυχία με τα σινγκλ "I'll Be Home" και "Sincerely", αντίστοιχα.[7][8] Την επόμενη χρονιά, υπέγραψαν με τον Τσακ Μπέρι, με πρώτο του κομμάτι το "Maybellene" που ανέβηκε στο Top-40 του Billboard. Ακολούθησαν τα "Roll Over Beethoven", "Johnny B. Goode", "Sweet Little Sixteen", "Rock and Roll Music", "Memphis", "Brown Eyed Handsome Man" και "School Day". Αργότερα, υπήρξε ένα από τα πρώτα μέλη του Rock and Roll Hall of Fame.[9]

Το 1956, η Chess ίδρυσε την θυγατρική εταιρεία Argo Records, η οποία ασχολήθηκε αποκλειστικά με τζαζ μουσική, συνεργαζόμενη με ονόματα όπως οι Sonny Stitt, James Moody, Yusef Lateef, Gene Ammons, Lou Donaldson, Lorez Alexandria, Ahmad Jamal και Ramsey Lewis.[10] Μεταξύ αυτών, συνεργάστηκε με την Έττα Τζέιμς και στα μέσα της δεκαετίας του '60 η εταιρεία άλλαξε το όνομα της σε Cadet Records.[11]

Η Chess συμφώνησε με τον Πολ Γκέιτεν για να την αντιπροσωπεύει στη Νέα Ορλεάνη, ο οποίος τους έφερε τον Κλάρενς Χένρι, γνωρίζοντας επιτυχία με τα κομμάτια "Ain't Got No Home" το 1956 και "(I Don't Know Why) But I Do" και "You Always Hurt the One You Love" το 1961.[12][13]

Παράλληλα, υπήρξε η πρώτη εταιρεία που ηχογράφησε με την Αρίθα Φράνκλιν, ενώ άλλοι μουσικοί της γκόσπελ ήταν οι Five Blind Boys, Soul Stirrers, Alex Bradford και The Violinaires.

Κατά την δεκαετία του '60, η Chess παρήκμασε. Το 1968, ο παραγωγός Μπίλι Ντέιβις αποχώρησε, ενώ ο Λέοναρντ Τσες ασχολούνταν όλο και περισσότερο με τον ραδιοφωνικό του σταθμό WVON.[14] Πολλοί μουσικοί αποχώρησαν μετά από αυτές τις κινήσεις και το 1969 η εταιρεία πουλήθηκε στην General Recorded Tape έναντι 6,5 εκατομμυρίων δολαρίων και μετοχικού μεριδίου. Τον Οκτώβριο του 1969, ο Λέοναρντ Τσες πέθανε, με αποτέλεσμα η εταιρεία να διαλυθεί οριστικά το καλοκαίρι του 1975.[15]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

ΠηγέςΕπεξεργασία