Άνοιγμα κυρίου μενού
Η Λετίτσια Ρομάν στην ταινία Το Κορίτσι που Είδε το Δολοφόνο (1963), θεωρηθηκε από τους περισσότερους κριτικούς ως η πρώτη τζάλο ταινία.

Το Giallo (ελληνική απόδοση: τζάλο, λανθασμένα και τζιάλο) είναι ένα είδος λογοτεχνίας και ταινιών που εμφανίστηκε τον 20ό αιώνα στην Ιταλία. Ειδικότερα, εκτός Ιταλίας, το "τζαλο" αναφέρεται συγκεκριμένα σε σε ένα ιδιαίτερο ιταλικό είδος θρίλερ-τρόμου το οποίο εμπεριέχει στοιχεία μυστηρίου ή κατασκοπικά και συχνά περιλαμβάνει στοιχεία σλάσερ, εγκλήματος, ψυχολογικού θρίλερ, ψυχολογικού τρόμου, sexploitation, και λιγότερο συχνά υπερφυσικού τρόμου. Στην Ιταλία, ο όρος υποδηλώνει ταινίες θρίλερ, συχνά της εγκληματικής μυθοπλασίας, μυστηρίου και υποείδη τρόμου, ανεξάρτητα από τη χώρα προέλευσης.

Στις αγγλόφωνες χώρες, ο όρος τζάλο συχνά αναφέρεται στην ιταλική εκδοχή ταινιών του είδους, ένα συγκεκριμένο στυλ αστυνομικής-θρίλερ-τρόμου ταινίας, το οποίο συνήθως αναμειγνύει την ατμόσφαιρα και την αγωνία του θρίλερ με στοιχεία τρόμου (ένα είδος σλάσερ) και ερωτισμού (παρόμοιο με το γαλλικό είδος φανταστίκ), και συχνά περιλαμβάνει έναν μυστηριώδη δολοφόνο που η ταυτότητά του δεν αποκαλύπτεται μέχρι το τελευταίο μέρος της ταινίας. Το συγκεκριμένο είδος αναπτύχθηκε στα μέσα της δεκαετίας του '60, και έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '70, και έπειτα έλαβε τον κατήφορο τις επόμενες δεκαετίες. (Μερικές παρεμφερείς ταινίες εξακολουθούν να κυκλοφορούν). Έχει θεωρηθεί πρόγονος και εξέχουσα επιρροή στο μετέπειτα αμερικανικό είδος σλάσερ.[1]

Η προέλευση του όρου[2] πηγάζει από τα πρώτα εξώφυλλα των βιβλίων με τέτοιου είδους ιστορίες, που ήταν πάντα σε κίτρινο χρώμα (στα Ιταλικά giallo σημαίνει κίτρινο).[3]


ΛογοτεχνίαΕπεξεργασία

Ο όρος τζάλο εμφανίστηκε αρχικά σαν νεολογισμός για να περιγράψει μια σειρά φθηνών μυθιστορημάτων τσέπης, με αστυνομικές ιστορίες και ιστορίες μυστηρίου, που εξέδωσε το 1929 ο εκδοτικός οίκος Mondadori (Giallo Mondadori). Στα κίτρινα εξώφυλλα τους εμφανίζοταν αστυνομικές ιστορίες αντίστοιχες με αυτές που υπήρχαν στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Αμερική (pulp fiction) στις δεκαετίες του '20 και του '30. Η συνάφεια αυτή τονίζοταν επίσης με την υιοθέτηση ψευδωνύμων αγγλικής προελεύσεως από τους πρώτους συγγραφείς του είδους (Αγκάθα Κρίστι, Έλερι Κουίν, Έντγκαρ Γουάλας, Εντ Μακμπέιν, Ρεξ Στάουτ και Ρέημοντ Τσάντλερ)[3], καθώς και από το γεγονός ότι πολλά από αυτά τα βιβλία ήταν όντως μεταφράσεις βιβλίων από την αγγλική γλώσσα.

Η επιτυχία των "τζάλι" σύντομα άρχισε να τραβάει την προσοχή και των άλλων εκδοτικών οίκων, που άρχισαν να εκδίδουν παρόμοια βιβλία (διατηρώντας πάντα το "παραδοσιακό" κίτρινο εξώφυλλο). Τα βιβλία αυτά υπήρξαν τόσο δημοφιλή ώστε τα βιβλία διάσημων και αναγνωρισμένων ξένων συγγραφέων, όπως η Άγκαθα Κρίστι, ο Έντγκαρ Ουάλας και ο Ζωρζ Σιμενόν, "βαφτίστηκαν" τζάλι όταν πρωτοδημοσιεύτηκαν στην Ιταλία. Tα Giallo Mondadori κυκλοφορούν ακόμα και σήμερα μηνιαίως και αποτελούν τη μακροβιότερη εκδοτική σειρά του είδους στον κόσμο.[3]

ΚινηματογράφοςΕπεξεργασία

Το κινηματογραφικό είδος που προέκυψε από αυτά τα βιβλία στη δεκαετία του '60 υπήρξε αρχικά μια απλή μεταφορά των ιστοριών αυτών στη μεγάλη οθόνη, αλλά σύντομα εκμεταλλεύθηκε τις σύγχρονες κινηματογραφικές τεχνικές για να δημιουργήσει τελικά ένα ξεχωριστό είδος ταινίας. Πολλές ταινίες που εκτός Ιταλίας αποκαλούνται "τζάλι" (Ψυχώ, Δεσμώτης του Ιλίγγου, Ο Ηδονοβλεψίας) στην ίδια την Ιταλία αποκαλούνται απλά "θρίλερ", με τον πρώτο όρο να αναφέρεται συνήθως στις κλασσικές πλέον δημιουργίες σκηνοθετών όπως ο Ντάριο Αρζέντο και ο Μάριο Μπάβα στη δεκαετία του '70.

ΧαρακτηριστικάΕπεξεργασία

Οι κριτικοί διαφωνούν στον χαρακτηρισμό μιας τζάλο ταινίας. Ο Γκάρι Νίντχαμ έγραψε:

Από τη φύση του το τζάλο προκαλεί τις υποθέσεις μας για το πως οι μη-Χολιγουντιανές ταινίες πρέπει να καταταχθούν, πέρα από το είδος της αγγλο-αμερικανικής ταξινομικής φαντασίας, η οποία "φτιάχνει" το είδος στην κινηματογραφική κριτική και βιομηχανία με σκοπό να ορίσει κάτι συγκεκριμένο. ...πάντως, εκτός από την αντίσταση των τζάλο να ξεκαθαρίσουν τον όρο, υπάρχουν ωστόσο αναγνωρίσιμες θεματικές και στιλιστικές αλληγορίες.[3]

Αυτές οι ξεχωριστές "θεματικές και στιλιστικές αλληγορίες" συνιστούν έναν ασαφή όρο για το είδος, ο οποίος είναι ευρέως συνεχής, αν και ποικίλοι κριτικοί έχουν προτείνει ελαφρώς διαφορετικές χαρακτηριστικές λεπτομέρειες (οι οποίες συνεπώς δημιουργούν μερική σύγχυση για το ποιες ταινίες μπορούν να θεωρηθούν τζάλο).[3][4] Ο συγγραφέας Μάικλ Μακένζι έγραψε ότι τα τζάλο μπορούν να διαιρεθούν στα επικεντρωμένα στον άνδρα m. gialli, τα οποία συνήθως παρουσιάζουν έναν άνδρα να παρίσταται μάρτυρας σε μια δολοφονία και μπαίνει στο στόχαστρο του δολοφόνου όταν επιχειρεί να βρει λύση στο έγκλημα, και τα f. gialli, τα οποία παρουσιάζουν γυναίκα πρωταγωνίστρια που μπλέκεται σε μια περισσότερο σεξουαλική και ψυχολογική ιστορία, συνήθως επικεντρώνεται στη σεξουαλικότητα, το ψυχικό κόσμο και την εύθραυστη ψυχολογική της κατάσταση.[5]

Παρόλο που συχνά περιλαμβάνουν έγκλημα και μυστήριο, τα τζάλο δεν πρέπει να συγχέονται με το άλλο ιταλικό εγκληματικό είδος της δεκαετίας του 1970, το πολιτσιοτέσκι, το οποίο περιλαμβάνει περισσότερο δράση για βίαιους αστυνομικούς που επιβάλουν την τάξη (σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένο από αμερικανικές ταινίες του 1970 όπως Ο επιθεωρητής Κάλαχαν, Ο Εκτελεστής της Νύχτας, Ο Νονός, Σέρπικο, Ο Άνθρωπος από τη Γαλλία). Σκηνοθέτες και πρωταγωνιστές κινήθηκαν και στα δυο είδη και μερικές ταινίες μπορούσαν να θεωρηθούν κάτω από μπάνερ, όπως η ταινία του Μάσιμο Νταλαμάνο Η Άμεσος Δράσις σε Συναγερμό (1974, La polizia chiede aiuto).[6] Οι περισσότεροι κριτικοί συμφωνούν στο γεγονός ότι το τζάλο παρουσιάζει μια ξεχωριστή κατηγορία με μοναδικά χαρακτηριστικά.

ΔομήΕπεξεργασία

Οι ταινίες τζάλο χαρακτηρίζονται από φρικιαστικά θρίλερ μυστηρίου με δολοφονίες, τα οποία συνδυάζουν στοιχεία αγωνίας με μυστήριο με σκηνές έντονου τρόμου, παρουσιάζοντας επιπλέον αιματοχυσία, κομψή χρήση της κάμερας και συχνά τρανταχτής μουσικής συμφωνίας. Το αρχέτυπη πλοκή των τζάλο περιλαμβάνει έναν μυστήριο, ψυχοπαθή δολοφόνο με μαύρα γάντια, που παρακολουθεί και σφάζει πολλές όμορφες γυναίκες.[4] Ενώ τα περισσότερα τζάλο περιλαμβάνουν άνθρωπο δολοφόνο, κάποια άλλα έχουν υπερφυσικά στοιχεία.[7]

Ο σύνηθες πρωταγωνιστής των τζάλο είναι κατά μία έννοια περιθωριοποιημένος, συχνά είναι ταξιδευτής ή τουρίστας, και συνήθως είναι νεαρή γυναίκα (τα τζάλο σπάνια περιλαμβάνουν ειδικευμένους αστυνομικούς ως πρωταγωνιστές, κάτι που είναι χαρακτηριστικό του πολιτσιοτέσκι είδους).[3][7] Οι πρωταγωνιστές είναι γενικά ασύνδετοι με τις δολοφονίες προτού ξεκινήσουν, και βοηθάνε στην εύρεση του δολοφόνου μέσω του ρόλου τους ως μάρτυρες σε έναν από του φόνους.[7] Το μυστήριο είναι η ταυτότητα του δολοφόνου, που συχνά αποκαλύπτεται στην κορύφωση, και να είναι ένας χαρακτήρας-κλειδί, που αποκρύπτει την ταυτότητά του ή της με τη μεταμφίεση (συνήθως κάποιος συνδυασμός καπέλου, μάσκας, γυαλιών ηλίου, γαντιών και καπαρντίνας). Συνεπώς το λογοτεχνικό "whodunit" (ποιος το έκανε) στοιχείο των τζάλο μυθιστορημάτων διατηρείται, ενώ φιλτράρεται μέσω των στοιχείων τρόμου και της ιταλικής παράδοσης για την όπερα και του γκραν γκινιόλ επί σκηνής. Η δομή των τζάλο συχνά θυμίζει την αποκαλούμενη "παράξενη απειλή" των παλπ περιοδικών.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι ενώ τα περισσότερα τζάλο περιλαμβάνουν στοιχεία της βασικής δομής πλοκής, ωστόσο υπάρχουν και εξαιρέσεις. Κάποιες ταινίες (για παράδειγμα Ο Σαδιστής (1970, Il rosso segno della follia) του Μάριο Μπάβα, που παρουσιάζει το δολοφόνο ως πρωταγωνιστή) μπορεί να αλλάξουν ριζικά την παραδοσιακή δομή ή να την αλλάξουν τελειωτικά και ακόμη να θεωρούνται τζάλο λόγω της αισθητικής και θεματικής αλληγορίας. Ένα σταθερό στοιχείο του είδους, είναι η ασυνήθιστη έλλειψη εστίασης στη λογική αφήγηση.[7] Ενώ τα περισσότερα έχουν ουσιαστική μυστηριακή δομή, μπορεί να περιλαμβάνουν περίεργα ή φαινομενικά παράλογα στοιχεία πλοκής και αδιαφορία για το ρεαλισμό στην υποκριτική, το διάλογο και το κίνητρο του χαρακτήρα. Όπως έγραψε ο Τζον Άμπραμς, "Ξεχωριστά, κάθε [τζάλο] είναι σαν μια βελτίωση στην άσκηση του φόνου, με κάθε παραγωγό να έχει πρόσβαση σε χειροπιαστά μοιρασμένα βοηθήματα και θέματα. Μαύρα γάντια, σεξουαλική ασάφεια, και ψυχοαναλυτικό τραύμα που μπορεί να είναι στην καρδιά κάθε ταινίας, αλλά το είδος από μόνο του είναι αφηγηματικό χωρίς συνέπεια."[7]

ΠεριεχόμενοΕπεξεργασία

Ενώ ένας σκιερός δολοφόνος και ένας μυστήριος αφηγητής είναι συνήθη φαινόμενα στα τζάλι, τα πιο σταθερά και αξιοσημείωτα στοιχεία στην παράδοση των τζάλι εστιάζουν στις φρικιαστικές δολοφονίες που ακολουθούν.[8][7] Οι φόνοι είναι πάντα βίαιοι και αιματηροί, παρουσιάζοντας μια ποικιλία από τολμηρές και ευφάνταστες επιθέσεις. Αυτές οι σκηνές συχνά προκαλούν κάποιο βαθμό ηδονοβλεψίας, μερικές φορές φτάνουν μέχρι και να παρουσιάσουν τη δολοφονία από την οπτική γωνία του δολοφόνου, με το χέρι του (που φοράει μαύρα γάντια) να κρατάει ένα μαχαίρι από την οπτική γωνία του.[9][10] Οι δολοφονίες πραγματοποιούνται συνήθως όταν το θύμα είναι πιο ευάλωτο (ντους, μπάνιο ή με ελάχιστα ρούχα). Ως εκ τούτου, οι ταινίες τζάλο συχνά περιλαμβάνουν μεγάλες ποσότητες γυμνότητας και σεξουαλικού περιεχομένου, σχεδόν όλες από όμορφες νεαρές γυναίκες (οι ηθοποιοί που σχετίζονται με το είδος περιλαμβάνουν τις Έντβιτζε Φένεκ, Μπάρμπαρα Μπακ, Ντάρια Νικολόντι, Μίμσι Φάρμερ, Μπάρμπαρα Μπουσέ, Σούζι Κένταλ, Ίντα Γκάλι, και Ανίτα Στρίντμπεργκ).[11] Λόγω της έμμεσης έμφασης στο τολμηρό σεξ και τη βία, μερικές φορές τα τζάλι κατηγοριοποιούνται ως ταινίες exploitation.[12][13] Η συσχέτιση της γυναικείας σεξουαλικότητας και της άγριας βίας οδήγησε ορισμένους σχολιαστές να κατηγορήσουν το είδος της ως μισογυνιστικό.[8][14][15]

ΘέματαΕπεξεργασία

Τα τζάλι είναι γνωστά για τα ψυχολογικά θέματα της τρέλας, της αλλοτρίωσης, της σεξουαλικότητας και της παράνοιας.[4] Ο πρωταγωνιστής είναι συνήθως μάρτυρας ενός φρικιαστικού εγκλήματος, αλλά συχνά η μαρτυρία τους αποδοκιμάζεται από τις αρχές, οδηγώντας σε μια αμφισβήτηση. Αυτή η ασάφεια της μνήμης και της αντίληψης μπορεί να κλιμακωθεί σε ψευδαίσθηση, παραισθήσεις ακόμη και παράνοια. Δεδομένου ότι οι πρωταγωνιστές των τζάλι είναι κυρίως γυναίκες, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυτό που ο συγγραφέας Γκάρι Νίντχαμ αποκαλεί "...το τζάλο είναι η έμφυτη παθολογία της θηλυκότητας και της γοητείας με "άρρωστες" γυναίκες."[3] Ο δολοφόνος συνήθως τείνει να είναι ψυχικά άρρωστος. Οι δολοφόνοι των τζάλο είναι σχεδόν πάντα παρακινημένοι από παραφροσύνη, που προκαλείται από κάποιο παρελθοντικό ψυχικό τραύμα, συχνά σεξουαλικής φύσεως (και μερικές φορές απεικονίζεται σε αναδρομές).[4][7] Η έμφαση στην τρέλα και την υποκειμενική αντίληψη έχει ρίζες στα τζάλο μυθιστορήματα (για παράδειγμα, "Το Μυστήριο της Μαύρης Γάτας" του Σέρτζιο Μαρτίνο, βασίστηκε στη σύντομη ιστορία του Έντγκαρ Άλαν Πόε "Η Μαύρη Γάτα", η οποία ασχολείται με τον ψυχολογικά ασταθή αφηγητή), αλλά επίσης εκφράζεται στα εργαλεία του κινηματογράφου: Η αστάθεια της ψυχικής κατάστασης τόσο του θύματος όσο και του δολοφόνου συχνά αντικατοπτρίζεται από το άκρως υπερβολικό στυλ και την ανεστίαστη αφήγηση που είναι κοινή σε πολλά τζάλι.

Ο συγγραφέας Μικέλ Τζ. Κόβεμ θεωρεί ότι τα τζάλι αντικατοπτρίζουν μια αβεβαιότητα σχετικά με την κοινωνική αναταραχή της νεωτερικότητας που ήλθε στον ιταλικό πολιτισμό τη δεκαετία του 1960.

"Οι αλλαγές στην ιταλική κουλτούρα... μπορούν να γίνουν αντιληπτές μέσα από τις τζάλο ταινίες ως κάτι που θα συζητηθεί -- ζητήματα που σχετίζονται με την ταυτότητα, τη σεξουαλικότητα, τα αυξανόμενα επίπεδα βίας, η διαχείριση της ζωής και των κορμιών των γυναικών, την ιστορία -- όλες οι αφηρημένες ιδέες, οι οποίες παρουσιάζονται ως περιστασιακές ανθρώπινες ιστορίες στις ταινίες τζάλο."[16]

ΕξέλιξηΕπεξεργασία

Όπως και το αντίστοιχο λογοτεχνικό είδος, οι ταινίες "τζάλο" δέχθηκαν ξένες επιρροές με κυριότερη αυτή των αποκαλούμενων "Krimi" (Γερμανικές ασπρόμαυρες ταινίες τις δεκαετίας του '60, βασισμένες κυρίως στις ιστορίες μυστηρίου του Έντγκαρ Ουάλας).

Η ταινία που σηματοδότησε την απαρχή του είδους είναι το La ragazza che sapeva troppo (Το Κορίτσι Που Γνώριζε Πολλά) (1963),του Μάριο Μπάβα. Ο τίτλος αποτελεί προφανή αναφορά στην διάσημη ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ The Man Who Knew Too Much (1956), θυμίζοντας και πάλι το στενό δεσμό με την Αγγλο-Αμερικανική κουλτούρα. Η ταινία Blood and Black Lace (1964), και πάλι από τον Μάριο Μπάβα, μας συστήνει για πρώτη φορά μια εμβληματική φιγούρα του είδους, τον μασκοφόρο δολοφόνο που κραδαίνει στο γαντοφορεμένο του χέρι το αστραφτερό όπλο.

Πολύ σύντομα το "τζάλο" έγινε αυτόνομο είδος, με τους δικούς του κανόνες και το Ιταλικό "άγγιγμα" (έντονο χρώμα και στυλιζάρισμα). Ο όρος έφτασε να γίνει συνώνυμος με το βαρύ, υπερβολικά θεατρικό και στιλιζαρισμένο οπτικό στοιχείο. Η μεγάλη ακμή του είδους έγινε στη δεκαετία του '70, με δεκάδες ταινίες του είδους να προβάλλονται κάθε χρόνο. Σημαντικοί σκηνοθέτες εκείνης της εποχής ήταν ονόματα όπως ο Ντάριο Αρζέντο, ο Μάριο Μπάβα, ο Λόυτσιο Φούλτσι, ο Άλντο Λάντο, ο Σέρτζιο Μαρτίνο, ο Ουμπέρτο Λένζι και ο Πούπι Αβάτι.

Αξιόλογες ταινίεςΕπεξεργασία

Εξωτερικοί ΣύνδεσμοιΕπεξεργασία

  • Kerswell 2012, σελίδες 46–49.
  • Simpson, Clare (4 Φεβρουαρίου 2013). «Watch Me While I Kill: Top 20 Italian Giallo Films». WhatCulture. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 17 Νοεμβρίου 2015. 
  • 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 Needham, Gary. «Playing with Genre: An Introduction to the Italian Giallo». Kinoeye. Ανακτήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 2014. 
  • 4,0 4,1 4,2 4,3 Anne Billson (14 Οκτωβρίου 2013). «Violence, mystery and magic: how to spot a giallo movie». The Tekegraph. Ανακτήθηκε στις 29 Αυγούστου 2014. 
  • Kyle Anderson (2 Ιανουαρίου 2019). «Giallo is the horror subgenre you need to explore». Nerdist. Ανακτήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2019. 
  • Pinkerton, Nick (4 Ιουλίου 2014). «Bombast: Poliziotteschi and Screening History». Film Comment. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2015. 
  • 7,0 7,1 7,2 7,3 7,4 7,5 7,6 Abrams, Jon (16 Μαρτίου 2015). «GIALLO WEEK! YOUR INTRODUCTION TO GIALLO FEVER!». The Daily Grindhouse. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Μαρτίου 2015. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2015. 
  • 8,0 8,1 Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα Sound on Sight.
  • Guins, Ray (1996). «Tortured Looks: Dario Argento and Visual Displeasure.». Necronomicon: The Journal of Horror and Erotic Cinema (Creation Books) 1: 141–153. 
  • Koven, Mikel (2 Οκτωβρίου 2006). La Dolce Morte: Vernacular Cinema and the Italian Giallo Film. Scarecrow Press. σελ. 147. ISBN 0810858703. 
  • Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα AV Club.
  • Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα hunt.
  • Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα koven 3.
  • Koven, Mikel (2 Οκτωβρίου 2006). La Dolce Morte: Vernacular Cinema and the Italian Giallo Film. Scarecrow Press. σελ. 66. ISBN 0810858703. 
  • Olney, Ian (7 Φεβρουαρίου 2013). Euro Horror: Classic European Horror Cinema in Contemporary American Culture (New Directions in National Cinemas). Indiana University Press. σελίδες 36, 104, 117. ISBN 025300652X. 
  • Koven, Mikel (2 Οκτωβρίου 2006). La Dolce Morte: Vernacular Cinema and the Italian Giallo Film. Scarecrow Press. σελ. 16. ISBN 0810858703.