Αιλία Καπιτωλίνα

ρωμαϊκή πόλη που κτίσθηκε στη θέση της Ιερουσαλήμ

Η Αιλία Καπιτωλίνα (πλήρης ονομασία στη λατινική γλώσσα: Colonia Aelia Capitolina) ήταν colonia, δηλαδή ρωμαϊκή πόλη ιδρυμένη σε κατακτημένο έδαφος, που κτίσθηκε από τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Αδριανό (2ος αιώνας) στη θέση της Ιερουσαλήμ, η οποία είχε καταστραφεί κυρίως κατά τον Α΄ Ιουδαϊκό Πόλεμο[1]. Ο ίδιος ο Αδριανός απαγόρευσε τη διαμονή Ιουδαίων στη νέα πόλη «επί ποινή θανάτου», ακόμα και την είσοδό τους εκτός από μία ημέρα του έτους. Στη θέση του Ναού του Σολομώντος διέταξε την ανέγερση ναού του Διός Καπιτωλίνου. Η επωνυμία «Αιλία Καπιτωλίνα» παρέμεινε το επίσημο όνομα της Ιερουσαλήμ[2] μέχρι την κατάκτησή της από τους Άραβες τον 7ο αιώνα.[3]

Ο ψηφιδωτός Χάρτης του Μανταμπά με την Ιερουσαλήμ του 6ου αιώνα δείχνει την Cardo Maximus, την κύρια οδό της Αιλίας Καπιτωλίνας, να αρχίζει στη βόρεια πύλη (σημερ. Πύλη της Δαμασκού) και να διασχίζει ευθύγραμμα την πόλη προς νότο, κατά τη ρωμαϊκή συνήθεια.

Προέλευση της ονομασίαςΕπεξεργασία

Το όνομα Αιλία προέρχεται από το επίθετο του Αδριανού, ο οποίος ανήκε στην Αιλία γενεά, ενώ το Καπιτωλίνα σήμαινε ότι η νέα πόλη ήταν αφιερωμένη στον Γιούπιτερ (Δία) Καπιτωλίνο, του οποίου ναός κτίσθηκε στο Όρος του Ναού, δηλαδή τον ιερότερο τόπο των Ιουδαίων, αλλά και σε σημείο ιερότατο και για τους Χριστιανούς, καθώς φαίνεται ότι βρισκόταν ακριβώς στη θέση του Παναγίου Τάφου. Η απόφαση του Αδριανού σχετικώς με τον Δία είχε κάποιο ιστορικό υπόβαθρο, καθώς κατά τη βασιλεία του Αντιόχου Δ΄ του Επιφανούς, πριν τον Ηρώδη, η τοποθεσία είχε ήδη αφιερωθεί στον Δία. Αυτό μεταξύ άλλων είχε προκαλέσει την Επανάσταση των Μακκαβαίων (η οποία οδήγησε στην Ιουδαιορωμαϊκή συμμαχία).[1]

Η λατινική ονομασία «Αιλία» επεβίωσε παρεφθαρμένη στον αραβικό όρο Ιλίγια (إلياء) για την Ιερουσαλήμ, που ήταν σε χρήση τον 7ο αιώνα, προτού αντικατασταθεί από τη σημερινή αραβική ονομασία «αλ Κουντς».

ΙστορικόΕπεξεργασία

 
Το πρώτο νόμισμα που κόπηκε στην Αιλία Καπιτωλίνα, περί το 130-132 μ.Χ.. Στην πίσω όψη, ο Αδιανός οργώνει συμβολικά το πρώτο αυλάκι.

Η Ιερουσαλήμ βρισκόταν σε ερείπια μετά την πολιορκία της κατά τον Α΄ Ιουδαϊκό Πόλεμο το 70 μ.Χ.. Ο Ιώσηπος, ιστορικός της εποχής εκείνης γεννημένος στην πόλη, αναφέρει ότι «η Ιερουσαλήμ ... ισοπεδώθηκε με τέτοια επιμέλεια από εκείνους που την κατεδάφισαν εκ θεμελίων, ώστε τίποτε δεν απέμεινε που θα μπορούσε ποτέ να πείσει τους επισκέπτες ότι είχε υπάρξει κάποτε τόπος κατοικίας.»[4] Το Ταλμούδ (στο Μακκότ) αφηγείται την επίσκεψη του Ραββίνου Ακιβά και αρκετών άλλων στα ερείπια της Ιερουσαλήμ. Οι συνάδελφοί του πικράθηκαν πολύ βλέποντας μια αλεπού να πετάγεται έξω από το σημείο όπου ήταν τα Άγια των Αγίων του Ναού ως ένδειξη της ερημώσεως, ενώ ο Ακιβά γέλασε, λέγοντάς τους (σύμφωνα με θεϊκή κατά πολλούς έμπνευση) πως μία των ημερών ο Ναός θα ξανακτιζόταν.

Από την άλλη, σύμφωνα με τον Ευσέβιο, η αρχαία χριστιανική Εκκλησία των Ιεροσολύμων διασκορπίσθηκε δύο φορές, τα έτη 70 και 135, με τη διαφορά ότι κατά το διάστημα 70-130 οι επίσκοποι Ιεροσολύμων φαίνεται να έχουν εβραϊκά ονόματα, ενώ μετά το 135 οι επίσκοποι της Αιλίας Καπιτωλίνας εμφανίζονται με ελληνικά ονόματα.[5] Η μαρτυρία του Ευσεβίου για τη συνέχιση της Σιωνίτιδος Εκκλησίας στην Αιλία Καπιτωλίνα επιβεβαιώνεται από το Οδοιπορικό του Μπορντό.[6]

Ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Αδριανός είχε αρχικώς ορκισθεί να ξανακτίσει την Ιερουσαλήμ το 130 ως ένα δώρο προς τους Εβραίους, αλλά κατά την επίσκεψή του εκεί, αποθαρρύνθηκε, σύμφωνα με ραββινικές πηγές, από το να το πραγματοποιήσει όταν του μίλησε ένας Σαμαρείτης.[7] Τότε λέγεται ότι απεφάσισε να ξανακτίσει την πόλη ως τόπο κατοικίας των λεγεωναρίων του.[8] Ούτως ή άλλως, η εβραϊκή Εξέγερση του Μπαρ Κοχβά, για την κατάπνιξη της οποίας οι Ρωμαίοι χρειάσθηκαν τρία έτη, εξόργισε τον Αδριανό, που τότε απεφάσισε να εξαλείψει τον Ιουδαϊσμό από ολόκληρη την επαρχία: Η περιτομή απαγορεύθηκε και οι Εβραίοι εκδιώχθηκαν από τα υπολείμματα της Ιερουσαλήμ. Ο Αδριανός μετονόμασε την Επαρχία της Ιουδαίας σε Συρία-Παλαιστίνη.[9] Υπάρχει αντιδικία ως προς το εάν τα αντιεβραϊκά διατάγματα η μέρος αυτών ακολούθησαν χρονικά την Εξέγερση του Μπαρ Κοχβά ή προηγήθηκαν αυτής και υπήρξαν μέρος από τις αφορμές για αυτή.[7]

Τότε η Ιερουσαλήμ μετονομάσθηκε σε Αιλία Καπιτωλίνα[10] και ξανακτίσθηκε με τη ρυμοτομία μιας τυπικής ρωμαϊκής πόλεως. Στους Εβραίους απαγορεύθηκε να εισέρχονται στη νέα πόλη «επί ποινή θανάτου», εκτός από μία ημέρα του έτους, την εορτή Τισά Μπ-Αβ. Το σύνολο αυτών των απαγορεύσεων[11][12][13] (που αφορούσαν και τους εξ Εβραίων Χριστιανούς)[14] αφαίρεσαν από την πόλη τον θρησκευτικό χαρακτήρα της.[15] Η απαγόρευση διατηρήθηκε μέχρι τον 7ο αιώνα[16], αν και οι Χριστιανοί εξαιρέθηκαν αρκετά ενωρίτερα: κατά τον 4ο αιώνα ο Αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνoς διέταξε την κατασκευή χριστιανικών μνημείων σε ιερά για τους Χριστιανούς σημεία της πόλεως, με πρώτο τον Ναό της Αναστάσεως. Τα ταφικά ίχνη από την πρωτοβυζαντινή περίοδο είναι αποκλειστικώς χριστιανικά, υποδεικνύοντας ότι ο πληθυσμός της Ιερουσαλήμ εκείνη τη εποχή αποτελείτο σχεδόν αποκλειστικά από Χριστιανούς.[17]

Τον 5ο αιώνα η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διετήρησε τον έλεγχο της πόλεως με μία διακοπή λίγων δεκαετιών, όταν πέρασε στην περσική κυριαρχία των Αχαιμενιδών.

Μετά από 21 ημέρες σκληρής πολιορκίας το 614, η Ιερουσαλήμ καταλήφθηκε από τη νέα περσική δυναστεία των Σασσανιδών, που κατέσφαξαν χιλιάδες Χριστιανούς και κατέστρεψαν μνημεία και ναούς, μεταξύ των οποίων και τον Ναό της Αναστάσεως (Ναός του Παναγίου Τάφου). Αλλά και πάλι ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Ηράκλειος την επανακατέλαβε το 629, δηλαδή μετά από 15 έτη.[18]

Το τέλος της ρωμαϊκής-βυζαντινής Ιερουσαλήμ ήρθε το 638, όταν κατακτήθηκε από τον αραβικό στρατό του Ουμάρ ιμπν αλ-Χαττάμπ[19]. Τότε άρθηκαν οι περιορισμοί σχετικώς με τη διαμονή Ιουδαίων στην πόλη. Το «Αιλία» παρέμεινε ωστόσο το επίσημο όνομα της πόλεως και ο συνηθέστερος γεωγραφικός προσδιορισμός. Πέρασε στην αραβική γλώσσα ως Iliyā.[20]

Ρυμοτομικό σχέδιοΕπεξεργασία

 
Τοιχογραφία που αναπαριστά την Cardo κατά τη βυζαντινή εποχή.

Από την Αιλία Καπιτωλίνα απουσίαζαν τα τείχη και η πόλη κατά την υστερορωμαϊκή περίοδο προστατευόταν μόνο από μία ελαφρά φρουρά της Δέκατης Λεγεώνας.

Το σχέδιο της Αιλίας Καπιτωλίνας ήταν αυτό μιας συνηθισμένης ρωμαϊκής μικρομεσαίας πόλεως, με ευρείες κύριες οδούς να διασταυρώνονται καθέτως.[21] Το ρυμοτομικό σχέδιο βασιζόταν στην κεντρική οδό στη διεύθυνση βορρά-νότου (cardo) και την κεντρική οδό στη διεύθυνση ανατολής-δύσεως (decumanus). Ωστόσο, καθώς η cardo ανέβαινε τον δυτικό λόφο και το Όρος του Ναού έφραζε την προς ανατολή συνέχεια της decumanus, προστέθηκε ένα δεύτερο ζεύγος βασικών οδών: η δευτερεύουσα cardo κατέβαινε την Κοιλάδα των Τυροποιών, ενώ η δευτερεύουσα decumanus περνούσε «ξυστά» βόρεια από το Όρος του Ναού. Η κύρια αδριανική cardo τερματιζόταν λίγο μετά τη διασταύρωσή της με τη decumanus, φθάνοντας στο στρατόπεδο της ρωμαϊκής φρουράς. Ωστόσο, κατά τη βυζαντινή εποχή προεκτάθηκε πάνω από το πρώην στρατόπεδο, ώστε να φθάσει στα νότια τείχη, που είχαν στο μεταξύ ανεγερθεί.

Οι δύο cardo βορρά-νότου συνέκλιναν κοντά στην Πύλη της Δαμασκού και μία ημικυκλική πλατεία κάλυπτε τον ελεύθερο χώρο. Στην πλατεία αυτή ανεγέρθηκε μία μνημειακή στήλη, από όπου και η αραβική ονομασία της Πύλης Bab el-Amud (= «Πύλη της κολόνας»). Στις άλλες διασταυρώσεις των κύριων οδών ανεγέρθηκαν τετράπυλα.

Οι δρόμοι αυτοί σώζονται μέχρι σήμερα στην Παλαιά Πόλη της Ιερουσαλήμ, που καλύπτει όλη την έκταση της Αιλίας Καπιτωλίνας. Η αρχική κύρια cardo, πραγματική λεωφόρος για την εποχή, πλαισιωνόταν από κιονοστοιχίες και καταστήματα και είχε πλάτος 22 μέτρα, αλλά με την πάροδο των αιώνων τα κτήρια επεκτάθηκαν σε βάρος τους και οι σημερινές οδοί είναι αρκετά στενές. Τα εκτεταμένα ερείπια της δυτικής οδού έχουν σήμερα έλθει στην επιφάνεια κοντά στη διασταύρωση με τη Σουκ ελ-Μπαζάρ, ενώ μέρος ενός από τα τετράπυλα διατηρείται στο παρεκκλήσιο των Φραγκισκανών του 19ου αιώνα, στη διασταύρωση της Οδού των Παθών (Via Dolorosa) και της Σουκ Χαν ες-Ζεΐτ.

Καθώς συνηθιζόταν στις νέες ρωμαϊκές πόλεις, ο Αδριανός τοποθέτησε το φόρουμ (ρωμαϊκή αγορά) της Αιλίας Καπιτωλίνας στη διασταύρωση της βασικής cardo και της decumanus, όπου σήμερα βρίσκεται το (μικρότερο) Μουριστάν. Δίπλα στο φόρουμ ο Αδριανός έκτισε έναν μεγάλο ναό της Αφροδίτης. Η Δεξαμενή του Στρουθίου βρισκόταν εκεί όπου πέρασε η βόρεια decumanus, οπότε ο Αδριανός κάλυψε τη δεξαμενή με θόλο και μεγάλο πλακόστρωτο από επάνω, και διεμόρφωσε εκεί ένα δευτερεύον φόρουμ.[22]

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1   Chisholm, Hugh, επιμ.. (1911) «Aelia Capitolina» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 1 (11η έκδοση) Cambridge University Press, σελ. 256 
  2. «Aelia Capitolina». Ancient Numismatic Mythology. AncientCoinage.Org. Ανακτήθηκε στις 6 Αυγούστου 2016. 
  3. «Map of the early Arab dominions, showing Iliya». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Σεπτεμβρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 27 Απριλίου 2020. 
  4. Josephus, Ιουδαϊκός Πόλεμος, 7:1:1
  5. «Jerusalem in Early Christian Thought», σελ. 75 στο Explorations in a Christian theology of pilgrimage, επιμ. Craig G. Bartholomew, Fred Hughes
  6. Richard Bauckham: «The Christian Community of Aelia Capitolina» στο The Book of Acts in Its Palestinian Setting, σελ. 310.
  7. 7,0 7,1 Peter Schäfer (2 Σεπτεμβρίου 2003). The History of the Jews in the Greco-Roman World: The Jews of Palestine from Alexander the Great to the Arab Conquest. Routledge. σελίδες 146–. ISBN 1-134-40316-X. 
  8. Benjamin Isaac: The Near East under Roman Rule: Selected Papers, εκδ. Brill, Leiden 1998
  9. Elizabeth Speller: Following Hadrian: A Second-Century Journey Through the Roman Empire, σ. 218, στα Google Books, Oxford University Press, 2004, σελ. 218
  10. Lehmann, Clayton Miles. «Palestine: People and Places». The On-line Encyclopedia of the Roman Provinces. The University of South Dakota. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Μαρτίου 2008. Ανακτήθηκε στις 18 Απριλίου 2007. 
  11. Peter Schäfer (2003). The Bar Kokhba war reconsidered: new perspectives on the second Jewish revolt against Rome. Mohr Siebeck. σελίδες 36–. ISBN 978-3-16-148076-8. Ανακτήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2011. 
  12. Lehmann, Clayton Miles (22 Φεβρουαρίου 2007). «Palestine: History». The On-line Encyclopedia of the Roman Provinces. The University of South Dakota. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Μαρτίου 2008. Ανακτήθηκε στις 18 Απριλίου 2007. 
  13. Cohen, Shaye J.D. (1996). «Judaism to Mishnah: 135–220 C.E.». Στο: Hershel Shanks. Christianity and Rabbinic Judaism: A Parallel History of their Origins and Early Development. Washington DC: Biblical Archaeology Society. σελ. 196. 
  14. Emily Jane Hunt: Christianity in the second century: the case of Tatian, σ. 7, στα Google Books, Psychology Press, 2003, σελ. 7
  15. E. Mary Smallwood: The Jews under Roman rule: from Pompey to Diocletian: a study in political relations, σ. 460, στα Google Books BRILL, 1981, σελ. 460.
  16. Zank, Michael. «Byzantian Jerusalem». Boston University. Ανακτήθηκε στις 1 Φεβρουαρίου 2007. 
  17. Gideon Avni: The Byzantine-Islamic Transition in Palestine: An Archaeological Approach, σ. 144, στα Google Books, Oxford University Press, 2014 σελ. 144.
  18. Rodney Aist: The Christian Topography of Early Islamic Jerusalem, Brepols Publishers, 2009, σελ. 56
  19. Dan Bahat (1996). The Illustrated Atlas of Jerusalem. σελ. 71. 
  20. «The Name Jerusalem and its History» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 12 Δεκεμβρίου 2003. 
  21. The Cardo Αρχειοθετήθηκε 17 December 2008[Date mismatch] στο Wayback Machine. Hebrew University
  22. Benoit, Pierre: «The Archaeological Reconstruction of the Antonia Fortress», στο Jerusalem Revealed, 1976

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Το ομώνυμο λήμμα στη Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Χάρη Πάτση», τόμος 2, σελ. 727

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία