Η βασίλισσα Αμαλία, εμπνευστής της φορεσιάς.

Με την ονομασία Αμαλία αναφέρεται ο τύπος της γυναικείας φορεσιάς που καθιερώθηκε από την βασίλισσα της Ελλάδας, Αμαλία, αρχικά ως επίσημη ενδυμασία της αυλής της. Τα επόμενα χρόνια αυτός ο τύπος ενδυμασίας με αφετηρία την βασιλική αυλή διαδόθηκε σε αστικά κέντρα της Ελλάδας αλλά και του εξωτερικού και μετεξελίχθηκε σε εθνική γυναικεία φορεσιά.

Ιστορικά στοιχείαΕπεξεργασία

Η συγκεκριμένη φορεσιά καθιερώθηκε από την βασίλισσα Αμαλία λίγο καιρό μετά την άφιξη της στην Ελλάδα κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1830. Προέκυψε από τον συγκερασμό στοιχείων από διάφορες ελληνικές παραδοσιακές ενδυμασίες σε συνδυασμό με την υιοθέτηση δυτικοευρωπαϊκών στοιχείων. Αρχικά προοριζόταν για χρήση από τις Κυρίες επί των τιμών της βασιλικής αυλής σταδιακά όμως επηρέασε και τις ενδυμασίες των αστικών κέντρων της Ελλάδας. Αργότερα εκτός από τα εγχώρια αστικά κέντρα διαδόθηκε και σε διάφορες αστικές περιοχές των Βαλκανίων, της Μικράς Ασίας και της Κύπρου, δεχόμενη κατά τόπους διαφοροποιήσεις.[1][2][3][4][5]

Παρά την διείσδυση της στις αστικές περιοχές, δεν επηρέασε τις ενδυματολογικές προτιμήσεις των αγροτικών περιοχών κάτι το οποίο πέτυχε μερικές δεκαετίες αργότερα η επίσημη φορεσιά που εισήγαγε η βασίλισσα Όλγα, με την οποία πραγματοποιήθηκε μια δυναμικότερη εισβολή της δυτικής μόδας στον ελλαδικό χώρο.[6]

ΠεριγραφήΕπεξεργασία

Η γυναικεία φορεσιά της αυλής του Όθωνα και της Αμαλίας ήταν ένα ένδυμα ρομαντικού τύπου με στοιχεία φολκλόρ, Ήταν σε τεχνοτροπία Biedermeier και βασιζόταν στην αστική φορεσιά της Πελοποννήσου, η οποία συνηθιζόταν και στην Αθήνα, διαθέτοντας μπούστο καβαδιού και νησιωτικό ζιπούνι. Το φουστάνι ή το καβάδι κατασκευαζόταν από πολύτιμο ύφασμα ( στόφα ) και διέθετε ανοικτό μπούστο ώστε να είναι ορατό το ολοκέντητο ύφασμα ( η τραχηλιά ) του πουκάμισου. Το κοντογούνι ( είδος γιλέκου με γούνα στα ανοίγματα του ) ήταν σε σκούρες αποχρώσεις και κατά κύριο λόγο βελούδινο και χρυσοκέντητο.

Στην κεφαλή οι ανύπαντρες γυναίκες φορούσαν καλπάκι ( μικρό στρογγυλό κάλυμμα ) ενώ οι παντρεμένες έφεραν φέσι με παπάζι ( φούντα ) το οποίο φτιαχνόταν από χρυσές κλωστές και καλυπτόταν από μαύρο βέλο. Τη φορεσιά συμπλήρωναν κοσμήματα ευρωπαϊκής τεχνοτροπίας.[7]

ΕικόνεςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Ελληνικές Φορεσίες. Αθήνα: Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος. 2005. σελ. 218. 
  2. Παπαντωνίου, Ιωάννα (2000). Η ελληνική ενδυμασία από την αρχαιότητα ως τις αρχές του 20ού αιώνα. Αθήνα: Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος. σελίδες 270–272. ISBN 960-7059-10-7. 
  3. Παπαντωνίου, Ιωάννα (1996). Ελληνικές τοπικές ενδυμασίες. Ναύπλιο: Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα. σελ. 13. ISBN 960-85159-8-X. 
  4. «Επτά Ημέρες, Η ενδυμασία στη νεότερη Ελλάδα, Η Καθημερινή, 14 Μαΐου 2000, σελ. 29» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 4 Σεπτεμβρίου 2012. 
  5. «Γυναικείες Φορεσιές, Υπηρεσία Κυπριακής Χειροτεχνίας». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Μαρτίου 2016. 
  6. Παπαντωνίου, Ιωάννα (2000). σελ. 274.
  7. Παπαντωνίου, Ιωάννα (2000). σελ. 271-274.