Ανηθικότητα

φιλοσοφική έννοια

H ανηθικότητα (immoralismus) είναι μια έννοια που συνήθως εφαρμόζεται σε πρόσωπα ή ενέργειες. Σε μια ευρύτερη έννοια, μπορεί να εφαρμοστεί σε ομάδες ή νομικά πρόσωπα, πεποιθήσεις, θρησκείες και έργα τέχνης. Κάποια διακριτή πράξη είναι ανήθικη όταν παραβιάζει ηθικούς νόμους, κανόνες ή πρότυπα. Ο βαθμός τής προσωπικής ή κοινωνικής ανηθικότητας εξαρτάται από τα κριτήρια ορισμού της. Κάθε αξιολογική κρίση (ηθική αξιολόγηση) για την επινόηση ή εφαρμογή κάποιων ιδιωτικών ή παγκόσμιων αξιών οφείλει να λαμβάνει υπόψη της πολλούς επιμέρους παράγοντες, μεταξύ των οποίων κυρίως τις πολιτισμικές ιστορικά, εθνικά και κοινωνικά προσμίξεις και επιρροές, συγχρονικά και διαχρονικά.

ΑριστοτέληςΕπεξεργασία

Ο Αριστοτέλης είδε πολλές κακίες, αυτές που θα ορίζαμε σήμερα ως ανήθικες, ως υπερβολές ή ελλείμματα σε σχέση με κάποια αρετή. Για παράδειγμα, συσχετίζει τη δειλία και τη βιασύνη με το θάρρος. Ορισμένες συμπεριφορές και δράσεις - όπως ο φθόνος, ο φόνος και η κλοπή - τις θεώρησε ως λάθη αφεαυτού, χωρίς να τις συσχετίζει με το έλλειμμα ή την υπερβολή της μεσότητας[1].

Ηθική φιλοσοφίαΕπεξεργασία

Η ηθική φιλοσοφία διακρίνει α) μεταξύ ηθικής γυμνότητας/ελευθεριότητας και ηθικής αδιαφορίας, αριβισμού (careerism) ή μακιαβελισμού, β) μεταξύ ηθικής (υπερ)ευαισθησίας (scrupulosity) και ηθικής αναισθησίας (πόρωσης) και γ) μεταξύ ηθικής ελαστικότητας και ηθικής σταθερότητας (ακαμψίας).

Η ανηθικότητα διαφέρει από τον αηθικισμό (amoralismus) ως προς το ότι δεν εξαρτάται πάντοτε από τη συνειδητή απόρριψη των κανόνων μιας ηθικής, ούτε υπονοεί πλήρη ―θεωρητικά και πρακτικά― κατάργησή τους. Ο ανήθικος συνήθως έχει γνώση (ικανή ή αμυδρή) τής ασυμφωνίας που συνιστά ο βίος του έναντι του ηθικού νόμου (της θρησκείας ή, γενικότερα, τού πολιτισμού του), αλλά είτε δεν θέλει, είτε δεν μπορεί να εναρμονίσει τη συμπεριφορά του με το ηθικά δέον.

Θρησκεία και σεξουαλικότηταΕπεξεργασία

Η ανηθικότητα συνδέεται συχνά τόσο με τη θρησκεία όσο και με τη σεξουαλικότητα[2]. Ο Μαξ Βέμπερ θεωρεί πως οι ορθολογικά αρθρωμένες θρησκείες έχουν εμπλακεί σε μακροχρόνια μάχη με τις περισσότερες φυσικές μορφές θρησκευτικής εμπειρίας, που συνδέονται με τον χορό, τη μέθη και τη σεξουαλική δραστηριότητα[3]. Ο Εμίλ Ντιρκέμ επεσήμανε πως πολλές πρωτόγονες τελετουργίες οδήγησαν σε εγκατάλειψη της διάκρισης μεταξύ της ηθικής και ανήθικης συμπεριφοράς[4]. Ο Σίγκμουντ Φρόιντ με τη σειρά του συμπέρανε ότι «σε όλες τις εποχές η ανηθικότητα δεν βρήκε λιγότερη υποστήριξη στη θρησκεία από την ηθική»[5].

Σεξουαλική ανηθικότηταΕπεξεργασία

Η κωδικοποίηση της σεξουαλικής συμπεριφοράς είναι ιστορικά χαρακτηριστικό όλων των ανθρώπινων κοινωνιών, όπως επίσης η αστυνόμευση των παραβιάσεων των ηθών τους, μέσω του τυπικού και του άτυπου κοινωνικού ελέγχου[6]. Οι απαγορεύσεις και τα ταμπού μεταξύ των πρωτόγονων κοινωνιών[7] ήταν αναμφισβήτητα το ίδιο σοβαρά, όσο και στις παραδοσιακές αγροτικές κοινωνίες[8]. Ωστόσο, ο βαθμός ελέγχου μπορεί να διαφέρει από εποχή σε εποχή και από περιοχή σε περιοχή, όντας μικρότερος τουλάχιστον στις αστικές περιοχές [9] Οι τελευταίοι τρεις αιώνες έντονης αστικοποίησης, εμπορευματοποίησης και εκσυγχρονισμού έχουν σπάσει τους περιορισμούς της παρδοσιακής προμοντέρνας κοινωνίας[9], υπέρ μιας διάδοχης κοινωνίας με διασπασμένους και ανταγωνιστικούς σεξουαλικούς κώδικες και υποκουλτούρες, όπου η σεξουαλική έκφραση είναι ενσωματωμένη με τη λειτουργία του εμπορικού κόσμου[10].

Παρ' όλα αυτά, ενώ η έννοια της σεξουαλικής ανηθικότητας έχει δραστικά επαναπροσδιοριστεί τα τελευταία χρόνια, αναμφισβήτητα τα όρια του τι είναι αποδεκτό αστυνομεύονται δημόσια και η διαμάχη είναι έντονα φορτισμένη όσο ποτέ, με μακροχρόνιες αντιπαραθέσεις γύρω από το δικαίωμα της αναπαραγωγής και της αποβολής για παράδειγμα, όσο και με τη διαμάχη για τις παιδικές εικόνες στην Βικιπαίδεια και το Amazon[11].

ΝεοτερισμόςΕπεξεργασία

Ο Μισέλ Φουκώ θεωρεί ότι ο σύγχρονος κόσμος δεν είναι σε θέση να υποβάλει μια συνεκτική ηθική[12], καθώς η αδυναμία υποστηρίζεται φιλοσοφικά από τον εμοτιβισμό[13]. Ο νεοτερισμός θεωρείται ενίοτε πως συνοδεύεται από την λατρεία της ανηθικότητας[14]. Για παράδειγμα ο Τζον Κιάρντι ασκώντας κριτική στο The Naked Lunch, το θεωρεί «μνημειώδη ηθική κάθοδο στην κόλαση των ναρκωτικών και τον εθισμό»[15].

ΧριστιανισμόςΕπεξεργασία

Κατά τη χριστιανική Ηθική, η ανηθικότητα ―υπό τη γενικότερη έννοια («χαλεπών και ανοσίων πράξεων», «αισχρών συνηθειών» ή «πονηρών ηθών»)― ταυτίζεται με την αμαρτία, η οποία έχει ποικίλες μορφές και επισύρει την οργή τού Θεού. Βασικά, τα αμαρτήματα ως πάθη (πνευματικά νοσήματα), που υποδουλώνουν τον άνθρωπο, διακρίνονται σε ψυχικά και σαρκικά[16].

H ανήθικη διαγωγή στον ορθόδοξο χριστιανισμό δεν νοείται ψυχαναγκαστικά ή δικανικά ως αθέτηση ή παράβαση μιας εντολής, ενός νόμου (αιδώς) ή ενός άρθρου κάποιου (θείου) ηθικού κώδικα (σέβας) ―με την παράβαση του οποίου θα προσβληθεί ή θα βλαφτεί ο Θεός― αλλά ως πνευματική ασθένεια που θα βλάψει τον ίδιο, τον κοινωνικό του περίγυρο και το φυσικό του περιβάλλον[17] και αυτό γιατί, κατά τη χριστιανική αποκάλυψη, ο άνθρωπος δεν «σώζεται» τηρώντας από μόνος του (ατομικά) κάποιες αρετές, αλλ’ «εκκλησιαστικά» (εσχατολογικά και μυστηριακά/ευχαριστιακά) χάρη στον Σταυρό (δηλ. τη θυσιαστική αγάπη) και την Ανάσταση του σαρκωμένου Θεού, ανατρέποντας έτσι κάθε συμβατική (ορθολογική/φιλοσοφική) Αξιολογία τού ειδωλοποιημένου κτιστού (Φύσης, Εγώ, Κοινωνίας, Κράτους κ.λπ.). Όταν ένα κτιστό (νοητό/αφηρημένο ή αισθητό/υλικό) μέγεθος απολυτοποιηθεί (θεοποιηθεί) μέσα μας, τότε λαμβάνει χώρα μια αντιστροφή τής ιεράρχησης των αξιών, η οποία καταστρέφει την ισορροπία και υπερβαίνει το μέτρο (βλ. αμετρία), δηλ., με άλλα λόγια, εμπίπτουμε στην πλεονεξία, που, κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, αποτελεί την κύρια αιτία αποποίησης του χριστιανικού ήθους.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Παραπομπές σημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Aristotle, Ethics (1976) p. 102
  2. B. Kirkpatrick ed, Roget's Thesaurus (1998) σσ. 650, 670
  3. Max Weber, The Sociology of Religion (1971) σ. 158
  4. Émile Durkheim, The Elementary Forms of the Religious Life (1971) σ. 383
  5. S. Freud, Civilization, Society and Religion (PFL 12) σ. 220
  6. F. Dabhoiwala, 'The first sexual revolution', The Oxford Historian X (2012) σ. 42-6
  7. Durkheim, σ. 410
  8. S. Freud, On Sexuality (PFL 7) σ. 271
  9. Dabhoiwala, σσ. 41-3
  10. Herbert Marcuse, One-Dimensional Man (2002) σ. 78
  11. A. Lih, The Wikipedia Revolution (2010) p. 204-9
  12. G, Gutting ed., The Cambridge Companion to Foucault (2003) σ. 87
  13. Υποκειμενικά συναισθήματα (εμοτιβισμός – emo­­tivismus)
  14. Eric Berne, Games People Play (1966) σ. 70
  15. Αναφέρεται στο J. Campbell, This is the Beat Generation (1999) σ. 265
  16. Α’ Κορ. 2, 13. 3, 3
  17. Ιω. Χρυσ., MPG 61, 435-441, Ισίδ. Πηλ., MPG 78, 1116

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Τσιτσίγκος Σ. Κ., «Ανηθικότητα», Μεγάλη Ορθόδοξη Χριστιανική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Β’, Δημητρόπουλος Π. Χ., Ορθόδοξος Χριστιανική Ηθική, εν Αθήναις 1970.
  • Macquarrie J. & Childress J. (Eds.), A New Dictionary of Christian Ethics, The Westminster Press 1986,
  • Τσιτσίγκος Σ. Κ., Ο Χριστιανισμός ενόψει τής Τρίτης Χιλιετίας, Χαλκίδα 1999.