Σφραγίδα του υπάτου και βασιλικού ασηκρήτι Ιωάννου (περίοδος Κομνηνών)

Ο Ασηκρήτις (ἀσηκρῆτις) ήταν βυζαντινός αυλικός και κρατικός τίτλος, ανώτερος από όλους τους γραμματείς της αυτοκρατορικής αυλής κατά τους 6ο έως και τον 12ο αιώνα.

Ο όρος προέρχεται από το λατινικό a secretis (εξ απορρήτων) και η πλήρης του μορφή ήταν «ἀσηκρῆτις τῆς αὺλῆς»[1][2]. Φαίνεται ότι ήταν επινόηση του 6ου αιώνα, καθώς ο σύγχρονος ιστορικός Προκόπιος ο Καισαρεύς έκρινε σκόπιμο να το εξηγήσει στους αναγνώστες του. Οι σύγχρονοι μελετητές υποθέτουν μερικές φορές ότι χρονολογείται στον 4ο αιώνα, αλλά η μόνη αναφορά σε αυτό, στα Πρακτικά της Συνόδου της Χαλκηδόνας, στην πραγματικότητα χρονολογείται από μια μετάφραση του εγγράφου του 6ου αιώνα[1].

Οι ασηκρήτες διαδέχτηκαν τους ρεφερενδάριους ως τα ανώτερα μέλη της αυτοκρατορικής γραμματείας, πάνω και από τους νοτάριους. Κάποιοι από αυτούς είχαν έδρα στις επαρχίες. Σώζονται σφραγίδες κατόχων του αξιώματος από τον 6ο και τον 7ο αιώνα, ενώ μια αναφορά στην Τρίτη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης (680) υπονοεί την ύπαρξη ανώτερου ασηκρήτη που λειτουργούσε ως επικεφαλής της τάξης, πιθανώς ο προκάτοχος του μεταγενέστερου πρωτασηκρήτη[1]. Οι ασηκρήτες μαρτυρείται ότι κατείχαν μεσαίου επιπέδου αξίωμα, μεταξύ πρωτοσπαθάριου και σπαθάριου, μερικές φορές και ακόμη χαμηλότερα[2]. Διακεκριμένα μέλη της τάξης περιελάμβαναν τον αυτοκράτορα Αναστάσιο Β΄ (715-717) και τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιο (784–806) και Νικηφόρο Α΄ (806–815)[3].

Τον 12ο αιώνα το αξίωμα αντικαταστάθηκε από αυτό του γραμματικού[1], αλλά φαίνεται πως ανασυστάθηκε μαζί με αυτό του προϊσταμένου του, πρωτοασηκρήτι, το 1261 από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄[4]. Ο Πρωτοασηκρήτις φέρεται να ήταν αιρετός δικαστής στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας[5]. Ο τίτλος σώζεται σήμερα ως οφφίκιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου[6].

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

ΠηγέςΕπεξεργασία