Άνοιγμα κυρίου μενού

Βάμος Χανίων

οικισμός της Ελλάδας

Συντεταγμένες: 35°24′28″N 24°11′49″E / 35.407914°N 24.196996°E / 35.407914; 24.196996

Βάμος Χανίων
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Βάμος Χανίων
35°24′28″N 24°11′49″E
ΧώραΕλλάδα
Διοικητική υπαγωγήΔήμος Αποκορώνου
Πληθυσμός706 (2011)
Ζώνη ώραςUTC+02:00 (επίσημη ώρα)
UTC+03:00 (θερινή ώρα)

Ο Βάμος είναι χωριό του Νομού Χανίων και ιστορική έδρα του Δήμου Αποκορώνου. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει 706 κατοίκους. Το χωριό είναι κτισμένο σε πλαγιά σε υψόμετρο 190 περίπου μέτρων και σε απόσταση 25 χιλιόμετρα από τα Χανιά. Το ομώνυμο δημοτικό διαμέρισμα περιλαμβάνει τα Ντουλιανά και έχει έκταση 10.479 στρέμματα[1]. Στο χωριό υπάρχει κέντρο υγείας, σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αστυνομικό τμήμα, Ειρηνοδικείο, τράπεζα, σούπερ μάρκετ και άλλα καταστήματα.

ΙστορίαΕπεξεργασία

Το χωριό πιθανότατα ιδρύθηκε από Άραβες επιδρομείς τον 8ο αιώνα μ.Χ., οι οποίοι κατέφυγαν στην Κρήτη έχοντας εκδιωχθεί από την Ανδαλουσία. Αναφέρεται για πρώτη φορά σε χάρτη του 1577 που συνέταξε ο Francesco Barozzi ως Vamu, ενώ κατά την απογραφή του 1583 που πραγματοποίησαν οι Ενετοί είχε 271 κατοίκους.

Στην αιγυπτιακή απογραφή του 1834 αναφέρεται ως Vamos, και είχε 30 χριστιανικές και 15 μουσουλμανικές οικογένειες. Λόγω της στρατηγικής του θέσης, το 1881 έγινε έδρα ομώνυμου δήμου, και το 1866 επιλέχθηκε από τον Σάββα πασά ως έδρα του Λιβά (νομού) Σφακίων. Κατά την μετέπειτα περίοδο το χωριό γνώρισε μια σύντομη αλλά σημαντική περίοδο ανάπτυξης, κατά την οποία κτίστηκαν με αγγαρείες των ντόπιων νέα δημόσια κτήρια με νεοκλασικά στοιχεία, όπως το Διοικητήριο (Σεράγιο), οι στρατώνες (κισλάδες), κάποιες αποθήκες και δεξαμενές, καθώς και σχολεία, μεταξύ των οποίων το παρθεναγωγείο, που σήμερα λειτουργεί ως δημοτικός ξενώνας. Στο Βάμο οργανώθηκαν σταδιακά οι δικαστικές, πολιτικές και στρατιωτικές αρχές του Νομού Σφακίων, και στο πλαίσιο αυτό το χωριό μνημονεύεται σε αρκετά έγγραφα ως Σαραϊλίκιοϊ (Saraylıköy), δηλαδή "χωριό με παλάτι / διοικητήριο".

Λόγω της ιδιότητάς του να συγκεντρώνει αρκετές από τις οθωμανικές αρχές, αλλά και της εγγύτητάς του στον ορεινό και δυσπρόσιτο όγκο των Λευκών Ορέων, το χωριό δέχτηκε επανειλημμένες και σημαντικές επιθέσεις κατά τη διάρκεια των τελευταίων κρητικών επαναστάσεων. Χαρακτηριστικές είναι αυτές του 1878, όταν τα δημόσια κτήριά του υπέστησαν μεγάλες καταστροφές, τις οποίες αποκατέστησε ο Μαχμούτ πασάς το 1892. Ιδιαίτερης σημασίας ήταν επίσης η πολιορκία και άλωση του Βάμου κατά την Μεταπολιτευτική Επανάσταση του 1895-6, όταν ο Βάμος πολιορκήθηκε για σχεδόν δύο βδομάδες από ένοπλα σώματα χριστιανών που επεδίωκαν να πιέσουν την οθωμανική διοίκηση να σεβαστεί τις διεθνείς δεσμεύσεις της (βλέπε Σύμβαση της Χαλέπας) ή να παραχωρήσει ευρύτερη αυτονομία.

Αφού συγκέντρωσε ενισχύσεις από τη Μικρά Ασία και τη Μακεδονία, η οθωμανική στρατιωτική διοίκηση επιχείρησε στις 18 Μαΐου 1896 να διασπάσει τον κλοιό των επαναστατών στο ύψος του Τσιβαρά και των Ντουλιανών. Επειδή όμως δεν μπορούσε να κρατήσει το Βάμο, προσπάθησε να διατηρήσει τις θέσεις του λίγο έξω από το χωριό, ώστε να δώσει χρόνο στη φρουρά και τον μουσουλμανικό πληθυσμό να πραγματοποιήσει την έξοδό του. Η απόπειρα αυτή διακόπηκε από αντεπίθεση δύο χιλιάδων περίπου επαναστατών με αρχηγό το Λεωνίδα Μαλεκάκη (Παπαμαλέκο), η οποία ανάγκασε τον Τούρκο διοικητή να διατάξει την εγκατάλειψη του οχυρού. Τα τρεπόμενα σε φυγή τμήματα ωστόσο έπεσαν σε ενέδρα των επαναστατών στο ύψος της Μακράς Πεζούλας, λίγο έξω από το χωριό, όπου είχαν μεγάλες απώλειες. Κατά τις επόμενες ώρες, οι επαναστάτες εκκαθάρισαν το χωριό από τους Οθωμανούς στρατιώτες και μουσουλμάνους κατοίκους, ενώ άλλοι ακολούθησαν τα υποχωρούντα τμήματα μέχρι τα στενά του Τσιβαρά, όπου η καταδίωξη διακόπηκε επειδή η περιοχή ήταν εντός του βεληνεκούς των τουρκικών πυροβόλων.

Παρότι η πολιορκία και άλωση του Βάμου δεν διαδραμάτισε στρατιωτικά καθοριστικό ρόλο στην έκβαση του αγώνα, η πολιτική απήχηση του γεγονότος υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ενίσχυσε την αφοσίωση των επαναστατών στην πολεμική προσπάθεια, ενώ ανάγκασε την ελληνική κυβέρνηση να αναθεωρήσει την έως τότε στάση της και να αντιμετωπίσει πιο υπεύθυνα το Κρητικό Ζήτημα. Στην Αθήνα πραγματοποιήθηκαν συλλαλητήρια συμπαράστασης προς τους επαναστάτες και ο ευρωπαϊκός τύπος άρχισε να γράφει για τις επιτυχίες των επαναστατών, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις να αποφασίσουν να επέμβουν αποφασιστικότερα για την επίλυσή του.

ΑξιοθέαταΕπεξεργασία

Κτίρια που παρουσιάζουν ενδιαφέρον στο χωριό είναι το αναστηλωμένο παλιό σχολείο (1863), το αναστηλωμένο παλιό παρθεναγωγείο, το οποίο λειτουργεί ως ξενώνας και στεγάζει το Κέντρο Περιβαλλοντικής Ενημέρωσης και οι νεότερες εκκλησίες του Αγ.Νικολάου και Γεωργίου. Τα σπίτια του χωριού διακρίνονται σε μικρά και μέγαλα πολυτελή, όλα φτιαχμένα με ντόπια υλικά και έχουν παραδοσιακό χαρακτήρα. Τα μικρά σπίτια είχαν ένα δωμάτιο και ονομάζονταν καμαρόσπιτα, ενώ τα μεγάλα ονομάζονταν κονάκια.

Κοντά στο χωριό, εκεί που βρισκόταν το ενετικό χωριό Καρύδι Καρτσομάδω, σώζονται τα ερείπια της Μονής της Παναγίας στο Κατωμέρι, η οποία έχει μονόχωρο ναό με τοιχογραφίες του 13ου αιώνα. Κοντά βρίσκεται το επίσης ενετικό χωριό Καρύδι του Αγίου Γεωργίου, από το οποίο σώζονται μερικά σπίτια και μια ενετική έπαυλη. Η ομώνυμη μονή που βρίσκεται εκεί (Αγίου Γεωργίου-Καρύδι) χρονολογείται από τον 13ο αιώνα, ενώ αναστηλώθηκε το 1996. Στη μόνη σώζεται εγκαταλελημένο ελαιοτριβείο με δώδεκα καμάρες του οποίου η οροφή έχει καταρρεύσει, καθώς και οι βάσεις τεσσάρων μυλόπετρων, μαρτυρώντας ότι στο παρελθόν η περιοχή παρήγαγε τεράστιες ποσότητες λαδιού[2]. Το μοναστήρι υπέστη εκτεταμένες καταστροφές κατά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από την περιοχή, το καλοκαίρι του 1945.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  1. «Δήμος Βάμου». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Αυγούστου 2011. Ανακτήθηκε στις 25 Μαΐου 2014. 
  2. Μονή Αγίου Γεωργίου στο Καρύδι Αποκορώνου www.cretanbeaches.com

3. Ε. Πρεβελάκης, "Η πολιορκία του Βάμου", Κρητικά Χρονικά, ΙΑ', σελ. 205.

4. Γ. Σήφακας, "Η πολιορκία του Βάμου", Κρητική Εστία, τευχ. 19, σελ. 13.

5. Γ. Λιμαντζάκης, Οι Τουρκοκρήτες και το Κρητικό Ζήτημα, Εκδόσεις Έρεισμα, 2015, σελ. 31-32.