Βία Τζούλια

οδός στη Ρώμη

Η Βία Τζούλια (ιταλ. Via Giulia, εξελληνισμένα «Ιουλία Οδός») είναι οδός της Ρώμης με ιστορική και αρχιτεκτονική σημασία. Υπήρξε ένα από τα πρώτα σημαντικά σχέδια αστικού σχεδιασμού στην αναγεννησιακή Ρώμη και η διάνοιξή της εξυπηρετούσε τρεις σκοπούς: τη δημιουργία ενός μείζονος δρόμου εντασσόμενου σε ένα νέο σύστημα οδών, που θα υπερτίθετο του λαβυρίνθου των στενών της μεσαιωνικής Ρώμης, την ύπαρξη ενός δρόμου μεγάλου πλάτους, που πλαισιούμενος από μεγαλόπρεπα κτήρια θα επιμαρτυρούσε το ανανεωμένο μεγαλείο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, και τέλος τη δημιουργία ενός νέου διοικητικού και τραπεζικού κέντρου κοντά στο Βατικανό, την παπική έδρα, και μακρύτερα από το παραδοσιακό κέντρο της Ρώμης, τον Καπιτωλίνο λόφο.

Παρά τη διακοπή του προγράμματος εξαιτίας της «Pax romana» του 1511 και τον θάνατο του Πάπα δύο χρόνια αργότερα, η νέα οδός κατέστη ταχύτατα ένα από τα βασικά κέντρα της αναγεννησιακής Ρώμης. Πολλά μέγαρα και ναοί ανεγέρθηκαν σε αυτή από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες της εποχής, όπως από τον Ραφαήλ και τον Αντόνιο ντα Σανγκάλλο τον νεότερο. Αρκετοί αρχιτέκτονες επέλεγαν να μετακομίσουν εκεί, όπως και αρκετές οικογένειες ευγενών. Επίσης, πολλές ευρωπαϊκές χώρες και ιταλικές πόλεις-κράτη επέλεξαν να κτίσουν ναούς για τους παροίκους τους στην οδό ή σε άμεση γειτνίαση με αυτή.

Την εποχή του μπαρόκ η οικοδομική δραστηριότητα συνεχίσθηκε αδιάλειπτα, καθοδηγούμενη από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες της εποχής, όπως ήταν οι Φραντσέσκο Μπορρομίνι, Κάρλο Μαντέρνο και Τζάκομο ντέλλα Πόρτα. Η Βία Τζούλια ήταν πλέον αγαπημένο μέρος των ευγενών της Ρωμης και έγινε τόπος διεξαγωγής αποκριάτικων παρελάσεων. Από την άλλη, οι Πάπες και ιδιώτες χορηγοί συνέχισαν να φροντίζουν τον δρόμο ιδρύοντας φιλανθρωπικά ιδρύματα και παρέχοντας πόσιμο νερό στην περιοχή.

Από τα μέσα του 18ου αιώνα η μετατόπιση του κέντρου της Ρώμης προς το Κάμπο Μάρτσιο σταμάτησε την οικοδομική δραστηριότητα και προκάλεσε την εγκατάλειψη της Βία Τζούλια από τους ευγενείς, που αντικαταστάθηκαν από τεχνίτες με τα εργαστήριά τους Η νέα φυσιογνωμία κράτησε μέχρι τον 20ό αιώνα. Κατά τη φασιστική εποχή κάποια κατασκευαστικά προγράμματα διέσπασαν την ενότητα της οδού στο κεντρικό τμήμα της και η βλάβη αυτή δεν έχει ακόμη επιδιορθωθεί. Παρά το γεγονός αυτό, η Βία Τζούλια παραμένει ένας από τους πλουσιότερους δρόμους της Ρώμης σε τέχνη και ιστορία. Και μετά από μια σχετική παρακμή δύο αιώνων, από τη δεκαετία του 1950 η φήμη του ανανεώθηκε.

Τοποθεσία και προέλευση του ονόματοςΕπεξεργασία

Η Βία Τζούλια είναι παράλληλη με τον ποταμό Τίβερη, ευρισκόμενη κοντά στην αριστερή του όχθη από την Πιάτσα Σαν Βιντσέντσο Παλλόττι κοντά στη Γέφυρα του Σίξτου μέχρι την Πιάτσα ντελ όρο.[1] Το μήκος της είναι 950 μέτρα και συνδέει τα Δημοτικά Διαμερίσματα (rioni) 7ο (Ρέγκολα) και 5ο (Πόντε).[1] Η οδός πήρε το όνομα του Πάπα Ιουλίου Β΄, που είχε διατάξει την κατασκευή της το έτος 1508.[2][1] Στο παρεθόν είχε επίσης αποκληθεί Βία Ματζιστράλις (Via Magistralis) εξαιτίας της σημασίας της[1] και Βία Ρέκτα εξαιτίας του ότι είναι ευθύγραμμη[3].


ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Delli 1988, σελ. 472.
  2. Bruschi 1971.
  3. Delli 1988, σελ. 473.