Η κανονιοφόρος ΒΑΥΑΡΙΑ (Ιστιοφόρο) υπήρξε ένα από τα ελληνικά ιστορικά πλοία κατά την Επανάσταση του 1821 καθώς και ένα από τα πρώτα πολεμικά πλοία του νεοσύστατου Ελληνικού Βασιλείου. Συγκεκριμένα το πλοίο αυτό μαζί με το ατμοκίνητο ΚΑΡΤΕΡΙΑ, το βρίκιον ΣΩΤΗΡ, την επίσης κανονιοφόρο ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΣ, (αδελφό πλοίο), καθώς και μ΄ ένα μύστικο, αποτέλεσαν τη ναυτική μοίρα με την οποία ο λόρδος Κόχραν, που είχε αναλάβει αντιναύαρχος του ελληνικού στόλου, αποσπώντας τα από τον υπόλοιπο στόλο που ναυλοχούσε στον Κορινθιακό κόλπο, εισέπλευσε στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου τον Απρίλιο του 1829. Η μοίρα αυτή στις 15 Απριλίου του 1829 χάρισε μια λαμπρή νίκη στους Έλληνες στη Σκάλα των Σαλώνων (σημερινή Ιτέα της Άμφισσας), που όπως σημειώνει ο Βαλθόδης "ήλθε να δώσει νέα πνοή στους Έλληνες".

Βαυαρία (κανονιοφόρος)
Πληροφορίες
Ένταξη σε υπηρεσία1830
Δίδυμα σκάφη‘ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΣ’
Χρήσηκαταδίωξη πειρατείας
Κατάληξητο 1840 διαλύθηκε
Γενικά χαρακτηριστικά
Εκτόπισμα34 τόνων
Οπλισμός1 πυροβόλο των 68 λιβρών
δεδομένα

Μετά την άφιξη του Βασιλέως Όθωνα, το 1832, η "ΒΑΥΑΡΙΑ" εντάχθηκε στον πίνακα των πολεμικών πλοίων του Βασιλικού στόλου, του νεοσύστατου Βασιλείου με τον αριθμό 12, έχοντας εκτόπισμα 34 τόνων και φέροντας ένα πυροβόλο των 65 λιβρών. Το 1835 ναυλοχούσε τακτικά με το αδελφό πλοίο στη περιοχή του Αμβρακικού κόλπου καθώς και στη τουρκική τότε Πρέβεζα. Κατά εκθεση του εκεί Έλληνα προξένου (1835), η παρουσία του πλοίου φόβιζε τους Τούρκους θεωρώντας το ικανό να καταστρέψει τρια τουρκικά βρίκια, μια γολέτα και μια κανονιοφόρο που ναυλοχούσαν επίσης εκεί! Ο φόβος εκείνος είχε προκληθεί από το γεγονός ότι το ΒΑΥΑΡΙΑ ναυλοχούσε πάντα "επ΄ αγκύρα", με συνέπεια κάθε φορά που γύριζε η πλώρη προς τον πνέοντα άνεμο οι Τούρκοι θεωρούσαν ότι το πυροβόλο του σημαδεύει κάποιο από τα τούρκικα πλοία.

Όταν πλέον το "ΒΑΥΑΡΙΑ" άρχισε να γερνάει χρησιμοποιήθηκε ως ακταιωρός για καταδίωξη κυρίως της πειρατείας, μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου του 1841 όπου και επαυσε ν΄ αναφέρεται στη κατάσταση των πλοίων του βασιλικού στόλου, με τις υπογραφές του τότε "επί των Ναυτικών" διευθυντή Γ. Σαχίνη και του Γενικού Γραμματέα Κωνσταντή Κανάρη, ακολουθώντας η διάλυσή του στον Ναύσταθμο Πόρου.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τ.4ος, σ.270