Άνοιγμα κυρίου μενού

Βοβούσα Ιωαννίνων

οικισμός της Ελλάδας

Συντεταγμένες: 39°56′N 21°03′E / 39.93°N 21.05°E / 39.93; 21.05

Βοβούσα
Άποψη από το γεφύρι της Βωβούσας
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Βοβούσα
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα
ΠεριφέρειαΗπείρου
ΔήμοςΖαγορίου
Γεωγραφία και στατιστική
Περιφερειακή ενότηταΙωαννίνων
Υψόμετρο1.000
Πληθυσμός115 (2011)
Άλλα
Παλαιά ονομασίαΜπαϊεάσα, Βωβούσα

Η Βοβούσα[1] (μέχρι το 1940 Βωβούσα[2]) είναι χωριό του Ανατολικού Ζαγορίου στο νομό Ιωαννίνων της Ηπείρου.

Γενικά και ιστορικά στοιχείαΕπεξεργασία

Βρίσκεται περίπου 70 χλμ. βορειοανατολικά της πόλης των Ιωαννίνων. Είναι έδρα του κοινοτικού διαμερίσματος Βοβούσας, της κοινότητας Βοβούσας και κατά την απογραφή του 2011 είχε 115 κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται με την υλοτομία[3] και τον τουρισμό. Απέχει 77 χλμ. από τα Ιωάννινα. Το χωριό ήταν γνωστό και με την βλάχικη ονομασία Μπαϊεάσα[4].

Μέσα από το χωριό περνάει ο ποταμός Αώος, από τη βοή των νερών του οποίου πιθανότατα πήρε και το χωριό το όνομά του. Γύρω από το ποτάμι υπάρχουν αξιόλογοι οικότοποι που φιλοξενούν πλούσια χλωρίδα και πανίδα[5].

Σύμφωνα με την παράδοση η Βοβούσα προέκυψε από τη συνένωση τεσσάρων μικρότερων χωριών[6]. Γνώρισε μεγάλη ακμή ως μέλος της αυτόνομης περιοχής του Ζαγορίου επί Τουρκοκρατίας και θεωρούνταν ένα από τα μεγαλύτερα Ζαγοροχώρια[7]. Κατά τα παλαιότερα χρόνια, οι κύριες ασχολίες των κατοίκων της Βοβούσας περιστρέφονταν γύρω από την κτηνοτροφία, το εμπόριο και τις μεταφορές[3].

Το 1814 η κωμόπολη λεηλατήθηκε με εντολή του Αλή πασά[8] και την ίδια χρονιά επλήγη από επιδημία[9]. Ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια μια σειρά ληστρικών επιδρομών και η λεηλασία που υπέστη ο οικισμός από σουλτανικά στρατεύματα το 1829. Όλες αυτές οι καταστροφές οδήγησαν σε σημαντική μείωση του πληθυσμού, καθώς αρκετές οικογένειες έφυγαν προς το ελληνικό βασίλειο, τη Μακεδονία και τη Θράκη[8]. Χαρακτηριστικά, ενώ το 1812 υπολογίζεται πως στη Βοβούσα ζούσαν 150 οικογένειες, μερικές δεκαετίες αργότερα (το 1856) καταγράφτηκαν[10] μόλις 42.

Στα τέλη του 19ου αιώνα παρουσιάστηκε διείσδυση ρουμανικών κύκλων στον οικισμό[11], ενώ σύμφωνα με την οθωμανική στατιστική του 1895, ο πληθυσμός της Βοβούσας ανερχόταν στους 497 κατοίκους (269 άνδρες και 228 γυναίκες), κατανεμημένους σε 58 φορολογικούς χανέδες[12]. Γύρω στο 1900, η Βοβούσα αποτελούσε τμήμα του λεγόμενου Βλαχοζάγορου, της ανατολικής περιοχής του Ζαγορίου όπου εξακολουθούσε να ομιλείται η βλάχικη γλώσσα[13].

Η κόντρα ανάμεσα στην ελληνική και ρουμανική μερίδα οδήγησε σε εντάσεις όπως ήταν η δολοφονία των αδελφών Μπελτζαίων από Ρουμάνους πράκτορες, ενέργεια την οποία αργότερα (1909) ανταπέδωσε το Ηπειρωτικό Κομιτάτο με την εξόντωση των ληστανταρτών Σκουμπραίων-Μποτασήδων που είχαν στρατολογηθεί στη ρουμανική πλευρά[11].

Η Βοβούσα περιήλθε στο ελληνικό κράτος το 1913, στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Ακολούθησε το 1917 η προσωρινή κατοχή της κοινότητας (μαζί με ένα μεγάλο μέρος της Ηπείρου) από τον ιταλικό στρατό στα πλαίσια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η επανάκτηση της περιοχής από την Ελλάδα λίγο αργότερα, προκάλεσε την αντίδραση Ρουμανόβλαχων κατοίκων, οι οποίοι αφού αντιστάθηκαν ένοπλα στον ελληνικό στρατό[14], αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν οριστικά τη Βοβούσα καθώς είχαν εκτεθεί ως ρουμανικής εθνικής συνείδησης, αλλά και ως συνεργάτες των Ιταλών[15]. Εκείνο το διάστημα υπολογίζεται πως κατέφυγαν στην Αλβανία περίπου 10 οικογένειες Ρουμανόβλαχων[14]. Παράλληλα, κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα εγκαταστάθηκαν στον οικισμό ολιγάριθμες οικογένειες Σαρακατσάνων[16].

Κατά τις πρώτες μέρες του ελληνοϊταλικού πολέμου, κατελήφθη στις 3 Νοεμβρίου από προκεχωρημένες δυνάμεις του ιταλικού στρατού[17]. Το χωριό κάηκε από τα γερμανικά στρατεύματα Κατοχής στις 23 Οκτωβρίου 1943[18]. Μεταπολεμικά, η πλειοψηφία των κατοίκων της Βοβούσας εγκαταστάθηκε στα αστικά κέντρα[19].

Από τη Βοβούσα κατάγονταν ο γραμματικός του Αλή Πασά, Αθανάσιος ή Αναγνώστης Χατζηγεωργίου Ρίζου και ο υποπρόξενος της Ρωσίας στις Σέρρες κατά τον 19ο αιώνα, Κ. Κ. Κοντός[20].

ΑξιοθέαταΕπεξεργασία

 
Το γεφύρι της Βοβούσας

Στη μέση του χωριού, υπάρχει ένα πέτρινο μονότοξο γεφύρι που ενώνει τις δυο όχθες και γειτονιές του χωριού. Χτίστηκε το 1748 από τον Αλέξιο Μήσιο[18] και έχει αναγνωριστεί ως νεότερο αρχαιολογικό μνημείο[21]. Ξεχωρίζουν ακόμη οι εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου (κτίσμα του 1814), της Αγίας Παρασκευής (όπου πραγματοποιείται η θεία λειτουργία κάθε 26η Ιουλίου και το παραδοσιακό τριήμερο πανηγύρι της Βοβούσας και της Παναγίας, η μικρή Γέφυρα Πουντίκα Ασπροπόταμου (Αρούλου άλμπου στα βλαχικά) κλπ.

Σύγχρονη ΒοβούσαΕπεξεργασία

Μέχρι και τη δεκαετία του 1970, η Βοβούσα συγκαταλεγόταν στην κατηγορία των οικισμών όπου οι κάτοικοί τους διακρίνονταν για την υψηλού επιπέδου γνώση ή κατανόηση της βλαχικής γλώσσας[22]. Το χωριό διατηρεί τα βλάχικα έθιμα, τους χορούς και την ενδυμασία. Αποτελεί μία από τις εισόδους προς τον Εθνικό Δρυμό της Βάλια Κάλντα[23].

Απογραφές πληθυσμούΕπεξεργασία

Απογραφή 1895 1913 1928 1940 1951 1961 1971 1981 1991 2001 2011
Πληθυσμός 497[12] 505[24] 387[2] 680[2] 106[2] 217[2] 135[2] 190[2] 136[2] 179 115

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. «Βοβούσα (Ιωαννίνων)». Διοικητικές μεταβολές οικισμών. ΕΕΤΑΑ. Ανακτήθηκε στις 24 Απριλίου 2017. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 2,7 Σταματελάτος, Μιχαήλ; Βάμβα-Σταματελάτου, Φωτεινή (2012). Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδας. Α΄. ΤΑ ΝΕΑ. σελ. 139. 
  3. 3,0 3,1 Αλεξάκη, Ζερμαίν; Αθανασιάδης, Θοδωρής (2003). Ζήστε στα ομορφότερα ορεινά χωριά της Ελλάδας (β΄ έκδοση). Αθήνα: Ατραπός. σελ. 132. 
  4. Κουκούδης, Αστέριος Ι. (2000). Μελέτες για τους Βλάχους. Β΄. Οι Μητροπόλεις και η Διασπορά των Βλάχων. Θεσσαλονίκη: εκδόσεις Ζήτρος. σελ. 153. 
  5. [1], [2], [3], [4]
  6. Κουκούδης (2000). σελ. 162.
  7. Λαμπρίδης Ιωάννης "Ζαγοριακά", Τυπογραφείον Αυγής, Αθήνα, 1870
  8. 8,0 8,1 Βακαλόπουλος, Κωνσταντίνος Απ. (2003). Ιστορία της Ηπείρου. Από τις αρχές τις αρχές της Οθωμανοκρατίας ως τις μέρες μας. Αθήνα: Ηρόδοτος. σελ. 320. 
  9. Κουκούδης (2000). σελ. 178-179.
  10. Κουκούδης (2000). σελ. 177.
  11. 11,0 11,1 Βακαλόπουλος (2003). σελ. 518.
  12. 12,0 12,1 Μιχάλης Κοκολάκης, Η τουρκική στατιστική της Ηπείρου στο Σαλναμέ του 1895, στο Τετράδια Εργασίας, τεύχος 18, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα 2008, σελ. 265.
  13. Κουκούδης, Αστέριος (2008). Από τη ζωή των Βλάχων στα 1900. Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Εγνατία Ηπείρου - Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα. σελ. 15. 
  14. 14,0 14,1 Διβάνη, Λένα (1995). Ελλάδα και μειονότητες. Το σύστημα διεθνούς προστασίας της Κοινωνίας των Εθνών (β΄ έκδοση). Αθήνα: Νεφέλη. σελ. 99. 
  15. Δαλκαβούκης, Βασίλης Κ. (2005). Η πένα και η γκλίτσα. Εθνοτική και εθνοτοπική ταυτότητα στο Ζαγόρι τον 20ο αιώνα. Αθήνα: Οδυσσέας. σελ. 43. 
  16. Κουκούδης (2000). σελ. 154.
  17. Μαχά, Δημητρίου (1967). Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940-1941. Α΄. Αθήναι. σελ. 377. 
  18. 18,0 18,1 Βασίλης Μηνακάκης (2006). Ζαγοροχώρια. Explorer. σελ. 139
  19. Κολτσίδας, Αντώνης Μιχ. (1997 - 1998). «Η σημερινή κατάσταση της κουτσοβλαχικής γλώσσας στον Ελλαδικό χώρο. Ιστορική, εθνολογική, κοινωνική και γλωσσολογική διάσταση)». Μακεδονικά (Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών) 31: 199. https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/makedonika/article/view/5681/5420. Ανακτήθηκε στις 14 Μαρτίου 2018. 
  20. Κουκούδης (2000). σελ. 178-181.
  21. ΥΠΠΟ-Διαρκής κατάλογος των κηρυγμένων αρχαιολογικών χώρων και μνημείων της Ελλάδας
  22. Κολτσίδας (1997 - 1998). σελ. 197.
  23. Κιούσης, Ντίνος (12-11-2007). «Νομός Ιωαννίνων: Χειμωνιάτικες εξορμήσεις στα Ζαγόρια». Καθημερινή. http://trans.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_taxgreece_24_12/11/2007_211627. Ανακτήθηκε στις 22-01-2011. [νεκρός σύνδεσμος]
  24. Βασίλειον της Ελλάδος. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Στατιστικής, Απαρίθμησις των κατοίκων των νέων επαρχιών της Ελλάδος του έτους 1913, Εν Αθήναις, 1915, σελ. 59.

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

ΠηγέςΕπεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία