Βονιφάτιος Γ΄ της Τοσκάνης

Ο Βονιφάτιος Γ΄, ιταλ.: Boniface III, επίσης Boniface IV ή Boniface di Canossa (π. 985 - 6 Μαΐου 1052) από τον Οίκο της Κανόσα ήταν γιος του Tένταλντ της Κανόσα και πατέρας της Mατθίλδης της Τοσκάνης. Έγινε ο ισχυρότερος πρίγκιπας της βόρειας Ιταλίας της εποχής του. Από κληρονομιά ήταν κόμης (ή κύριος) στη Μπρέσια, Κανόσα, Φεράρα, Φλωρεντία, Λούκκα, Μάντοβα, Μόντενα, Πίζα, Πιστόια, Πάρμα, Ρέτζιο και Βερόνα από το 1007 και, κατόπιν τοποθέτησης, μάργραβος της Τοσκάνης [3] από το 1027 έως τη δολοφονία του το 1052.

Βονιφάτιος Γ΄ της Τοσκάνης
Boniface III of Tuscany.png
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση985 (περίπου)
Τοσκάνη
Θάνατος6  Μαΐου 1052
San Martino dall'Argine
Τόπος ταφήςΜάντοβα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητααριστοκράτης[1]
Οικογένεια
ΣύζυγοςΒεατρίκη της Λωρραίνης[1][2]
Richelida
ΤέκναΜατθίλδη της Κανόσα
Φρειδερίκος της Τοσκάνης
ΓονείςΤένταλ της Κανόσα και Willa of Tuscany
ΟικογένειαΟίκος της Κανόσα
Θυρεός
Coat of arms of the Canossa family.svg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

Ήταν γιος του μαργράβου Tένταλντ κόμη της Μπρέσια, Φεράρα, Μάντοβα, Μόντενα, Ρέτζιο και της συζύγου του Βίλλα της Μπολόνια. Το προγονικό κάστρο της Λομβαρδικής οικογένειας ήταν η Κανόσα και τα μέλη της είχαν κρατήσει τη Mόντενα για αρκετές γενιές. Κατείχαν πάρα πολλούς αλλόδιους τίτλους (δηλ. χωρίς να είναι υποτελείς) και η εξουσία τους απλωνόταν κυρίως στην Εμίλια.

Ο Bονιφάτιος πιθανότατα συνδέθηκε με τον πατέρα του πριν από το τέλος του τελευταίου. Το 1004, με τον τίτλο marchio, δώρισε γη στην μονή του Πολιρόνε, και εμφανίζεται σε δύο έγγραφα της ίδιας χρονιάς ως gloriosus marchio. Διατηρούσε την Αυλή του στη Μάντοβα, την οποία μεταμόρφωσε σε μία πόλη πολιτισμού: "Με τόσα υπέροχα θεάματα και εορτές, που όλοι οι σύγχρονοί τους θαύμαζαν" [4]

Αυτοκρατορική πολιτικήΕπεξεργασία

Το 1014 ο Βονιφάτιος βοήθησε τον Ερρίκο Β΄ της Γερμανίας να ανατρέψει τον Αρντουίνο μάργραβο της Ιβρέας, ο οποίος διεκδίκησε το βασίλειο της Ιταλίας αντιτιθέμενος στον Ερρίκο Β΄. Ο πατέρας του όρισε αυτόν ως κληρονόμο από όλα τα αδέλφια του και, το 1016, πολεμούσε πάλι μαζί με τον βασιλιά, αυτή τη φορά ενάντια στον Ούλριχ-Μάνφρεντ Β΄ μάργραβο του Τορίνο.

Το 1020 ο Bονιφάτιος νίκησε μία εξέγερση τού αδελφού του Κορράδου, αλλά οι δύο συμφιλιώθηκαν και οι δύο αργότερα καταγράφονται ως δούκες. Το 1027 υποστήριξε την υποψηφιότητα του Κορράδου Β΄ της Γερμανίας για τους θρόνους της Λομβαρδίας και της Γερμανίας ενάντια στους άλλους διεκδικητές: τον Γουλιέλμο Ε΄ της Ακουιτανίας, τον Ροβέρτο Β΄ της Γαλλίας και τον Ούγο Μάγνο. Όταν οι Λομβαρδοί εχθροί του Boνιφάτιου προσπάθησαν να υποκινήσουν τον αδελφό του εναντίον του, οι δύο αδελφοί πρόσφεραν μάχη σε αυτούς στο Κοβιόλο, κοντά στο Ρέτζιο, και αναδείχτηκαν νικηφόροι, αν και ο Κορράδος σκοτώθηκε. [5] Όταν ο Κορράδος Β΄ επέτυχε τελικά να εισέλθει στην Ιταλία, συναντήθηκε με έπαρση στη Λούκα και εκτόπισε τον Ράινιερ μαργράβο της Τοσκάνης, και έδωσε τα εδάφη και τους τίτλους του στον Βονιφάτιο. Αυτό φαίνεται να είναι το πιθανό σενάριο, αν και η ακριβής ημερομηνία της ανάληψης του μαργραβατου της Τοσκάνης από τον Βονιφάτιο είναι αβέβαιη. [6]

Ο Boνιφάτιος υπέταξε την Παβία και την Πάρμα, όταν εξεγέρθηκαν εναντίον του βασιλιά· ο Κορράδος Β΄ συνήψε μία συνθήκη με τον Boνιφάτιο, ένα έγγραφο που έχει ερμηνευτεί ως αναγνώριση της ανεξαρτησίας του Boνιφατίου. [7] Το 1032 πολεμούσε με τον επαναστάτη Όντο Β΄ κόμη του Μπλουά. Στις αρχές του καλοκαιριού του 1036 ο Βονιφάτιος ακολούθησε τον βασιλιά στο Nίμεγκεν. [8] Το 1037 βοήθησε να κατασταλεί μία εξέγερση εναντίον του Κορράδου Β΄ και τον Φεβρουάριο του 1038 φιλοξένησε τον βασιλιά, όταν ο τελευταίος ταξίδεψε στη Φλωρεντία. Το 1043, για υπηρεσίες που παρείχε στο βασίλειο, έλαβε το δουκάτο του Σπολέτο και το Καμερίνο. Απέκτησε επίσης περισσότερη γη στην Πάρμα και τη Πιατσέντσα και η κύρια κατοικία του αυτή την περίοδο ήταν στη Μάντοβα.

Το 1039 ο Boνιφάτιος ταξίδεψε στο Mιροάλτο για να βοηθήσει τον Ερρίκο Γ΄ εναντίον του επαναστάτη Όντο Β΄ κόμη του Μπλουά. Ενώ επέστρεφε, κατέστρεψε τα χωράφια των σιτηρών της περιοχής και ο εξοργισμένος πληθυσμός αντέδρασε κλέβοντας μερικά από τα άλογα των ακολούθων του. Ο Βονιφάτιος αντεκδικήθηκε αιματηρά και είπε την πιο διάσημη δήλωσή του: προετοιμαζόμενος να κόψει τα αυτιά και τη μύτη ενός νεαρού άνδρα, ο Boνιφάτιος είδε απέναντί του τη μητέρα του νέου, που τον παρακάλεσε να αφήσει τον γιο της και του υποσχέθηκε το βάρος του γιου της σε ασήμι. Ο Bονιφάτιος απάντησε στην προσφορά της ότι "δεν ήταν έμπορος, αλλά στρατιώτης", προσθέτοντας: "Absit ut hostes ferro capti redimantur argento". (Πολύ μάλλον ότι αυτό που αιχμαλωτίστηκε από σίδερο, πρέπει να εξαργυρωθεί με ασήμι.) [9]

Το 1046 ο Ερρίκος Γ΄ εισήλθε στην Ιταλία για να στεφθεί αυτοκράτορας. Ο Βονιφάτιος δέχτηκε τον βασιλιά και τη σύζυγό του Aγνή του Πουατιέ με τιμή και ευγνωμοσύνη κατά την άφιξή τους στη Πιατσέντσα και ο κυβερνήτης του στη Μάντοβα έκανε το ίδιο στο ταξίδι επιστροφής τους. Ωστόσο η σχέση μεταξύ Boνιφατίου και Ερρίκου Γ΄ επιδεινώθηκε σύντομα το 1047.

Παπική δολοπλοκίαΕπεξεργασία

Με το τέλος του πάπα Κλήμη Β΄, ο πάπας Βενέδικτος Θ΄, με τη μυστική υποστήριξη του Bονιφατίου, επανεγκαταστάθηκε, Αυτή ήταν μία επιλογή που δεν ήταν γενικά αποδεκτή και, μέχρι τα Χριστούγεννα του 1047, μία αντιπροσωπεία Ρωμαίων συναντήθηκε με τον βασιλιά για να του ζητήσει να ονομάσει διάδοχο πάπα. Τον επόμενο μήνα ο Ερρίκος Γ΄ συγκάλεσε μία Σύνοδο. Αν και οι Ρωμαίοι ήθελαν τον Χάλιναρντ του Λυόν, επιλέχθηκε ο Πόπο του Μπρίξεν, επίσκοπος της Βαυαρίας, παίρνοντας το όνομα Δάμασος Β΄. Στον δρόμο του προς τη Ρώμη, ο Δάμασος Β΄ συνάντησε τον Βονιφάτιο, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι ο Βενέδικτος Θ΄ είχε ήδη επιλεγεί από τον λαό, και αρνήθηκε να συνοδεύσει τον Δάμασο Β΄. Ο Δάμασος Β΄ επέστρεψε στον Ερρίκο Γ΄, ο οποίος θεώρησε την υποστήριξη του Βονιφατιου προς τον Βενέδικτο Θ΄ προκλητική για τη βασιλική εξουσία. Διέταξε τον Boνιφάτιο να συνοδεύσει τον Δάμασο Β΄ στη Ρώμη. Ο Δάμασος Β΄ χειροτονήθηκε στις 17 Ιουλίου 1048, αλλά απεβίωσε αργότερα σε λιγότερο από έναν μήνα στην Παλεστρίνα, λίγο έξω από τη Ρώμη, πιθανώς δηλητηριασμένος. [10]

Η συνήθεια τού να εξαπατά την εκκλησία ένεκα γης, ειδικά την επισκοπή του Ρέτζιο, ζητώντας κάποια καλλιεργήσιμη γη αντί ετησίου ενοικίου, ήταν θρυλική. Σπάνια πλήρωνε τα υποσχεθέντα ενοίκια. Ωστόσο, ο Boνιφάτιος εντάχθηκε τελικά στη μερίδα μεταρρύθμισης του Λέοντα Θ΄ και ήταν παρών στη Σύνοδο της Παβίας το 1049.

Στα τελευταία του χρόνια είχε κάνει γενναίες δωρεές στο αβαείο της Πομπόζα για χάρη της ψυχής του· μάλιστα ομολόγησε σιμωνία και επέτρεψε στον Γκουίντο της Πομπόζα να τον μαστιγώσει ως τιμωρία γι' αυτό.

Το τέλοςΕπεξεργασία

Προσπάθησε να περιορίσει τα δικαιώματα των βασάλων (υποτελών) του]], παρά το βασιλικό διάταγμα του 1037 του Κορράδου Β΄. Ήταν αυτή η ενέργεια εναντίον των υποτελών του που τους εξόργισε και τον σκότωσαν το 1052, κατά τη διάρκεια μίας εξόρμησής του για κυνήγι. Αυτή η εκδοχή του τέλους του Bονιφατίου αμφισβητείται. Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι ο Ερρίκος Γ΄ έπαιξε ρόλο στη δολοφονία του. Κάποιοι υποστηρίζουν επίσης ότι το 1044 είχε γίνει μία απόπειρα στη ζωή του μαργράβου στη Μπρέσια και ότι οι συνωμότες είχαν φύγει στη Βερόνα, την οποία ο Βονιφάτιος στη συνέχεια λεηλάτησε, πριν εκδιώξει επίσης ορισμένους συνωμότες της Βερόνας από τη Μάντοβα. Ένας Σακρπέτα Καρνεβάρι προφανώς κράτησε μνησικακία γι' αυτή την πράξη και χρόνια αργότερα, ενώ ο Boνιφάτιος ετοίμαζε μία γαλέρα για προσκυνηματικό ταξίδι στην Ιερουσαλήμ, τον χτύπησε με δηλητηριασμένο βέλος στον ποταμό Όλιο, κοντά στο Mαρτίνο νταλ' Αργκίνε στην περιοχή της Σπινέτα, ενώ εκείνος ήταν σε κυνήγι. [11]

ΟικογένειαΕπεξεργασία

Ο πρώτος γάμος του Bονιφάτιου (πριν από το 1015) ήταν με τη Ριχίλντα, κόρη του Γκίζελμπερτ Β΄παλατινού κόμη του Μπέργκαμο. Η Ριχίλντα πήρε λίγο μέρος στη διακυβέρνηση του Boνιφατίου και απεβίωσε το 1034, χωρίς να του κάνει παιδιά.

Το 1037 νυμφεύτηκε τη Bεατρίκη, κόρη του Φρειδερίκου Β΄ δούκα της Άνω Λωρραίνης και κόμη του Μπαρ, που ήταν ανιψιά και θετή κόρη της Γκίζελας, συζύγου του Κορράδου Β΄. [8] Εόρτασαν τον γάμο τους με μεγαλοπρέπεια, διατηρώντας μετά Αυλή στο Mαρένγκο για τρεις μήνες. Η Bεατρίκη είχε επίσης μικρό ρόλο στην κυριαρχία της Τοσκάνης. Έκανε τρία παιδιά στον σύζυγό της. Το μεγαλύτερο, η:

  • Bεατρίκη, απεβίωσε το 1053, λίγο μετά τον Boνιφάτιο. Ο μόνος γιος, ο:
  • Φρειδερίκος, διαδέχθηκε τον πατέρα του, αλλά απεβίωσε αμέσως μετά. Το μικρότερο παιδί ήταν η:
  • Mατθίλδη, που κληρονόμησε τη μεγάλη κληρονομιά από τον Φρειδερίκο.

Η Bεατρίκη της Λωρραίνης ξαναπαντρεύτηκε το 1054 με τον Γοδεφείδο Γ΄ δούκα της Κάτω Λωρραίνης, ο οποίος κυβέρνησε μέχρι το τέλος του το 1069.

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 Charles Cawley: «Medieval Lands». (Αγγλικά) Charles Cawley, "Medieval Lands", 2006-2020.
  2. p47325.htm#i473243. Ανακτήθηκε στις 7  Αυγούστου 2020.
  3. Boniface's title (dux et marchio) has been given as duke of Lucca, or marquis of Mantua and Ferrara.
  4. Duff, 17, quoting Giacomo Ottali.
  5. Duff, σελ. 21.
  6. Duff, He is first so entitled in 1031: dux et marchio Tusciae. In 1032, he was serenissimus dux et marchio.
  7. Duff, σελ. 22.
  8. 8,0 8,1 Wolfram, Herwig (2010). Conrad II, 990-1039: Emperor of Three Kingdoms. Penn State Press. σελ. 118. ISBN 0-271-04818-2. 
  9. Duff, σελ. 18.
  10. Stroll, Mary (2011). Popes and Antipopes: The Politics of Eleventh Century Church Reform. BRILL. σελ. 30. ISBN 978-90-04-22619-7. 
  11. Duff.

Βιβλιογραφικές αναφορέςΕπεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία