Άνοιγμα κυρίου μενού
Για ανθρώπους με το επώνυμο «Γαζής» δείτε Γαζής (επώνυμο).

Ο γαζής (αραβικά: غازي) ήταν μια ονομασία που έδιναν σε ήρωες πολεμιστές στην ανατολή. Μετά την άνοδο του Ισλάμ έγινε τίτλος τιμής, τον οποίο είχαν πάρει και πολλοί Οθωμανοί Σουλτάνοι.

ΠροέλευσηΕπεξεργασία

Η λέξη "γαζής" είναι αραβική, από τη λέξη ghazw (غزو, ġazw), που προϊσλαμικά είχε την έννοια της επιδρομής με σκοπό το πλιάτσικο.[1] Μετά τις Αραβικές κατακτήσεις του 7ου αιώνα η λέξη ανασημασιοδοτείται και παίρνει την έννοια του "μαχητή της πίστης" (βλ. Τζιχάντ). Επίσης, χρησιμοποιείται ως τίτλος τιμής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τους Μουσουλμάνους, που συνήθως μεταφράζεται ως "ο θριαμβευτής", και δίδεται σε υψηλόβαθμους αξιωματούχους του στρατού, οι οποίοι έχουν διακριθεί στη μάχη εναντίον εχθρών μη-Μουσουλμάνων.[2]

Γαζήδες και Οθωμανική ΑυτοκρατορίαΕπεξεργασία

 
Καλλιτεχνική απεικόνιση του γαζή Οσμάν Α΄

Για τον ρόλο των γαζήδων στην δημιουργία του Οθωμανικού Εμιράτου αρχικά, και έπειτα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Πωλ Βίττεκ (Paul Wittek) διατύπωσε τη Θέση του Γαζά (Gaza Thesis), σε μια σειρά διαλέξεων στο School of Oriental and African Studies (SOAS) του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Ο Βίττεκ υποστήριξε πως ο Ιερός Πόλεμος κατά των απίστων χριστιανών, ήταν ο κύριος ενοποιητικός παράγοντας μεταξύ των μουσουλμάνων τουρκόφωνων νομάδων της Μεσαιωνικής Μικράς Ασίας, στην οποία είχαν εγκατασταθεί μόνιμα από το 1071 και εξής. Οι νομάδες κατά τον Βίττεκ διέθεταν θρησκευτικό ζήλο ο οποίος εκδηλωνόταν με το γαζά και άρα την εδαφική επέκταση και την μεγέθυνση της σφαίρας επιρροής.[3]

Ο Κεμάλ Καφαντάρ (Cemal Kafadar), μεθοδικά διάνθισε αυτή τη θέση, εστιάζοντας στο χώρο της μεθορίου μεταξύ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και των Μουσουλμανικών Εμιράτων της Μικράς Ασίας από τον 13ο αιώνα και εξής, και συγκεκριμένα στον χώρο της Βιθυνίας, όπου έζησε, διαμορφώθηκε και έδρασε ο γενάρχης της Οθωμανικής δυναστείας, Οσμάν Α΄. Ο Καφαντάρ συγκρίνοντας σημαντικά χρονικά της μεθορίου, μιας και οι πηγές της εποχής είναι περιορισμένες, βλέπει πως ο γαζής μπορούσε να συνδυάζει θρησκευτικό ζήλο με επικερδείς δραστηριότητες. Η ισλαμική ηθική δεν απαγόρευε ακόμα και σε δερβίσηδες, δηλαδή μουσουλμάνους μυστικιστές, να περηφανεύονται για τη λεία που απέκτησαν με γενναιότητα σε κάποια επιδρομή. Στις τάξεις των γαζήδων συμμετείχαν και πρώην χριστιανοί όπως ο Κιοσέ Μιχάλ, γενάρχης της οικογένειας των Μιχάλογλου και άλλοι, φανερώνοντας έτσι την δεκτική πλευρά των μαχητών της μεθορίου, όπου οι κοινοί στόχοι, δηλαδή το κέρδος, υπερτερούσαν της μισαλλοδοξίας και της απομόνωσης. Οι γαζήδες είχαν βεβαίως κάποιον επικεφαλής, αλλά σε γενικές γραμμές ήταν ίσοι μεταξύ τους. Όταν αυτή η ισορροπία του "πρώτου μεταξύ ίσων" διαταράχθηκε κατά τη βασιλεία του Μεχμέτ Β΄ του Πορθητή, τον 15ο αιώνα πια, οι εκπρόσωποι των "μαχητών της πίστης" αντέδρασαν, καθώς άρχισαν σταδιακά να παραγκωνίζονται μέσα σε ένα κράτος στη διαμόρφωση του οποίου είχαν συμβάλει σημαντικά. Ο Καφαντάρ παραθέτει το στοιχείο πως όταν σάλπιζε ο παιάνας των γαζήδων που τους καλούσε για μάχη, ο σουλτάνος έστεκε όρθιος αποδίδοντας τιμή. Ο Μεχμέτ Β΄, ήταν ο πρώτος Οθωμανός σουλτάνος που δεν έστεκε όρθιος, μεταφέροντας και σε συμβολικό επίπεδο την ανάδυση μιας κεντρικής αυτοκρατορικής εξουσίας, έναντι ενός μεθοριακού Εμιράτου γαζήδων.[4]

Ο τίτλος του γαζή στην Οθωμανική πολιτική ζωήΕπεξεργασία

 
Η Επιγραφή της Προύσας στο Σεχαντέτ Τζαμί

Ο τίτλος του γαζή έφερε σαφή πολιτικά συμφραζόμενα μεταξύ των νομαδικών πληθυσμών της μεθορίου. O γαζής αρχικά συνείσφερε οικονομικά μέσα από την λεία του στην οικεία του κοινωνία, γεγονός το οποίο σίγουρα του έδινε κύρος και σεβασμό. Δεν ήταν όμως ληστής, αλλά μαχόταν κατά του "Οίκου του Πολέμου", δηλαδή κατά των απίστων, ως εκπρόσωπος της ούμμα ή του "Οίκου του Θεού" των μουσουλμάνων. Κατά μία άποψη, δεν πρέπει να συγχέεται το "γαζά" που ασκούσε ο γαζής με την "τζιχάντ". Η "τζιχάντ" διακρίνεται σε μικρή και μεγάλη "τζιχάντ" ανάλογα με το μέγεθος και τους λόγους για τους οποίους ξεσπά και θεωρείται ύψιστο καθήκον για κάθε μουσουλμάνο. Το γαζά δεν ανταποκρίνεται σε αυτή την κατηγορία καθηκόντων, θεωρείται ελάσσων καθήκον.[1] Ο γαζής είχε σαν τους ιππότες της Μεσαιωνικής Δυτικής Ευρώπης, έναν συγκεκριμένο κώδικα συμπεριφοράς τον οποίο όφειλε να ακολουθεί. Οι Οθωμανοί σουλτάνοι χρησιμοποιούσαν τον τίτλο του γαζή αρχικά. Αργότερα με τις κατακτήσεις του Σελίμ Α΄, μεταξύ άλλων και των ιερών πόλεων του Ισλάμ, Μέκκα και Μεδίνα, χρησιμοποίησαν τον τίτλο του Χαλίφη, αν και δεν ήταν τόσο διαδεδομένος. Ο τελευταίος τίτλος υπονοεί τον επικεφαλής του διεθνούς μουσουλμανικού κόσμου και στα αραβικά σημαίνει διάδοχος. Οι τίτλοι του γαζή και του Χαλίφη έδιναν θρησκευτική νομιμοποίηση στο πρόσωπο του σουλτάνου, ισχυροποιούσαν δηλαδή το κύρος και την εξουσία του στους κύκλους των υπηκόων και των αντιπάλων του. Χαρακτηριστική είναι η λεγόμενη "Επιγραφή της Προύσας", η οποία τοποθετήθηκε στο Σεχαντέτ Τζαμί (şehadet Camii) το 1337 από τον δεύτερο σουλτάνο της Οθωμανικής δυναστείας, Ορχάν. Εκεί ο σουλτάνος, περιγράφει τον εαυτό του ως "γαζή γιο γαζή", και "πολεμιστή στο πλευρό του Θεού".[5] Αν εντάξουμε τα συμφραζόμενα στην ιστορική συγκυρία όπου εκτυλίσσεται το παραπάνω περιστατικό, θα δούμε πως ο τίτλος του γαζή χρησιμοποιείται από τον Ορχάν σε μια καίρια περίοδο για τη διαμόρφωση του Οθωμανικού Εμιράτου, το οποίο έχει πλέον πρωτεύουσα μια σημαντική πόλη, την Προύσα και αναπτύσσει παράλληλα μια γραφειοκρατική μηχανή. Με άλλα λόγια ο Ορχάν χρησιμοποιεί στην δημόσια εικόνα του αυτό τον τίτλο, μια περίοδο παγιοποίησης της εξουσίας των Οθωμανών στην "ρευστή" περιοχή της Μικράς Ασίας του 14ου αιώνα, η οποία χαρακτηρίζεται από πολιτική αστάθεια και χάος.

Γνωστοί γαζήδεςΕπεξεργασία

Ο τίτλος απονεμήθηκε μεταξύ άλλων στους:

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 Maxime (2006), σελ. 33.
  2. 2,0 2,1 EB (1911), σελ. 917.
  3. Βίττεκ (1991), σελ. 43.
  4. Καφαντάρ (2008), σσ. 15–45.
  5. Lowry (2004), σελ. 98–101.
  6. Marozzi (2004), σελ. 91.

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  •   Chisholm, Hugh, επιμ.. (1911) «Ghazi» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα (11η έκδοση) Cambridge University Press 
  • Βίττεκ, Πωλ (1991). Η γένεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αθήνα: Πορεία. ISBN 978-9-6070-4309-2. 
  • Καφαντάρ, Κεμάλ (2008). Ανάμεσα σε δύο κόσμους, η κατασκευή του Οθωμανικού κράτους. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ). ISBN 978-9-6025-0409-3. 
  • Lowry, Heath W. (2004). Η φύση του πρώϊμου οθωμανικού κράτους. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση. ISBN 960-02-1779-3. 
  • Marozzi, Justin (2004). Tamerlane: sword of Islam, conqueror of the world. Μεγάλη Βρετανία: Harper-Collins-Publisher. 
  • Maxime, Rodinson (2006). Μωάμεθ. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. ISBN 960-524-223-0.