Η γαλλική μετανάστευση από το 1789 έως το 1815 (Γαλλικά: Émigration française) αναφέρεται στη μαζική μετακίνηση πολιτών από τη Γαλλία προς γειτονικές χώρες (εμιγκρέ), ως αντίδραση στην αιματοχυσία και τις αναταραχές που προκλήθηκαν από τη Γαλλική Επανάσταση. Παρόλο που η Επανάσταση ξεκίνησε το 1789 ως μια ειρηνική, ελεγχόμενη από αστούς προσπάθεια για αυξημένη πολιτική ισότητα για την Τρίτη τάξη (οι μη προνομιούχοι της Γαλλίας), σύντομα μετατράπηκε σε μια βίαιη, λαϊκή εξέγερση.

Γελοιογραφία που χλευάζει τον βασιλιά της Πρωσίας και τους μετανάστες.

Από την επομένη της 14ης Ιουλίου και την κατάληψη της Βαστίλης, για να ξεφύγουν από τις πολιτικές ταραχές και να σώσουν τη ζωή τους ή για να πολεμήσουν την Επανάσταση από έξω, περίπου 140.000 άνθρωποι μετανάστευσαν από τη Γαλλία και εγκαταστάθηκαν στις γειτονικές χώρες, κυρίως στη Μεγάλη Βρετανία, Αυστρία και Πρωσία ή στα όμορα γερμανικά πριγκιπάτα, και αρκετοί πήγαν επίσης στις Ηνωμένες Πολιτείες.[1]

Τα μεταναστευτικά ρεύματαΕπεξεργασία

 
Ο κόμης του Αρτουά, μελλοντικός Κάρολος Ι'
 
Αντουάν-Φιλίπ ντε λα Τρεμουάιγ, στον στρατό του κόμη του Αρτουά

Στις 17 Ιουλίου 1789, άρχισε το πρώτο ρεύμα μεταναστών. Πολλοί από αυτούς ήταν μέλη της βασιλικής οικογένειας και της αριστοκρατίας που μετανάστευσαν από τον φόβο που προκλήθηκε από την κατάληψη της Βαστίλης τρεις ημέρες πριν. Ο πρώτος που έφυγε ήταν ο αδελφός του βασιλιά κόμης του Αρτουά, μελλοντικός Κάρολος Ι' που κατέφυγε στο Κόμπλεντς και σύντομα πλαισιώθηκε από άλλους αυλικούς και ευγενείς μεταξύ των οποίων και ο δούκας του Ανγκιέν. Σύντομα ακολούθησε ο πρίγκιπας Λουδοβίκος Ιωσήφ του Κοντέ, αρχιστράτηγος του Γαλλικού στρατού και πολλοί αξιωματικοί. Μετά την αποτυχημένη προσπάθεια φυγής του βασιλιά τον Ιούνιο του 1791, τους ακολούθησε ο άλλος αδελφός του βασιλιά κόμης της Προβηγκίας, μελλοντικός Λουδοβίκος ΙΗ', με πολλούς βασιλικούς που συσπειρώθηκαν γύρω του και αγωνίζονταν για την παλινόρθωση της μοναρχίας.

Στους αξιοσημείωτους εμιγκρέ περιλαμβάνονται οι Μαρία-Αδελαΐδα και Βικτωρία, θείες του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΣΤ', οι οποίες στις 19 Φεβρουαρίου 1791 ξεκίνησαν το ταξίδι τους στη Ρώμη. Ωστόσο, το ταξίδι τους σταμάτησε και συζητήθηκε στη Συντακτική Εθνοσυνέλευση που φοβόταν ότι η αναχώρησή τους υπονοούσε ότι ο βασιλιάς και η οικογένειά του θα ακολουθήσουν σύντομα τον ίδιο δρόμο. Και ενώ αυτός ο φόβος δεν ήταν φανταστικός, όπως αποδείχθηκε από την Ημέρα των στιλέτων [2]και αργότερα στη προσπάθεια της φυγής στη Βαρέν - γεγονότα τα οποία επίσης προκάλεσαν κύμα μαζικής φυγής μοναρχικών, στις κυρίες επετράπη τελικά να συνεχίσουν το ταξίδι τους αφού ο πολιτικός Ζακ-Φρανσουά ντε Μενού αστειεύτηκε για την ανησυχία της Συνέλευσης με τις ενέργειες «δύο ηλικιωμένων γυναικών». [3] Επίσης, ο συγγραφέας Φρανσουά-Ρενέ ντε Σατωμπριάν, ο οποίος αρχικά κατέφυγε στις Ηνωμένες Πολιτείες και αργότερα, αφού συμμετείχε σε μάχες με τον στρατό των εμιγκρέ, κατέφυγε στην Αγγλία, όπου πληροφορήθηκε τη σύλληψη και εκτέλεση συγγενών του.

Οι εμιγκρέ μπόρεσαν να αφομοιωθούν καλά και διατήρησαν ένα ορισμένο επίπεδο άνεσης στον νέο τόπο ζωής τους. Έξω από τη Γαλλία ήταν ασφαλείς, ζωντανοί και περίμεναν την ευκαιρία να ηρεμήσει το πολιτικό κλίμα και να επανέλθουν στη Γαλλία. Ωστόσο, τα γεγονότα στη Γαλλία κατέστησαν αβέβαια την προοπτική επιστροφής στον προηγούμενο τρόπο ζωής τους. Τον Νοέμβριο του 1791, η Γαλλία ψήφισε νόμο που απαιτούσε την επιστροφή όλων των ευγενών μεταναστών έως την 1η Ιανουαρίου 1792. Εάν επέλεγαν να μην υπακούσουν, τα εδάφη και η περιουσία τους κινδύνευαν με κατάσχεση ως εθνικά αγαθά και οποιαδήποτε μεταγενέστερη απόπειρα επανεισόδου στη χώρα θα οδηγούσε σε εκτέλεση.

Ωστόσο, η πλειονότητα των μεταναστών έφυγε από τη Γαλλία όχι το 1789 στην αρχή της επανάστασης, αλλά από τον Απρίλιο του 1792, μετά το ξέσπασμα του πολέμου του Πρώτου συνασπισμού. Τον Φεβρουάριο του 1792 αποφασίστηκε η δήμευση των περιουσιών των εμιγκρέ. Τον Αύγουστο του 1792, με το διάταγμα εξορίας των ιερέων που δεν ορκίστηκαν στο Σύνταγμα, μετανάστευσαν υποχρεωτικά χιλιάδες κληρικοί. Η τάση φυγής των αντεπαναστατών γενικεύθηκε κυρίως κατά τη διάρκεια της περιόδου της Τρομοκρατίας, από τον Σεπτέμβριο 1793 έως τον Ιούλιο 1794. Σε αντίθεση με τις προνομιούχες τάξεις που είχαν εγκαταλείψει τη χώρα νωρίτερα, εκείνοι που εκτοπίστηκαν μετά από τον πόλεμο από φόβο για τη ζωή τους ήταν χαμηλότερης οικονομικής κατάστασης και με λιγότερα ή καθόλου μέσα. [4]

Τα στρατεύματα των μεταναστώνΕπεξεργασία

Κύριο άρθρο: Στρατιά των Εμιγκρέδων

Η στρατιά των Εμιγκρέ ήταν αντεπαναστατικοί στρατοί που συγκεντρώθηκαν έξω από τη Γαλλία από φιλομοναρχικούς μετανάστες γύρω από τον Λουδοβίκο Ιωσήφ του Κοντέ και τους αδελφούς του βασιλιά τον κόμη του Αρτουά και τον κόμη της Προβηγκίας, με σκοπό την ανατροπή της Γαλλικής Επανάστασης, την ανάκτηση της Γαλλίας και την αποκατάσταση της μοναρχίας. Βοηθήθηκαν από βασιλικούς στρατούς εντός της ίδιας της Γαλλίας, όπως ο Καθολικός και Βασιλικός Στρατός και από συμμαχικές χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία, η Πρωσία και η Αυστρία. Συμμετείχαν εναντίον της Γαλλίας στους πολέμους της Γαλλικής Επανάστασης, στον πόλεμο της Βανδέας και την εξέγερση των Σουάνων, καθώς και στις πολιορκίες της Λυών και της Τουλόν.

Η επιστροφή των μεταναστώνΕπεξεργασία

Πολλοί Γάλλοι μετανάστες επέστρεψαν στη Γαλλία κατά τη διάρκεια της Θερμιδοριανής περιόδου. Η επιστροφή τους επιταχύνθηκε κατά τη διάρκεια της Υπατείας, καθώς στόχος του Ναπολέοντα ήταν να θέσει τέρμα στη διχόνοια που γεννήθηκε από την Επανάσταση. Το 1800 ψηφίστηκε διάταγμα που επέτρεπε την επιστροφή με την προϋπόθεση ο επαναπατριζόμενος να ορκιστεί πίστη στο Σύνταγμα και το 1802 δόθηκε γενική αμνηστία στους μετανάστες.[5]

 
Ο κόμης της Προβηγκίας, μελλοντικός Λουδοβίκος ΙΗ'

Παλινόρθωση των ΒουρβόνωνΕπεξεργασία

Η Πρώτη Αυτοκρατορία κατέρρευσε στις 6 Απριλίου 1814. Μαζί με τον Λουδοβίκο ΙΗ', ο οποίος ζούσε στο Λονδίνο και κλήθηκε στο θρόνο της Γαλλίας, επέστρεψαν μετά από δύο δεκαετίες απουσίας πολλοί μοναρχικοί που είχαν παραμείνει μαζί του. Αυτή η πρώτη παλινόρθωση ήταν σύντομη: διήρκεσε μόνο λίγους μήνες πριν την επιστροφή του Ναπολέοντα κατά τη διάρκεια των Εκατό ημερών. Και πάλι, ο Λουδοβίκος ΙΗ' και η αυλή του απομακρύνθηκαν από τη Γαλλία. Τέλος, το καλοκαίρι του 1815, ξεκίνησε η δεύτερη παλινόρθωση, με την τελική μαζική επιστροφή των μεταναστών.[6]

Οι μετανάστες απαίτησαν την επιστροφή της περιουσίας τους που κατασχέθηκε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Ο Λουδοβίκος ΙΗ' αρνήθηκε να το πράξει, αλλά, από την αρχή της βασιλείας του, ο Κάρολος Ι' διευθέτησε το ζήτημα της ιδιοκτησίας τους στις 23 Μαρτίου 1825 μέσω του «Νόμου του δισεκατομμυρίου στους μετανάστες» που προέβλεπε ποσό περίπου ενός δισεκατομμυρίου φράγκων, τα οποία μοιράστηκαν μεταξύ 50.000 ευγενών μέσα σε διάστημα πέντε ετών, γεγονός που προκάλεσε την αγανάκτηση του πληθυσμού.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. . «dbpedia.org/ Émigration française (1789-1815)». 
  2. . «cltsrevolutions.weebly.com/the_day_of_daggers» (PDF). 
  3. Thiers, Marie Joseph L. Adolphe (1845) The history of the French revolution, p. 61
  4. Pacini, Giulia (2001-01-01). "The French Emigres in Europe and the Struggle against Revolution, 1789-1814 (review)". French Forum. 26 (2): 113–115. doi:10.1353/frf.2001.0020. ISSN 1534-1836.
  5. . «ieg-ego.eu/French Revolution and Migration after 1789». 
  6. . «persee.fr/L'émigration nobiliaire française en Allemagne : une «migration de maintien» (1789-1815)».