Δερματομυοσίτιδα

μυοσίτιδα που οδηγεί σε φλεγμονή εντοπισμένη στους μύες ή το δέρμα, με την εμφάνιση δερματικών εξανθημάτων να προηγούνται της εμφάνισης μυ

Η δερματομυοσίτιδα (ΔΜ) είναι μια χρόνια φλεγμονώδης πάθηση που επηρεάζει το δέρμα και τους μύες.[1] Στα συμπτώματά της συμπεριλαμβάνονται η εμφάνιση δερματικών εξανθημάτων και η σταδιακώς επιδεινούμενη μυϊκή αδυναμία.[1] Τα συμπτώματα αυτά ενδέχεται να εμφανιστούν ξαφνικά ή να αναπτυχθούν σε διάστημα μηνών.[1] Στα λοιπά ενδεχόμενα συμπτώματα συγκαταλέγονται η απώλεια βάρους, ο πυρετός, η φλεγμονή των πνευμόνων ή η φωτοευαισθησία.[1] Ως επιπλοκή, μπορεί να προκύψουν εναποθέσεις ασβεστίου στους μύες ή στο δέρμα.[1] Η πάθηση περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1800.[2]

Δερματομυοσίτιδα
Διακριτές ερυθρές περιοχές (βλατίδες του Gottron) που υπερκαλύπτουν τις αρθρώσεις ενός ατόμου που πάσχει από νεανική δερματομυοσίτιδα.
ΕιδικότηταΡευματολογία, Ανοσολογία, Νευρολογία, Δερματολογία Edit this on Wikidata
ΣυμπτώματαGottron's sign, erythema, muscle weakness Edit this on Wikidata
Νοσηρότητα0.01022%
Ταξινόμηση

Η αιτία της πάθησης είναι άγνωστη.[1] Κατά μία θεωρία πρόκειται για αυτοάνοσο νόσημα, ενώ σύμφωνα με μια άλλη θεώρηση πρόκειται για το αποτέλεσμα ιογενούς λοίμωξης.[1] Η δερματομυοσίτιδα μπορεί να εξελιχθεί σε παρανεοπλασματική νόσο σχετιζόμενη με διάφορες μορφές κακοήθειας.[3] Συνιστά έναν τύπο φλεγμονώδους μυοπάθειας.[1] Η διάγνωσή της βασίζεται συνήθως στην αναγνώριση κάποιου συνδυασμού συμπτωμάτων, τη διεξαγωγή αιματολογικών εξετάσεων, ηλεκτρομυογραφήματος και μυϊκής βιοψίας.[4]

Θεραπευτικές προσεγγίσειςΕπεξεργασία

Αν και δεν υπάρχει γνωστή θεραπεία για την πάθηση, ορισμένες υπάρχουσες θεραπευτικές προσεγγίσεις οδηγούν σε βελτίωση των συμπτωμάτων.[1] Σε αυτές συγκαταλέγονται η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής, η φυσικοθεραπεία, η άσκηση, η θερμοθεραπεία, η χρήση ορθωτικών βοηθημάτων και η ανάπαυση.[1] Τα φάρμακα της οικογένειας των κορτικοστεροειδών συνήθως χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με άλλες δραστικές ουσίες, όπως η μεθοτρεξάτη ή η αζαθειοπρίνη που συνιστώνται ειδικότερα εάν τα στεροειδή δεν λειτουργούν επαρκώς.[1] Οι περισσότεροι ασθενείς εμφανίζουν βελτίωση μετά τις θεραπευτικές παρεμβάσεις, ενώ σε μερικές περιπτώσεις η κατάσταση υποχωρεί πλήρως.[1]

ΕπιδημιολογίαΕπεξεργασία

Περίπου 1 άτομο ανά 100.000 εμφανίζουν την πάθηση κατ' έτος.[4] Η πάθηση εμφανίζεται συνήθως σε άτομα ηλικίας μεταξύ 40 και 60 ετών, με τις γυναίκες να προσβάλλονται συχνότερα από τους άνδρες.[4] Ωστόσο, η πάθηση μπορεί να εμφανιστεί σε άτομα οποιασδήποτε ηλικίας.[4]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,00 1,01 1,02 1,03 1,04 1,05 1,06 1,07 1,08 1,09 1,10 1,11 «Dermatomyositis». GARD (στα Αγγλικά). 2017. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Ιουλίου 2017. Ανακτήθηκε στις 13 Ιουλίου 2017. 
  2. Dourmishev, Lyubomir A.· Dourmishev, Assen Lyubenov (2009). Dermatomyositis: Advances in Recognition, Understanding and Management (στα Αγγλικά). Springer Science & Business Media. σελ. 5. ISBN 9783540793137. 
  3. Tudorancea, Andreea Daniela; Ciurea, Paulina Lucia; Vreju, Ananu Florentin; Turcu-Stiolica, Adina; Gofita, Cristina Elena; Criveanu, Cristina; Musetescu, Anca Emanuela; Dinescu, Stefan Cristian (July 2021). «A Study on Dermatomyositis and the Relation to Malignancy». Current Health Sciences Journal 47 (3): 377–382. doi:10.12865/CHSJ.47.03.07. ISSN 2067-0656. PMID 35003769. 
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 «Dermatomyositis». NORD (National Organization for Rare Disorders). 2015. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Φεβρουαρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 13 Ιουλίου 2017.