Το διάδημα είναι ένας τύπος στέμματος, συγκεκριμένα μία διακοσμητική ταινία, που φορούσαν οι μονάρχες και άλλοι ως σήμα της βασιλικής οικογένειας.

Νόμισμα του Αντιόχου Γ΄ του Μεγάλου της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών, που εμφανίζεται φορώντας διάδημα. Επιγραφή: ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ.
Χρυσό διάδημα. Ινδία, 9ος-10ος αι.

ΓενικάΕπεξεργασία

Η λέξη προέρχεται από το ρήμα διαδέω «με δέσιμο». [1] Ο όρος αναφερόταν αρχικά στη λευκή υφασμάτινη ταινία, που τελείωνε σε έναν κόμπο και δύο λωρίδες συχνά ριγμένες στους ώμους, που περιβάλλουν το κεφάλι του βασιλιά για να δηλώσουν την εξουσία του. Τέτοιες κορδέλες χρησιμοποιήθηκαν αρχικά για να στεφθούν ως νικητές οι αθλητές σε σημαντικούς αθλητικούς αγώνες της αρχαιότητας. Εξελίχθηκε αργότερα σε ένα μεταλλικό στέμμα, γενικά σε κυκλικό σχήμα. Για παράδειγμα, το στέμμα που φορούσε η βασίλισσα Τζουλιάνα της Ολλανδίας ήταν ένα διάδημα, όπως και αυτό ενός βαρόνου αργότερα. Οι αρχαίοι Κέλτες πιστεύουμε ότι χρησιμοποιούσαν μία λεπτή, ημικυκλική πλάκα χρυσού, που ονομάζεται mind (παλιά Ιρλανδικά) ως διάδημα. [2] Μερικά από τα πρώτα παραδείγματα αυτών των τύπων στεμάτων μπορούν να βρεθούν στην αρχαία Αίγυπτο, από το απλό ύφασμα έως τον πιο περίτεχνο μεταλλικό τύπο και στον κόσμο του Αιγαίου. [3]

Το διάδημα είναι επίσης ένα κόσμημα με σχήμα μισού στέμματος, που φοριέται από γυναίκες και τοποθετείται πάνω από το μέτωπο (με αυτή την έννοια, ονομάζεται επίσης τιάρα). Σε ορισμένες κοινωνίες, μπορεί να είναι ένα στεφάνι, που φοριέται γύρω από το κεφάλι. Οι αρχαίοι Πέρσες φορούσαν μία ψηλή και όρθια βασιλική τιάρα περικυκλωμένη με διάδημα. Η Ήρα, βασίλισσα των Ελλήνων θεών, φορούσε ένα χρυσό στέμμα, που το έλεγαν διάδημα.

Το άγαλμα του "Ιερέα Βασιλιά" που κατασκευάστηκε από τον πολιτισμό της κοιλάδας του Ινδού (περ. 3300 - περ. 1300 π.Χ.) φορούσε κεφαλόδεσμο, που πιθανόν να είναι διάδημα [4] [5].

Κατ' επέκταση το "διάδημα" μπορεί να χρησιμοποιηθεί γενικά για έμβλημα βασιλικής δύναμης ή αξιοπρέπειας. Τα διάσημα του κεφαλιού που φορούσαν οι Ρωμαίοι Αυτοκράτορες, από την εποχή του Διοκλητιανού και μετά, περιγράφονται ως διάδημα στις αρχικές πηγές. Ήταν αυτό το διακριτικό, που ο στρατηγός των Φοιδεράτων Οδόακρος επέστρεψε στον Αυτοκράτορα Ζήνωνα του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους μετά την απέλαση τού Ρωμύλου Αυγουστύλου από τη Ρώμη το 476 μ.Χ.

ΠινακοθήκηΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Βιβλιογραφικές αναφορέςΕπεξεργασία

  1. διαδέω, Henry George Liddell, Robert Scott, A Greek-English Lexicon, on Perseus Digital Library
  2. William Dwight Whitney, The Century dictionary; an encyclopedic lexicon of the English language. New York: The Century co. (1889), page 3,772. Google Book Search.
  3. Revello, Manuela, “The first aegean jewellery (4500-1800 B.C.): a new attempt at gold and silver diadems classification”, in Archaeometallurgy in Europe, International Conference Proceedings, Milan 24-25–26 September 2003, II, 657- 664
  4. https://www.harappa.com/slide/priest-king-mohenjo-daro
  5. https://www.harappa.com/indus2/122.html

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία